[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ἡ Βεντέτα Κρήτη. Ἀνώγεια. 1947. Τὸ χιόνι στὸν Ψηλορείτη ἦταν ἀκόμα κόκκινο. Ὄχι ἀπὸ τὸ δειλινό. Ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Γιώργη τοῦ Σταυρακάκη, ποὺ τὸν βρῆκαν τρεῖς μέρες πρίν, μὲ τὸ πρόσωπο στὸ χιόνι καὶ τὴν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ἡ Βεντέτα Κρήτη. Ἀνώγεια. 1947. Τὸ χιόνι στὸν Ψηλορείτη ἦταν ἀκόμα κόκκινο.

Ὄχι ἀπὸ τὸ δειλινό.

Ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Γιώργη τοῦ Σταυρακάκη, ποὺ τὸν βρῆκαν τρεῖς μέρες πρίν, μὲ τὸ πρόσωπο στὸ χιόνι καὶ τὴν τρύπα στὸν κρόταφο.

Στὸ καφενεῖο τοῦ χωριοῦ δὲν ἔπαιζε πιὰ μουσική.

Μόνο ὁ Μανόλης ὁ καφετζῆς, ποὺ σκούπιζε τὰ ποτήρια μὲ πανὶ καὶ δὲν κοίταζε κανέναν στὰ μάτια.

Γιατὶ τὰ μάτια ἦταν γεμάτα μπαρούτι.

Ὁ νόμος ἦταν ἕνας.

Δὲν τὸν ἔγραψε δικαστής.

Τὸν ἔγραψε ἡ γῆς.

Αἷμα στὸ αἷμα.

Θάνατο στὸ θάνατο.

Ἡ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ δὲν μετράει μὲ δράμια ἐδῶ.

Μετράει μὲ φέρετρα. Ὁ Νικολὴς ὁ Σταυρακάκης, εἴκοσι χρονῶν, ἔσφιγγε τὴ μαχαίρα τοῦ πατέρα του κάτω ἀπὸ τὸ πουκάμισο.

Ἡ μάνα του, ἡ Ἀρετή, δὲν ἔκλαιγε πιὰ.

Οἱ μάνες στὴν Κρήτη δὲν κλαῖνε. Ἀσβεστώνουν.

Ἔβαψε τὸ σπίτι μαῦρο.

Ἔπλυνε τὸ πουκάμισο τοῦ σκοτωμένου.

Τὸ δίπλωσε.

Τὸ ἔβαλε στὸ μπαούλο.

Καὶ τοῦ εἶπε: «Γιέ μου, τὸ γάλα ποὺ βύζαξες νὰ σοῦ γίνει φαρμάκι ἂν δὲν τὸν βρεῖς». Ὁ φονιὰς εἶχε ὄνομα.

Λέγαν πὼς ἦταν ὁ Μιχάλης ὁ Σηφακάκης, ἀπὸ τὸ σόι τὸ ἀπέναντι.

Τὸ σόι ποὺ τριάντα χρόνια πρίν, εἶχε κλέψει τὸ νερό ἀπὸ τὴ βρύση τῶν Σταυρακάκηδων.

Τὸ σόι ποὺ στὸν πόλεμο εἶπε τοὺς Σταυρακάκηδες «κομμουνιστές». Τὸ σόι ποὺ ὁ Γιώργης τοὺς ἔφτυσε στὴν πλατεία, πέρσι τὸ Πάσχα.

Τώρα ὁ Μιχάλης κρυβόταν.

Στὰ βουνά.

Στὶς σπηλιές.

Μὲ τοὺς ἄλλους ληστές.

Μὲ τοὺς ἄλλους ἀδικοσκοτωμένους ποὺ περίμεναν τὴ σειρά τους.

Ἡ βεντέτα δὲν εἶναι μῖσος.

Εἶναι χρέος.

Εἶναι ἡ ἐκκλησία ποὺ χτίζεις στὸν τάφο τοῦ πατέρα σου μὲ τὸ χέρι σου.

Εἶναι ἡ προσευχὴ ποὺ λὲς μὲ σφαῖρες ἀντὶ γιὰ κομποσκοίνι. Ὁ Νικολὴς ἀνέβηκε στὸ βουνό.

Τρεῖς μέρες περπάτησε.

Τρεῖς νύχτες κοιμήθηκε μὲ τὴ μαχαίρα στὸ χέρι.

Τὴν τέταρτη μέρα, τὸν βρῆκε.

Σὲ μιὰ στάνη. Ἔρημη. Ὁ Μιχάλης ἔψηνε ἕνα κομμάτι κρέας.

Δὲν ἦταν πιὰ παλικάρι.

Ἦταν ἴσκιος.

Γένια ὡς τὸ στῆθος.

Μάτια ἄγρια, σὰν λύκου.

Εἶδε τὸν Νικολὴ καὶ δὲν ἔβγαλε ὅπλο.

Ἔβγαλε μιὰ φωτογραφία ἀπὸ τὸν κόρφο του. «Ὁ γιός μου», εἶπε. «Τριῶν χρονῶν.

Δὲν τὸν βάφτισα ἀκόμα.

Τὸν λένε Γιώργη». Ὁ Νικολὴς κοίταξε.

Τὸ παιδὶ εἶχε τὰ μάτια τοῦ πατέρα του.

Τοῦ σκοτωμένου. «Ψέματα», εἶπε ὁ Νικολὴς.

Ἡ φωνή του ἦταν ξένη.

Ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ παπποῦ του.

Τοῦ προπάππου του.

Ὅλων τῶν νεκρῶν τοῦ σογιοῦ. «Δὲν εἶναι ψέματα», εἶπε ὁ Μιχάλης. «Σκότωσα τὸν πατέρα σου γιατὶ αὐτὸς σκότωσε τὸν ἀδερφό μου, τὸν Πέτρο, στὴν Κατοχή.

Γιατὶ ὁ ἀδερφός μου σκότωσε τὸν μπάρμπα σου τὸ ’22, γιὰ ἕνα χωράφι.

Γιατὶ ὁ μπάρμπας σου…» Σταμάτησε.

Δὲν εἶχε νόημα.

Ἡ ἱστορία ἦταν πηγάδι χωρὶς πάτο.

Ὅποιος ἔψαχνε τὴν ἀρχή, ἔπεφτε μέσα καὶ χανόταν. Ὁ Νικολὴς σήκωσε τὴ μαχαίρα. Ὁ Μιχάλης δὲν κουνήθηκε. «Βάρα», εἶπε. «Καὶ αὔριο ὁ γιός μου, ὅταν γίνει εἴκοσι χρονῶν, θὰ ψάχνει ἐσένα.

Κι ὁ γιός σου θὰ ψάχνει αὐτόν.

Καὶ τὸ χιόνι στὸν Ψηλορείτη δὲν θὰ ἀσπρίσει ποτέ». Ἡ μαχαίρα ἔμεινε στὸν ἀέρα.

Ἔξω, ἄρχισε νὰ χιονίζει.

Ἄσπρο χιόνι. Καθαρὸ.

Γιὰ λίγες ὧρες, τὸ βουνὸ θὰ ἦταν ἀθῶο. Ὁ Νικολὴς κατέβασε τὴ μαχαίρα.

Δὲν τὸν σκότωσε.

Γύρισε στὸ χωριό.

Ἡ μάνα του τὸν περίμενε στὴν πόρτα.

Εἶδε τὰ χέρια του καθαρὰ. «Ἀτίμασες τὸ αἷμα τοῦ πατέρα σου», τοῦ εἶπε.

Τὸν ἔφτυσε.

Τοῦ ἔκλεισε τὴν πόρτα. Ὁ Νικολὴς ἔφυγε ἀπὸ τὸ χωριό ἐκεῖνο τὸ βράδυ.

Πῆγε στὴν Ἀθήνα.

Ἔγινε ἐργάτης.

Δὲν ξαναπάτησε στὴν Κρήτη.

Τὴ βεντέτα τὴ συνέχισε ὁ ξάδερφός του, ὁ Παύλος.

Σκότωσε τὸν Μιχάλη ἕναν μῆνα μετά.

Μετὰ σκότωσαν τὸν Παύλο.

Μετὰ τὸν ἀδερφὸ τοῦ Μιχάλη.

Μετὰ τὸν ἀνηψιὸ τοῦ Νικολῆ.

Τὸ χιόνι στὸν Ψηλορείτη εἶναι ἀκόμα κόκκινο. Ὁ Νικολὴς πέθανε στὴν Ἀθήνα, τὸ 1989.

Γέρος, μόνος.

Στὸ κομοδίνο του εἶχε μιὰ φωτογραφία.

Ἡ μάνα του, ἡ Ἀρετή, μὲ τὸ μαῦρο μαντήλι.

Δὲν τοῦ συγχώρεσε ποτέ.

Δίπλα, ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔστειλε ποτέ.

Ἔγραφε: «Μάνα, Δὲν ἤμουν δειλός.

Ἤμουν κουρασμένος.

Κουρασμένος ἀπὸ νεκροὺς ποὺ δὲν γνώρισα.

Ἀπὸ χωράφια ποὺ δὲν πότισα.

Ἀπὸ μῖσος ποὺ δὲν ἦταν δικό μου.

Ἂν αὐτὸ εἶναι ἀτιμία, τότε εἶμαι ἄτιμος.

Ἂς τελειώσει σὲ μένα.

Ὁ γιός μου δὲν θὰ μάθει νὰ κρατάει μαχαίρι.

Θὰ μάθει νὰ κρατάει μολύβι.

Συγχώρα με.» Τὸ γράμμα τὸ βρῆκε ὁ γιός του, ὁ Γιώργης. Ὁ Γιώργης ποὺ δὲν πάτησε ποτὲ στὴν Κρήτη. Ὁ Γιώργης ποὺ ἔγινε δάσκαλος.

Αὐτὴ εἶναι ἡ βεντέτα.

Δὲν τελειώνει μὲ θάνατο.

Τελειώνει μὲ ἕναν ἄντρα ποὺ διαλέγει νὰ τὸν φτύσει ἡ μάνα του, γιὰ νὰ μὴν τὸν φτύσει ἡ ἱστορία. Καὶ τὸ χιόνι; Τὸ χιόνι περιμένει. Νὰ ἀσπρίσει. ΥΓ.Με αφορμή τη βεντέτα του 54χρονου στο Ηράκλειο.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences