Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΚΆΒΕΙ ΤΟΝ ΛΑΚΟ. ΜΑΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΦΥΓΕΙ Καλό είναι να σας θυμίσουμε τι σχέδιο πρόταση έκανε στα μουλωχτα η κυβέρνηση του μητσοτάκη , με το οποίο σχέδιο που κατέθεσε στην ευρωπαϊκή ένωση...
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΚΆΒΕΙ ΤΟΝ ΛΑΚΟ. ΜΑΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΦΥΓΕΙ Καλό είναι να σας θυμίσουμε τι σχέδιο πρόταση έκανε στα μουλωχτα η κυβέρνηση του μητσοτάκη , με το οποίο σχέδιο που κατέθεσε στην ευρωπαϊκή ένωση δέσμευσε την πατρίδα μας μέχρι και το 29 Ο μητσοτάκης έχει βάλει τέτοια δεσμά τέτοιο πολιορκιτικο κλειο οικονομικό γύρω από την ελλάδα .. χειρότερα από τα τρία μνημόνια..ώστε να την διαλύσει ακόμη κι αν δεν είναι αυτός στην κυβέρνηση . Το σχέδιο που υπέβαλε η κυβέρνηση της Νέα Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι «ένα μόνο μέτρο», αλλά ένα τετραετές πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής (2025-2028/29). Ο βασικός στόχος είναι: μείωση του δημόσιου χρέους,όπως δήλωσε διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων,αλήθεια πως ;;όταν δεν υπάρχει πρωτογενής τομέας ..και περιορισμός κρατικών δαπανών,κάτι που οι ίδιοι τρωνε και πίνουν ,..και συμμόρφωση με τους νέους κανόνες της ΕΕ. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι το κράτος δεσμεύεται να κρατά «σφιχτό» προϋπολογισμό για χρόνια.
Τα βασικά σημεία που έχουν παρουσιαστεί είναι: χαμηλά ελλείμματα, πρωτογενή πλεονάσματα γύρω στο 2%+ του ΑΕΠ, έλεγχος της αύξησης δημοσίων δαπανών, συνέχιση φοροεισπρακτικών μέτρων και ψηφιακής παρακολούθησης, περιορισμένες μόνιμες παροχές χωρίς ισοδύναμα έσοδα, έμφαση σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις αντί για αυξήσεις κοινωνικών δαπανών.
Η ανησυχία που εκφράζουν πολλοί για τη μεσαία τάξη βασίζεται κυρίως σε τρία σημεία: Ο πληθωρισμός και το κόστος ζωής Οι μισθοί αυξάνονται πιο αργά από: ενοίκια, τρόφιμα, ενέργεια, υπηρεσίες.
Άρα, ακόμα κι αν δεν αυξηθούν άμεσα οι φόροι, η αγοραστική δύναμη πέφτει.
Η πίεση στους ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίους Τα τελευταία μέτρα για: τεκμαρτό εισόδημα, POS, ηλεκτρονικά βιβλία, ψηφιακή φορολογική παρακολούθηση, έχουν αυξήσει την πίεση σε πολλούς μικρούς επαγγελματίες.
Ποια είναι Η λογική των πρωτογενών πλεονασμάτων; Για να εμφανίζει συνεχώς πλεονάσματα το κράτος, συνήθως χρειάζεται: είτε περισσότερους φόρους, είτε περιορισμό δαπανών, είτε και τα δύο.
Κριτικοί του σχεδίου λένε ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε «μόνιμη λιτότητα light», ακόμη κι αν δεν θυμίζει επίσημα μνημόνιο.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι: χωρίς δημοσιονομική σταθερότητα θα αυξηθεί το κόστος δανεισμού, η χώρα κινδυνεύει να ξαναμπεί σε κρίση χρέους, και ότι η πτώση του χρέους φέρνει επενδύσεις και ανάπτυξη.
Πολλοί πολίτες και οικονομικοί αναλυτές εκφράζουν έντονη ανησυχία ότι μια μακρά περίοδος αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας μπορεί να πιέσει περαιτέρω τη μεσαία τάξη, ιδιαίτερα μετά από πάνω από δέκα χρόνια κρίσεων, πληθωρισμού και υψηλού κόστους ζωής.
Αυτό είναι υπαρκτό πολιτικό και κοινωνικό επιχείρημα.
Ωστόσο, το να ειπωθεί ότι «είναι χειρότερο από τα τρία μνημόνια» παραμένει αξιολογική κρίση και εξαρτάται από το πώς συγκρίνει κανείς τις περιόδους.
Τα μνημόνια 2010-2018 περιλάμβαναν: μεγάλες περικοπές μισθών και συντάξεων, εκτίναξη ανεργίας, βαριά φορολογία, capital controls, απώλεια μεγάλου μέρους του ΑΕΠ, άμεση επιτήρηση από την τρόικα.
Το σημερινό πλαίσιο δεν έχει — τουλάχιστον μέχρι στιγμής — τέτοιου τύπου ακραία μέτρα.
Από την άλλη, οι επικριτές λένε ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό αλλά πιο «μόνιμο»: συνεχής πίεση για πλεονάσματα, υψηλή έμμεση φορολογία, ακριβή στέγαση, χαμηλή αγοραστική δύναμη, και περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο για κοινωνική πολιτική.
Γι’ αυτό χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως: «διαρκής λιτότητα», «μνημόνιο χωρίς τρόικα», ή «ήπια αλλά μόνιμη επιτήρηση». Άλλοι όμως θεωρούν ότι χωρίς δημοσιονομική πειθαρχία η χώρα θα μπορούσε να επιστρέψει σε συνθήκες κρίσης χρέους, κάτι που θα είχε ακόμη πιο βαριές συνέπειες.
Πράγματι πρόκειται για πολυετές αυστηρό πλαίσιο περιορισμένων δαπανών και πλεονασμάτων που πολλοί θεωρούν ιδιαίτερα επιβαρυντικό για τη μεσαία τάξη.
Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών βασίστηκε περισσότερο: στην κατανάλωση, στον τουρισμό, στη φορολογία, και στα ευρωπαϊκά κονδύλια, παρά σε βαθιά παραγωγική ανασυγκρότηση.
Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που τροφοδοτούν αυτή την κριτική: Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας διοχετεύει μεγάλο μέρος πόρων μέσω τραπεζικού δανεισμού και μεγάλων επενδυτικών σχημάτων, κάτι που πολλοί μικρομεσαίοι θεωρούν δύσκολα προσβάσιμο.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα παραμένουν με περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, και λόγω: πληθωρισμού, υψηλού ΦΠΑ, αυξημένης ηλεκτρονικής παρακολούθησης συναλλαγών, ανάπτυξης του τουρισμού.
Η ακρίβεια αύξησε τα κρατικά έσοδα από έμμεσους φόρους χωρίς να αλλάξουν απαραίτητα οι φορολογικοί συντελεστές.
Από την άλλη, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υπήρξαν αναπτυξιακές παρεμβάσεις όπως: ψηφιοποίηση του κράτους, αύξηση επενδύσεων, μείωση ανεργίας, μεγάλα έργα υποδομών, επενδύσεις σε data centers, logistics και ενέργεια, βελτίωση αξιολόγησης της οικονομίας από οίκους και αγορές.
Οι επικριτές όμως απαντούν ότι: τα οφέλη συγκεντρώνονται κυρίως σε μεγάλους ομίλους, η παραγωγική βάση της χώρας δεν άλλαξε ουσιαστικά, οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με το κόστος ζωής, και η μεσαία τάξη δεν είδε αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά της.
Η βασική κριτική είναι ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών θεωρείται από αρκετούς: περισσότερο «λογιστική» ή κατανάλωσης, εξαρτημένη από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, και λιγότερο βασισμένη σε ισχυρή παραγωγική βάση.
Συγκεκριμένα, πολλοί επισημαίνουν ότι: μεγάλο μέρος της ανάπτυξης στηρίζεται σε πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τα ευρωπαϊκά προγράμματα, ο τουρισμός και τα ακίνητα συνεχίζουν να έχουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος, η μεταποίηση και η βιομηχανική παραγωγή παραμένουν σχετικά αδύναμες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές.
Αυτό οδηγεί αρκετούς οικονομολόγους να λένε ότι: χωρίς ισχυρό πρωτογενή τομέα, βιομηχανία, τεχνολογική παραγωγή και εξαγωγική μεταποίηση, η ανάπτυξη δύσκολα γίνεται διατηρήσιμη μακροπρόθεσμα.
Η άλλη πλευρά απαντά ότι: η Ελλάδα βγήκε από βαθιά κρίση, η οικονομία σταθεροποιήθηκε, αυξήθηκαν οι επενδύσεις, και ότι η μετάβαση σε πιο παραγωγικό μοντέλο χρειάζεται πολλά χρόνια.
Το βασικό ερώτημα που υπάρχει σήμερα είναι αν: τα ευρωπαϊκά κονδύλια χρησιμοποιούνται για πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση, ή αν: απλώς στηρίζουν προσωρινά την κατανάλωση, τις κατασκευές και λίγους ισχυρούς κλάδους.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ο φόβος πολλών για τη μεσαία τάξη: ότι όταν μειωθούν τα ευρωπαϊκά χρήματα ή επιβραδυνθεί ο τουρισμός, μπορεί να φανεί πως η εγχώρια παραγωγική βάση δεν έχει ενισχυθεί αρκετά... Τότε ο ως θα είναι ον;ο πλέον. αργα .
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους