[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Με λένε Νεκταρία. Είμαι πενήντα πέντε χρονών, έχω ένα πονεμένο μέση, δύο ενήλικα παιδιά και ένα παλιό «Hyundai i20» που το πήρα με δάνειο για να δουλέψω ταξί. Κατάγομαι από την Πάτρα, σπούδασα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Με λένε Νεκταρία. Είμαι πενήντα πέντε χρονών, έχω ένα πονεμένο μέση, δύο ενήλικα παιδιά και ένα παλιό «Hyundai i20» που το πήρα με δάνειο για να δουλέψω ταξί.

Κατάγομαι από την Πάτρα, σπούδασα οικονομικά και δούλευα χρόνια ως λογίστρια σε βιομηχανία.

Ώσπου μια μέρα, με τις γνωστές "αναδιαρθρώσεις", έκλεισε το τμήμα, κι εγώ βρέθηκα ξαφνικά με μια πρώιμη «άδεια», χωρίς μισθό, χωρίς προϋπηρεσία, χωρίς καμία αίσθηση χρησιμότητας.

Η αναπηρική μου σύνταξη είναι 320 ευρώ.

ΕΝΦΙΑ, φάρμακα, ψώνια – και τέλος.

Μπορώ ή να επιζήσω, ή να κάνω θεραπεία, αλλά όχι και τα δύο.

Στα παιδιά δεν το έχω πει ξεκάθαρα· νομίζουν πως βρήκα «καλό δρόμο». Ο γιος μου, Αργύρης, 32 χρονών, προγραμματιστής σε εταιρία, μένει με δικό του δάνειο σε διαμέρισμα στου Ζωγράφου, όλο με deadlines και «σπριντ». Η κόρη μου, Αντιγόνη, 27 χρονών, δουλεύει σε κομμωτήριο στη Γλυφάδα, συγκατοικεί με φίλη της, μονίμως χρεωμένη για νύχια και κινητά νέας τεχνολογίας.

Όταν έχασα τη δουλειά μου, για εβδομάδες ήμουν σαν φάντασμα.

Ώσπου βρήκα μια αγγελία: «Συνεργαζόμενο ταξί, ευέλικτο ωράριο, εισόδημα από…». Το σκέφτηκα: γιατί όχι; Οδηγώ χρόνια, το δίπλωμά μου σχεδόν τριάντα ετών, δε μ’ αρέσει να πίνω – και έχω ανάγκη.

Πήρα το ρίσκο, έβγαλα δάνειο, αγόρασα μεταχειρισμένο Hyundai κι έβαλα εφαρμογή ταξί. — Μαμά, σοβαρά τώρα θα οδηγείς ταξί; — Αντιγόνη με κοίταξε λοξά όταν είδε το φωτάκι στην οροφή. — Είσαι γυναίκα! Θα σε πειράζει ο κάθε μεθυσμένος! — Μαμά, γιατί να ξεφτιλίζεσαι έτσι; — είπε ο Αργύρης. — Πες το ανοιχτά, χρειάζεσαι λεφτά; Μπορώ να σου δίνω κάθε μήνα κάτι.

Όχι πολλά… — Δεν χρειάζομαι «κάτι», — απάντησα, προσπαθώντας να μην τρέμω. — Θέλω να βγάζω τα προς το ζην μόνη μου.

Αντάλλαξαν εκείνες τις ματιές που μόνο τα παιδιά κάνουν στους "παράξενους" γονείς: «Τι να περιμένεις…» Το βράδυ, η Αθήνα αλλάζει πρόσωπο.

Την ημέρα είμαι η λογίστρια με τη μέση.

Τη νύχτα, είμαι η ανώνυμη οδηγός που ακούει ξένα μυστικά.

Οδηγώ ήρεμα, χωρίς μουσική, δε μπλέκομαι σε κουβέντες.

Ο κόσμος μόνος του εξομολογείται: τσακώνονται στη viva voice, ψιθυρίζουν «φτάνω», κλαίνε στο σκοτάδι.

Ένα φθινοπωρινό βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, πάει σήμα για παραλαβή στη Νέα Σμύρνη, προορισμός: Περιστέρι, είκοσι λεπτά μέσω Κηφισίας.

Φθάνω, μπαίνει μέσα μια πολύ αδύνατη, ψηλή κοπέλα με μακρύ μπουφάν και κουκούλα.

Το πρόσωπό της ανύπαρκτο πίσω απ’ τη σκιά, μόνο μύτη κόκκινη από το κρύο. — Καλησπέρα — πάω να πω. — Μπορούμε να πάμε λίγο πιο γρήγορα; — μου λέει απότομα, το κεφάλι κατεβασμένο.

Η φωνή της βραχνή, σαν να έχει κλάψει πολύ.

Σε ένα λεπτό τη χτυπά το κινητό.

Στην οθόνη: «Μαμά». Σφίγγεται αλλά απαντάει. — Έλα, μαμά. — Λοιπόν, έφτασες; — Από το ηχείο ο κουρασμένος, τραχύς ήχος μιας γυναίκας. — Έρχομαι… Μαμά, εγώ… — Πάλι κλαις; — τη διακόπτει η μάνα με ενόχληση. — Πόσες φορές σου ‘πα; Έπρεπε να κάνεις παιδί νωρίς.

Όλο «καριέρα, καριέρα». Τώρα, με την κοιλιά, ποιος θα σε πάρει; — Μαμά, είμαι έγκυος και ο πατέρας δεν το θέλει, είπε πως «δεν του ταιριάζει τώρα»… — ψιθυρίζει η κοπέλα. — Μπορώ να ‘ρθω σε σένα; — Σε μένα; — γελάει η άλλη. — Έπρεπε να το σκεφτείς πριν κοιμηθείς με εκείνον τον αχαΐρευτο στη φτηνή του γκαρσονιέρα.

Έχω τη ζωή μου.

Δε θα μεγαλώνω εγώ το μωρό σου.

Τα χέρια μου σφίγγουν το τιμόνι.

Θέλω να μιλήσω, αλλά σωπαίνω. — Μαμά… αλλού δεν έχω να πάω… — μουρμουρίζει εκείνη. — Θα κάτσω στη στάση αν χρειαστεί. — Κάνε ό,τι θες, — κόβει η μάνα. — Στο ‘πα: οι άντρες πάνε κι έρχονται, μάνα μία.

Αλλά εσύ τον διάλεξες τον άντρα.

Πήγαινε σ’ αυτόν.

Κάλεσέ με όταν σταματήσεις το κλάμα.

Το τηλεφώνημα τελειώνει, μένει στη σιγή το ταξί, μόνο ο αέρας ακούγεται.

Δεν κρατιέμαι. — Κορίτσι μου… — ψιθυρίζω. — Μη με παρεξηγείς, άγνωστη είμαι.

Αλλά στη στάση δεν θα κοιμηθείς απόψε.

Σηκώνει τα μάτια.

Μάτια πρησμένα, η μάσκαρα παντού.

Εκεί βλέπω – λες κι είναι η Αντιγόνη, όταν στα 17 της την άφησε το πρώτο αγόρι και καθόμασταν μαζί στην κουζίνα μέχρις πρωίας για να της πω πως ο κόσμος δεν έχασε το χρώμα του. — Έχεις κάποιον άλλο να πάρεις τηλέφωνο; — ρωτώ γλυκά. — Όχι, — αναστενάζει. — Ήρθα Αθήνα για να σπουδάσω, μένω με δύο κοπέλες, με διώχνουν και αυτές.

Ο φίλος με χώρισε.

Η μάνα μου… ακούσατε.

Φτάνουμε στην πολυκατοικία της.

Απλή, με φως στα κλιμακοστάσια, υγρασία, σκοτάδι, σασπένς.

Σταματάω, δεν κλείνω τη διαδρομή. — Λοιπόν, άκου, — λέω και δεν το πιστεύω. — Τώρα θα ανέβεις, θα μαζέψεις τα πράγματά σου και θα κατέβεις.

Σε περιμένω. — Γιατί; — με κοιτά έντρομη. — Γιατί σπίτι μου υπάρχει άδειο δωμάτιο.

Ο γιος μένει χώρια, η κόρη επίσης.

Έχει κρεβάτι, ντουλάπα και βραστήρα.

Δεν θα σου ζητήσω λεφτά, μόνο ένα πράγμα θα μου υποσχεθείς. — Τι; — Το πρωί θα φας ξεκούραστο πρωινό και θα σκεφτείς λίγο τον εαυτό σου.

Όχι όλους αυτούς που σε πατάνε.

Με κοιτάει ώρα, μετά κρύβει το πρόσωπο στις παλάμες της και αυτή τη φορά κλαίει αλλιώς – όχι από ανημποριά, αλλά από ανακούφιση.

Το επόμενο πρωί, τηγανίζω λουκουμάδες σε δύο τηγάνια.

Μυρίζει καφές και ζύμη στο σπίτι.

Η κοπέλα λέγεται Μαρίνα, είκοσι δύο, κάθεται στην κουζίνα με τη δικιά μου πιτζάμα.

Τα πράγματά της ακόμη στη σακούλα κοντά στην πόρτα.

Τραβάει δειλά το μανίκι, σα να φοβάται μην λερωθεί το ξένο ύφασμα. — Δεν φοβάστε; — ρωτά διστακτικά. — Μήπως σας κλέψω, σας εξαπατήσω… — Ξέρεις πόσες μεθυσμένες αλήθειες ακούω κάθε νύχτα σε αυτό το αυτοκίνητο; — γελάω πικρά. — Οι ψεύτες δεν ξέρουν πώς να κλαίνε.

Τη βοήθησα να σταθεί στα πόδια της: βρήκαμε γυναικολόγο, μάθαμε τα δικαιώματά της, κοιτάξαμε επιδόματα και πρόχειρη δουλειά.

Είναι έξυπνη, τελείωσε τρία χρόνια οικονομικά, θα πάρει μεταγραφή για εξ αποστάσεως μόλις γεννήσει.

Μετά από βδομάδα, είπα στα παιδιά μου πως «νοικιάζω δωμάτιο». Με παίρνουν βίντεοκλήση: Αργύρης με φόντο οθόνες, Αντιγόνη με τέλεια φρύδια. — Μα τι λες… — γελάει η Αντιγόνη. — Τί μαζεύεις στο σπίτι σου εγκυμονούσες από τον δρόμο; Είσαι στα καλά σου; — Δεν είναι ασφαλές αυτό, — σοβαρεύει ο Αργύρης. — Υπάρχουν απαταιώνες.

Έγραψες συμβόλαιο τουλάχιστον; — Όχι, — λέω, — αλλά πήρα κάτι πιο σημαντικό.

Ένα παιδί που δε διώχνουν επειδή ήθελε να ζήσει.

Κοιτάζονται εξεταστικά. — Ε, είμαστε κακοί εμείς; — φωνάζει η Αντιγόνη. — Επειδή δε σε ρωτάμε αν είσαι καλά και παίζεις τη Μητέρα Τερέζα σε ξένους; — Πότε με ρώτησες εσύ, Αντιγόνη, πώς ζω σαν άνθρωπος κι όχι σαν ΑΤΜ ή σοφέρ σας; Μ' αυτά τα λόγια νευρίασαν κι έκοψαν επικοινωνία για δεκαπέντε μέρες.

Ώσπου ένα σαββατιάτικο πρωί, η πόρτα ανοίγει ήσυχα: τα παιδιά μου μπαίνουν μέσα, με σακούλες στο χέρι, λουλούδια, εκείνο το αμήχανο βλέμμα μιας δύσκολης αρχής. Η Μαρίνα βάζει το βραστήρα, πετάγεται: — Μπορώ να φύγω αν θέλετε… — Όχι, — λέω. — Γνωριστείτε. Η Μαρίνα μένει μαζί μας, ώσπου να σταθεί μόνη της. Η Αντιγόνη κοιτάζει διακριτικά τη φουσκωμένη της κοιλιά. Ο Αργύρης στα μάτια της. — Καλημέρα… — ψιθυρίζει εκείνος. — Μαμά, να μιλήσουμε; Καθόμαστε κουζίνα, οι τρεις μας. — Σκεφτήκαμε… — λέει ο Αργύρης σιγανόφωνα, στριφογυρίζει τη σακούλα. — Καταλάβαμε πως δεν ήμασταν οι καλύτεροι.

Δεν ξέραμε ότι δυσκολεύεσαι τόσο.

Πάντα έλεγες «τα καταφέρνω». — Και μετά ακούσαμε πώς μιλάς στη Μαρίνα, — συμπληρώνει η Αντιγόνη, — Πήρα το τηλέφωνό σου, όταν βγήκες, κι άθελά μου πάτησα ανοικτή ακρόαση.

Της έλεγες ότι είσαι περήφανη που αντέχει.

Ότι δεν είναι μόνη της.

Σκέφτηκα: εγώ το άκουσα ποτέ αυτό από σένα; Έμεινα άφωνη.

Δεν ήξερα ότι άκουσαν. — Λοιπόν, — πήρε ανάσα η Αντιγόνη. — Αποφασίσαμε ότι ήρθε καιρός να μη σε βλέπουμε μόνο ως υπηρεσία.

Αν σου αρέσει το ταξί, εντάξει, αλλά εμείς θα πληρώνουμε λογαριασμούς.

Θα γιορτάζουμε τα γενέθλιά σου όπως της αξίζει.

Να σ’ ακούμε, όχι μόνο να γκρινιάζουμε. Ο Αργύρης συμφώνησε με ένα βλέμμα: — Κι εγώ αύριο θα σου φέρω χιονολάστιχα και κάμερα για το αμάξι.

Είσαι σούπερ ήρωας, αλλά η Αθήνα δεν συγχωρεί.

Τους κοιτάω και συνειδητοποιώ: δεν έγιναν τέλειοι.

Θα με ξεχνούν, θα γίνονται νευρικοί, θα καυγαδίζουμε.

Κάτι όμως μετακινήθηκε μέσα μας.

Τρεις μήνες μετά, η Μαρίνα γέννησε ένα κοριτσάκι.

Στη ληξιαρχική δήλωση ως «παραλαβούσα» μαμά και παιδί ήμουνα εγώ.

Έτρεμαν τα χέρια μου κρατώντας τη Μαρίνα με το μωρό, ενώ γύρω μου περνούσαν τα παιδιά μου. Η Αντιγόνη κρατούσε το παιδικό κάθισμα. Ο Αργύρης τις τσάντες. — Σιγά, σιγά το κεφαλάκι, — έδινε οδηγίες η Αντιγόνη. — Εγώ στο ίντερνετ είδα πώς γίνεται σωστά, — γκρίνιαζε ο Αργύρης.

Το βράδυ καθίσαμε όλοι μαζί: εγώ, τα δυο μου παιδιά, η Μαρίνα κι η μικρή νεογέννητη στην αγκαλιά της.

Στην κουζίνα μικρή, γεμάτη και… σωστή.

Δεν υπάρχει happy end, με τον κλασικό τρόπο.

Ακόμα δουλεύω νύχτες ταξί – γιατί θέλω να είμαι χρήσιμη και όχι μόνο «γιαγιά». Η μέση μου με βασανίζει.

Τα παιδιά μερικές φορές επανέρχονται στην παλιά τους άνεση.

Τσακωνόμαστε, φωνάζουμε πού και πού. Η Μαρίνα στεναχωριέται που μεγαλώνει μόνη το μωρό.

Όμως κάτι έχει αλλάξει: κάθε φορά που εκείνη ψιθυρίζει βράδυ στο τηλέφωνο «μαμά, κουράστηκα», πάντα υπάρχει κάποιος στην άλλη άκρη.

Άλλοτε εγώ, άλλοτε η Αντιγόνη, άλλοτε ο Αργύρης – που τώρα πια ξέρει να αλλάζει πάνες και να αποκοιμίζει μωρά.

Κατάλαβα έτσι: για να δουν τα παιδιά σου τον άνθρωπο που είσαι, μπορεί να χρειαστεί πρώτα να απλώσεις το χέρι σ’ ένα ξένο παιδί.

Σε βλέπουν από έξω, κι αντιλαμβάνονται ότι η ζεστασιά που δίνεις αλλού θα μπορούσε να είναι δικιά τους – αν απλά άπλωναν το χέρι σε εσένα.

Το δίδαγμα; Πολύ συχνά καταντάμε τους γονείς μας απλά ένα φόντο – σαν ταξί, κουζίνα, εξυπηρέτηση, ξεχνώντας πως κι αυτοί κουράζονται, φοβούνται, έχουν όνειρα. Σε ξένο πόνο συχνά ανοίγονται πιο… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences