— Τέλεια που πρότεινες ξεχωριστά οικονομικά. Τότε απλά κρατάω όλα τα δικά μου. Το βράδυ, όταν ο άντρας μου απομάκρυνε το πιάτο του με τέτοια προστυχιά, λες και του είχα σερβίρει όχι μπιφτέκια αλλά...
— Τέλεια που πρότεινες ξεχωριστά οικονομικά. Τότε απλά κρατάω όλα τα δικά μου.
Το βράδυ, όταν ο άντρας μου απομάκρυνε το πιάτο του με τέτοια προστυχιά, λες και του είχα σερβίρει όχι μπιφτέκια αλλά χαρτί επίδοσης, κατάλαβα ότι θα ακολουθούσε βαρυσήμαντη ομιλία. Ο Στέφανος ίσιωσε τη χαρτοπετσέτα, καθάρισε τον λαιμό του κι ατένιζε κάπου πάνω από το κεφάλι μου, σαν να κοιτούσε το φωτεινό, καπιταλιστικό του αύριο.
Είπε: — Έλενα, τα υπολόγισα.
Ο προϋπολογισμός μας καταρρέει λόγω της δικής σου έλλειψης οικονομικής σοφίας.
Από αύριο, πάμε σε διαχωρισμό οικονομικών.
Η αγωνία πέθανε πριν γεννηθεί, αλλά η μυρωδιά της ανοησίας γέμισε το δωμάτιο, κι ήταν τόσο έντονη όσο η τηγανισμένη μαρίδα.
Άφησα αργά το πιρούνι μου. — Τέλεια που το πρότεινες, Στέφανε, — του χαμογέλασα με το χαμόγελο εκείνο της οχιάς πριν καταπιεί ανύποπτο κουνελάκι. — Τότε κρατώ όλα τα δικά μου. Ο Στέφανος ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Στο μυαλό του, που έμοιαζε με μπιλιάρδο όπου οι σκέψεις σπανίως συγκρούονταν χωρίς θόρυβο, αυτό δεν κολλούσε στην τρύπα.
Περίμενε δάκρυα, κατηγορίες ή ίσως κάποια υστερία — όχι ήρεμη αποδοχή. — Ε, μπράβο, — είπε συγκαταβατικά, ήδη φανταζόμενος πού θα πήγαιναν οι οικονομίες που πίστευε πως έσωζε εις βάρος μου. — Θα κάνω οικονομίες για το κύρος.
Ο άντρας χρειάζεται κύρος, Ελένα.
Εσύ... ε, κάλτσες θα έχεις να παίρνεις.
Ο σύζυγός μου, ο Στέφανος Παπαδόπουλος, ήταν ένα παράξενο πλάσμα.
Είχε το μοναδικό ταλέντο να νιώθει «καρχαρίας της αγοράς», ενώ εργαζόταν ως απλός πωλητής σε εταιρεία αλουμινίων.
Η ιδέα του «κύρους» ήταν καινούργια gadgets που χρησιμοποιούσε το 3% των δυνατοτήτων τους και ατέλειωτο διάβασμα έτοιμων φράσεων αυτοβελτίωσης στο ίντερνετ. — Εντάξει λοιπόν, — απάντησα. — Θα φας το μπιφτέκι ή πλέον δεν είναι στο budget σου; Έφαγε. Δωρεάν.
Για τελευταία φορά.
Η πρώτη εβδομάδα της «καινούργιας οικονομικής πολιτικής» κύλησε με περηφάνια. Ο Στέφανος πήγαινε πάνω κάτω στο σπίτι σαν παγώνι, δήθεν αδιάφορος για το πόσο έχει το απορρυπαντικό.
Αγόρασε ένα «πολυτελές» σημειωματάριο με ψεύτικο δέρμα και άρχισε να καταγράφει έξοδα. Μια Τετάρτη παρέλασε σπίτι με σακούλα όπου έκαναν θορυβώδη παρέλαση δυο κουτάκια φτηνής μπίρας και μια σακουλίτσα κατεψυγμένων γιουβαρλάκια ποιότητας που δεν ονομαζόταν «μοσχάρι». Εκείνη την ώρα εγώ άνοιγα μια online παραγγελία με σολομό, αβοκάντο, φέτα, φρέσκα λαχανικά και ένα μπουκαλάκι ασύρτικο.
Στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας σαν κουρασμένος πολεμιστής. — Ζεις μεγαλεία, ε; — μου πέταξε, βλέποντας τον σολομό. — Για αυτό δεν είχαμε ποτέ οικονομίες.
Σπατάλες! — Δεν είναι «είχαμε», Στέφανε, είναι «είχα». Εσύ κάνεις κουμάντο πλέον για το κύρος.
Έπιασες ράφι στο ψυγείο; Το δικό σου είναι το κάτω συρτάρι, εκεί είναι και η θερμοκρασία για τα... assets σου.
Χούφτωσε τους γιουβαρλάκους και άρχισε να τους βράζει στη δική μου κατσαρόλα. — Το αέριο; — ρώτησα χωρίς να γυρίσω. — Τι; — Το αέριο, το νερό, η φθορά της κατσαρόλας και του απορρυπαντικού.
Δε διαχωρίζουμε όλα; — Έλα τώρα, δεν είναι για τέτοιες μικρότητες! — απάντησε, αποδιώχνοντάς με σαν παλιός προύχοντας μύγα. — Αυτά δεν σου ταιριάζουν. — Οι μικρότητες είναι η νέα αγορά, Στέφανε.
Πήγε να χαμογελάσει, αλλά ένας ζεστός γιουβαρλάκος κόλλησε στον ουρανίσκο, και το ύφος του ξίνισε σαν μωσαϊκό που ρούφηξε ξύδι. — Επειδή σου έκοψα την κάρτα, θύμωσες, ε; — συμπέρανε, με τα ζυμαράκια κολλημένα στα δόντια. — Οι γυναίκες πάντα θυμώνουν όταν χάνουν τον έλεγχο. Το Σάββατο μας επισκέφθηκε η κυρία Ασπασία, η πεθερά μου.
Μοναδικό δείγμα ανθρώπου: με αγαπούσε όσο αφόριζε τη χαζομάρα του γιου της.
Εργάστηκε χρόνια ως λογίστρια σε μεγάλο εργοστάσιο και λάτρευε τους αριθμούς πάνω από τους ανθρώπους.
Πίναμε καφέ με μελομακάρονα. Ο Στέφανος κάθονταν απέναντί μας με το δικό του βοριαδάκι από προσφορά και έμοιαζε με μαρτυρικό θύμα ενός καθεστώτος. — Μαμά, φαντάσου, τώρα η Ελένα κρύβει και το χαρτί υγείας! — της παραπονέθηκε, ελπίζοντας σε συμμαχία. — Στο δικό μου μπάνιο έχει γυαλόχαρτο κι αυτή έχει στο ντουλάπι της τριών φύλλων με άρωμα ροδάκινο! Αυτό είναι διάκριση! Η Ασπασία χαμογέλασε πικρά, αφήνοντας απαλά το φλυτζάνι. — Στεφανάκι μου, — άρχισε ήρεμα, — όταν κήρυξες τον «διαχωρισμό», με τι μέρος του μυαλού στο σκέφτηκες; Με το μέρος που προορίζεται το χαρτί; — Μαμά! Οικονομικά το κάνω, θα αγοράσω αυτοκίνητο! — Αυτοκίνητο; — ανασήκωσε τα φρύδια της μέχρι σχεδόν τα μαλλιά. — Με τα πενηνταλεπτά που κρύβεις; Κόβεις από το χαρτί για να πάρεις σακαράκα και να το παίζεις βασιλιάς της εθνικής; — Είναι επένδυση! — τσίριξε. — Επένδυση — είναι η Ελένα που σε ανέχεται στο σπίτι της, — έκοψε η Ασπασία. — Ελένη, το γλυκάκι αυτό είναι θεϊκό.
Πήγε να τσιμπήσει ένα κομμάτι γλυκού.
Το χέρι μου με το βουτυρένιο μαχαιράκι του έκλεισε τρυφερά τον δρόμο. — Πέντε ευρώ το κομμάτι, Στέφανε.
Ή τρώς το βουτηματάκι σου. — Σοβαρολογείς, μες στη μάνα μου; — Η αγορά είναι σκληρή, αγάπη μου.
Ενοικίαση μαχαιριού, άλλα μισό ευρώ.
Πέταξε το βουτηματάκι, κοκκίνισε και έφυγε από την κουζίνα. — Νευρικός, — παρατήρησε η Ασπασία. — Φτυστός ο πατέρας του.
Κι αυτός όλο κεφάλαιο «μάζευε», ώσπου τον έστειλα πίσω στη μαμά του με μια βαλίτσα εσώρουχα.
Κάνε κουράγιο κόρη μου — τώρα μπαίνουμε στη φάση του «θίχτηκα και θα τιμωρήσω τα αυτιά μου από πείσμα». Δυο βδομάδες αργότερα, το πείραμα έφτανε στην κορύφωση. Ο Στέφανος είχε αδυνατίσει και χάσει το χρώμα του, αλλά η περηφάνια του τον κρατούσε όρθιο.
Κυκλοφορούσε με τσαλακωμένα πουκάμισα (τα δικά μου απορρυπαντικά και μαλακτικά τα σνόμπαρε), φορούσε φτηνό αποσμητικό και με κοιτούσε όπως ένα αδέσποτο που νιώθει ακόμη λύκος.
Η λύση ήρθε ένα βράδυ Παρασκευής.
Επέστρεψα κουρασμένη αλλά χαρούμενη, είχα πάρει bonus.
Με περίμενε στο τραπέζι ένα μπουκέτο μαραμένα γαρύφαλλα και ένα μπουκάλι «Αθηναϊκό κρασί αφρώδες». Ο Στέφανος καθόταν εκεί, γυαλίζοντας σαν λειασμένο κέρμα. — Ελένα, κάτσε.
Πρέπει να μιλήσουμε.
Αποφάσισα να χαλαρώσουμε λίγο τα όρια.
Είμαι διατεθειμένος να βάλω στον κοινό λογαριασμό… — έκανε παύση, — εκατό ευρώ.
Για φαγητό.
Τον κοίταξα.
Τα γαρύφαλλα έμοιαζαν απολιθώματα και το κρασί έφερνε καούρα και μόνο που το έβλεπες. — Εκατό ευρώ; — τον ρώτησα. — Αυτό κι αν είναι γενναιοδωρία απ’ τα άγραφα.
Αλλά υπάρχει μια λεπτομέρεια.
Έβγαλα από την τσάντα μου έναν φάκελο με τυπωμένο Excel. — Τι είναι αυτό; — ρώτησε διστακτικά. — Ο λογαριασμός σου, αγαπητέ.
Ενοίκιο για διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας (ειδικά αφού χρησιμοποιείς σαλόνι και κουζίνα): 500 ευρώ.
Κοινόχρηστα (σ’ αρέσει το αφρόλουτρο με τις ώρες): 100 ευρώ.
Καθαριότητα (καθαρίζω εγώ, εσύ ποτέ): 60 ευρώ.
Ήτοι: 660 ευρώ το μήνα.
Για τις δύο εβδομάδες που πέρασαν, 330 συν αποσβέσεις συσκευών. Ο Στέφανος χλώμιασε. — Δηλαδή… μου χρεώνεις το διαμέρισμα της ίδιας μου της γυναίκας; — Στο διαμέρισμα μιας γυναίκας με ξεχωριστό budget — τον διόρθωσα ήρεμα. — Εσύ το είπες: «Ό,τι είναι δικό μου, μαζί μου». Το σπίτι δικό μου.
Εσύ νοικάρης.
Χωρίς συμβόλαιο, μπορώ να σε διώξω αύριο. — Αυτό είναι εκμετάλλευση! Είναι ανήθικο! Είμαι άντρας! — φώναξε, αναποδογυρίζοντας την καρέκλα. — Είσαι άντρας που θυμήθηκε τα οικονομικά εις βάρος της γυναίκας του, ξεχνώντας ότι ζει με δικά της έξοδα, — του απάντησα. — Ήθελες ανεξαρτησία; Πλήρωσε.
Ή βρες εκεί που το «κύρος» κοστίζει λιγότερο.
Σταμάτησε έξαλλος, προσπαθώντας να μιλήσει, κάνοντας χειρονομίες, άνοιγε κι έκλεινε το στόμα. — Θα … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους