Στην Ελληνική Κοσμοαντίληψη, έχουμε τρεις βασικές κατηγορίες θρησκείας: Τη ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, τη ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ, και τις ΛΑΪΚΕΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ. Ανώτερη κοσμοθέαση και κατ'εξοχήν πνευματώδης είναι...
Στην Ελληνική Κοσμοαντίληψη, έχουμε τρεις βασικές κατηγορίες θρησκείας: Τη ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, τη ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ, και τις ΛΑΪΚΕΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ.
Ανώτερη κοσμοθέαση και κατ'εξοχήν πνευματώδης είναι προφανώς αυτή των φιλοσόφων, και έπονται των ποιητών και οι λαϊκές δοξασίες ως δευτερεύουσες μορφές θρησκείας και θεολογίας.
Ας δούμε τη γνώμη των φιλοσόφων για τους μύθους των ποιητών: ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΒΛΑΣΦΗΜΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ - Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ Οι σπουδαιότεροι φιλόσοφοι μιλούν εναντίον της ασέβειας των ποιητών προς τους θεούς: Πλάτων, Αριστοτέλης, Σωκράτης, Ξενοφάνης, Θεαγένης ο Ρηγίνος, Ηράκλειτος, Επίκουρος, Χρύσιππος, Ζήνων ο Κιτιεύς, Κλεάνθης, Υπατία η Αλεξανδρινή, Πυθαγόρας, Απολλώνιος Τυανεύς, Εμπεδοκλής, Διοτίμα η Μαντινεία, Διογένης ο Κυνικός, Καρνεάδης, Επίκτητος, Παναίτιος, Πρόκλος, Πορφύριος, Σέξτος Εμπειρικός, Πλωτίνος.
Τα κείμενα των θεολογούντων φιλοσόφων που απορρίπτουν τους βλάσφημους ποιητές είναι εδώ: ΠΛΑΤΩΝ: «Ὅταν εἰκάζῃ τις κακῶς τῷ λόγῳ, περὶ θεῶν τε καὶ ἡρώων οἷοί εἰσιν, ὥσπερ γραφεὺς μηδὲν ἐοικότα γράφων οἷς ἂν ὅμοια βουληθῇ γράψαι». Πλάτων (Πολιτεία, Βιβλίο Β', 377η ìε -378ε) «Όταν κάποιος παρουσιάζει λανθασμένα την ουσία των θεών και των ηρώων με τον λόγο, δηλαδή τους περιγράφει με τρόπο που δεν τους ταιριάζει, τότε είναι σαν ένας ζωγράφος που ζωγραφίζει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που θέλει να απεικονίσει, δηλαδή κάτι που δεν έχει καμία ομοιότητα με το αληθινό πρότυπο». Ο Πλάτωνας υποστηρίζει ότι οι ποιητές αφηγούμενοι μύθους για τους θεούς που περιέχουν ψέματα, διαμάχες, κακίες, πάθη και ανήθικες πράξεις, δίνουν κακά πρότυπα στους νέους και διαστρεβλώνουν την αλήθεια για τη θεία φύση. Ο Πλάτωνας εκφράζει έντονα αυτή την άποψη στην Πολιτεία, κυρίως στα Βιβλία Β' (377e-378e) και Γ' (391c κ.ε.), όπου αναλύει την παιδεία των φύλακων-ηρώων και απορρίπτει μύθους του Ομήρου που παρουσιάζουν τους θεούς να πράττουν ψευδή, ανήθικα ή παθιασμένα πράγματα, θεωρώντας τα επιβλαβή για την ηθική ανάπτυξη των νέων και ως διαστρέβλωση της θείας φύσης.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι: -Οι θεοί πρέπει να παρουσιάζονται ως τέλειοι, αγαθοί και αμετάβλητοι. -Οι ποιητές δεν πρέπει να λένε ψέματα για τους θεούς (μύθους ψευδείς) ή να τους παρουσιάζουν να διαπράττουν κακές πράξεις, φθόνο, πάθη, διαμάχες ή να εξαπατούν ο ένας τον άλλον. -Τέτοιες αφηγήσεις αποτελούν κακή μιμητική (μίμηση) και διδάσκουν κακές συμπεριφορές, καθώς οι νέοι μιμούνται τους ήρωες και θεούς που εξιδανικεύουν. -Είναι απαραίτητο να λογοκρίνονται οι μύθοι ώστε να ευθυγραμμίζονται με την αλήθεια για την καλή φύση των θεών και να προάγουν την αρετή. «Πρῶτον μὲν δὴ, ἦν δ’ ἐγὼ, τὸ μέγιστον καὶ περὶ τῶν μεγίστων ψεῦδος ὁ] εἰπὼν οὐ καλῶς ἐψεύσατο, ὡς Οὐρανός τε εἰργάσατο ἅ φησι δρᾶσαι αὐτὸν Ἡσίοδος , ὅ τε αὖ Κρόνος ὡς ἐτιμωρήσατο αὐτόν. τὰ δὲ δὴ Κρόνου ἔργα καὶ πάθη ὑπὸ τοῦ υἱέος, οὐδ’ ἂν εἰ ἦν ἀληθῆ». Πλάτων (Πολιτεία, Βιβλίο Β' (378a-b). Εδώ καταδικάζει τις μυθολογικές αφηγήσεις για τον ευνουχισμό του Ουρανού από τον Κρόνο και τις συγκρούσεις μεταξύ των θεών ως ψευδείς αφηγήσεις και ως ανήθικα πρότυπα. «μὴ περιοπτέον... λέγοντος ὡς "θεὸς μὲν αἰτίαν φύει βροτοῖς, ὅταν κακῶσαι δῶμα παμπήδην θέλῃ". ἀλλὰ ἐάν τις ποιῇ ἐν οἷς ταῦτα τὰ ἰαμβεῖα ἔνεστι... ἐατέον λέγειν ὡς θεοῦ ἔργα ταῦτα, καὶ οὐ λυσιτελοῦντα αὐτοῖς.» Πλάτων (Πολιτεία, Βιβλίο Β', 380c) Εδώ τίθεται ο κανόνας ότι ο θεός, όντας αγαθός, δεν μπορεί να είναι η αιτία του κακού, καταρρίπτοντας την ποίηση που παρουσιάζει τους θεούς να προκαλούν συμφορές.
Δηλαδή απορρίπτει την ιδέα ότι ο θεός επινοεί τη δυστυχία για τους θνητούς. « μὴ πάντων αἴτιον τὸν θεὸν ἀλλὰ τῶν ἀγαθῶν». Πλάτων (Πολιτεία, 380c). « ο θεός δεν είναι αίτιος για όλα, παρά μόνο για τα αγαθά». Ο Πλάτων επαναλαμβάνει εδώ ότι ο θεός, όντας αγαθός, δεν μπορεί να είναι αίτιος κακών, καταρρίπτοντας τις ποιητικές περιγραφές. « Ἥρας δὲ δεσμοὺς ὑπὸ ὑέος καὶ Ἡφαίστου ῥίψεις ὑπὸ πατρός, μέλλοντος τῇ μητρὶ τυπτομένῃ ἀμυνεῖν, καὶ θεομαχίας ὅσας Ὅμηρος πεποίηκεν οὐ παραδεκτέον εἰς τὴν πόλιν ὁ γὰρ νέος οὐχ οἷός τε κρίνειν ὅτι τε ὑπόνοια καὶ ὃ μή». Πλάτων, Πολιτεία (378b - 378d) « τους δεσμούς της Ήρας από τον γιο της και τις εκτινάξεις του Ηφαίστου από τον πατέρα του... και τις μάχες μεταξύ των θεών που έπλασε ο Όμηρος, δεν πρέπει να τα δεχτούμε στην πόλη... γιατί ο νέος δεν είναι σε θέση να διακρίνει τι είναι αλληγορία και τι όχι». Εδώ καταγγέλλει συγκεκριμένα τις μυθολογικές μάχες και τις ίντριγκες μεταξύ των θεών (π.χ. τον δεσμό του Ήφαιστου ή τις μάχες των θεών στον Όμηρο). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Περὶ τῶν μυθικῶς σοφιζομένων οὐκ ἄξιον μετὰ σπουδῆς σκοπεῖν». Αριστοτέλης (Μετά τα Φυσικά, Βιβλίο Β' ή Βιβλίο III, 1000a). Δηλώνει ρητά ότι «δεν αξίζει τον κόπο να εξετάζει κανείς σοβαρά όσα λέγονται από εκείνους που σοφίζονται μύθους», καθώς οι εξηγήσεις τους δεν βασίζονται σε αποδείξεις αλλά σε φανταστικά σχήματα. Ο Αριστοτέλης ασκεί κριτική και «καταγγέλλει» τους ποιητές που ασχολήθηκαν με τη μυθολογία, κυρίως στο έργο του «Μετά τα Φυσικά» (ιδιαίτερα στο Βιβλίο Β' ή Βιβλίο III, 1000a). Μεταξύ άλλων, μιλάει για τις αντιφάσεις και τα παράλογα πολλών μύθων.
Για παράδειγμα αναφέρει την αντίφαση του γεγονότος ότι ενώ οι θεοί είναι αθάνατοι, οι ποιητές έχουν γράψει ότι χρειάζονται τροφές όπως το νέκταρ και την αμβροσία για να διατηρήσουν την αθανασία τους: «θεοὺς γὰρ ποιοῦντες τὰς ἀρχὰς καὶ ἐκ θεῶν γεγονέναι, τὰ μὴ γευσάμενα τοῦ νέκταρος καὶ τῆς ἀμβροσίας θνητὰ γενέσθαι φασίν, δῆλον ὡς ταῦτα τὰ ὀνόματα γνώριμα λέγοντες αὑτοῖς· καίτοι περὶ αὐτῆς τῆς προσφορᾶς τῶν αἰτίων τούτων ὑπὲρ ἡμᾶς εἰρήκασιν· εἰ μὲν γὰρ χάριν ἡδονῆς αὐτῶν θιγγάνουσιν, οὐθὲν αἴτια τοῦ εἶναι τὸ νέκταρ καὶ ἡ ἀμβροσία, εἰ δὲ τοῦ εἶναι, πῶς ἂν εἶεν ἀΐδιοι δεόμενοι τροφῆς». Έτσι επισημαίνει την έλλειψη λογικής σε συγκεκριμένες μυθολογικές κατασκευές.
ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ: «πάντα θεοῖσ᾽ ἀνέθηκαν Ὅμηρός θ᾽ Ἡσίοδός τε, ὅσσα παρ᾽ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καὶ ψόγος ἐστίν, κλέπτειν μοιχεύειν τε καὶ ἀλλήλους ἀπατεύειν.» Η αναφορά αυτή του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου βρίσκεται στο Απόσπασμα 11 (Fragment 11) του έργου του. «Όλα τα απέδωσαν στους θεούς ο Όμηρος και ο Ησίοδος, όσα δηλαδή ανάμεσα στους ανθρώπους θεωρούνται ντροπή και ψόγος (κατηγορία): την κλοπή, τη μοιχεία και την αμοιβαία εξαπάτηση». Στο συγκεκριμένο κείμενο, ο φιλόσοφος ασκεί έντονη κριτική στον Όμηρο και τον Ησίοδο, κατηγορώντας τους ότι απέδωσαν στους θεούς ανθρώπινα ελαττώματα και πράξεις που θεωρούνται επαίσχυντες για τους θνητούς.
Η πηγή που διέσωσε αυτό το απόσπασμα είναι ο Σέξτος ο Εμπειρικός στο έργο του: Πρὸς Μαθηματικούς (Adversus Mathematicos, IX 193). Ο Ξενοφάνης χρησιμοποιεί αυτό το επιχείρημα για να καταγγείλει τον ανθρωπομορφισμό της εποχής του, υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι πλάθουν τους θεούς «κατ' εικόνα και ομοίωσή» τους, αποδίδοντάς τους ακόμη και τις δικές τους ηθικές αδυναμίες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ «Καὶ πόλεμον οὖν ἡγῇ σὺ εἶναι τῷ ὄντι ἐν τοῖς θεοῖς πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἔχθρας γε δεινὰς καὶ μάχας καὶ ἄλλα τοιαῦτα πολλά, οἷα λέγεταί τε ὑπὸ τῶν ποιητῶν... φήσομεν ταῦτα ἀληθῆ εἶναι;» Το κείμενο αυτό του Σωκράτη βρίσκεται στο βιβλίο του Πλάτωνα: (Ευθύφρων (6a – 6c). Ο Σωκράτης εδώ απορρίπτει τις αφηγήσεις των ποιητών για μάχες και έχθρες μεταξύ των θεών. Ο Σωκράτης, κυρίως μέσα από το έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» (Βιβλία ΙΙ και ΙΙΙ), εξαπολύει μια δριμεία κριτική κατά των ποιητών, όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, κατηγορώντας τους ότι διαστρεβλώνουν τη φύση του θείου.
Οι βασικοί άξονες της επιχειρηματολογίας του είναι οι εξής: -Το Θείο είναι απόλυτα Αγαθό: Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι, εφόσον ο Θεός είναι αγαθός, δεν μπορεί να είναι η αιτία του κακού.
Καταδικάζει τους μύθους που παρουσιάζουν τους θεούς να προκαλούν συμφορές στους ανθρώπους ή να εμπλέκονται σε διαμάχες, καθώς το θείο οφείλει να είναι ωφέλιμο και ποτέ βλαβερό. -Το Θείο είναι Αμετάβλητο και Αληθές: Επικρίνει τις αναφορές των ποιητών σε μεταμορφώσεις των θεών ή σε χρήση δόλου και ψεύδους από μέρους τους.
Για τον Σωκράτη, ο Θεός είναι τέλειος και δεν έχει λόγο να αλλάξει μορφή ή να εξαπατήσει, καθώς κάθε αλλαγή σε ένα τέλειο ον θα σήμαινε χειροτέρευση. -Ηθική Επίδραση στους Νέους: Εκφράζει έντονη ανησυχία για το εκπαιδευτικό πρότυπο που προσφέρουν αυτοί οι μύθοι.
Αν οι νέοι (και ειδικά οι μελλοντικοί «φύλακες» της πολιτείας) πιστέψουν ότι οι θεοί διαπράττουν μοιχεία, κλοπές ή επιδεικνύουν ακράτεια, θα θεωρήσουν τις δικές τους αδυναμίες δικαιολογημένες και δεν θα επιδιώξουν την αρετή. -Καταγγελία του «Κακού Ανθρωπομορφισμού»: Καταγγέλλει δηλαδή την απόδοση ταπεινών ανθρώπινων παθών (οργή, ζήλια, θρήνος) στους θεούς.
Θεωρεί «ανάξια» και «ψευδή» την απεικόνιση των θεών να θρηνούν ή να γελούν ακράτητα, καθώς τέτοιες συμπεριφορές δεν αρμόζουν σε ανώτερα όντα.
Συνοψίζοντας, ο Σωκράτης προτείνει τη λογοκρισία των ποιητών στην ιδανική πολιτεία, επιτρέποντας μόνο εκείνους τους μύθους που παρουσιάζουν τους θεούς ως πρότυπα ηθικής τελειότητας και δικαιοσύνης. Ο Σωκράτης, κυρίως στα Βιβλία II και III της «Πολιτείας» του Πλάτωνα (ιδίως γύρω στα 377b - 392d), ασκεί έντονη κριτική στους ποιητές, καταγγέλλοντας τον Όμηρο και τον Ησίοδο για τη διαστρέβλωση της θεϊκής φύσης (θεογονίες με εμφύλιες διαμάχες θεών) και των ηρώων, παρουσιάζοντάς τους ως ανήθικους και ανθρώπινους, κάτι που αντίκειται στην ιδανική παιδεία της καλοσύνης και της αλήθειας για τους μελλοντικούς φύλακες της πόλης.
Στο κείμενο, ο Σωκράτης προτείνει τη λογοκρισία των μύθων, επιμένοντας ότι οι θεοί είναι ηθικά τέλειοι και καλοί, και οι ήρωες πρέπει να αποτελούν πρότυπα αρετής.
Βασικά αποσπάσματα και κριτική στην «Πολιτεία» (Βιβλίο II & III): -Στο Βιβλίο ΙΙ (π.χ. 377b-378d): Ο Σωκράτης αρχίζει να εξετάζει την παιδεία των φυλάκων.
Επικρίνει τους ποιητές που παρουσιάζουν τους θεούς να είναι η αιτία του κακού και να πράττουν πράγματα αντίθετα με τη φύση τους (π.χ., Ολύμπιος πατέρας να πνίγει γιο). -«Οὐκοῦν πρῶτον μέν, ὦ Γλαύκων, ἀρχόμενοι τῶν ἀναγκαιοτάτων περί τε θεῶν ἀληθείας λέγωμεν... ὅτι μὲν ὁ θεὸς ἀγαθὸς καὶ τὸ ὄν κατὰ φύσιν ἀγαθόν...» (Δεν πρέπει πρώτα, Γλαύκων, στην αρχή των αναγκαιοτέρων, να μιλήσουμε για την αλήθεια περί των θεών... ότι ο θεός είναι αγαθός και το όν κατά φύση αγαθό...). -Επιμένει ότι ο θεός είναι η αιτία του καλού και όχι του κακού, και δεν αλλάζει μορφές για να ξεγελάσει ή να πει ψέματα. -Στο Βιβλίο ΙΙΙ (π.χ. 392b-d): Η κριτική επεκτείνεται στους ήρωες.
Κατακρίνει τον Όμηρο που παρουσιάζει τους ήρωες να θρηνούν ή να φοβούνται τον θάνατο, να εκδηλώνουν πάθη και να αθετούν όρκους, κάτι που δεν πρέπει να διδάσκονται οι νέοι που θα κυβερνήσουν. -«Οὐκοῦν ἀναγκάζομεν, ὦ φίλε, μὴ μόνον τοὺς ποιητὰς ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀκούοντας αὐτοὺς πείθεσθαι ὡς οὐδὲν ἐκείνοις οὐδὲν ἄτοπον οὐδὲ καινὸν οὐδὲ πρῶτον φαίνεται ἐπὶ θεοῖς τε καὶ ἀνθρώποις συμβαῖνον, ὅταν τις θάνατον φοβῆται καὶ ὀδύρηται καὶ ἄλλους μιμῆται τοιούτους» (Δεν πρέπει, φίλε, να αναγκάζουμε, όχι μόνο τους ποιητές αλλά και τους ακροατές τους, να πείθονται ότι τίποτα παράλογο ή καινούργιο δεν φαίνεται να συμβαίνει σε θεούς και ανθρώπους όταν κάποιος φοβάται τον θάνατο και θρηνεί και μιμείται τέτοιους;). Ένα ακόμα κείμενο στο οποίο καταγγέλει τους ποιητές (ότι έγραψαν ψέματα για τις μάχες και τις κακίες των θεών), βρίσκεται στην Πολιτεία (Βιβλίο Β', 377e-378a), όπου ο Σωκράτης λέει: «...οἷον εἰπὼν ὁ ποιητής, καὶ οὐ καλῶς ἐψεύσατο... ὅσα Ὅμηρός τε καὶ Ἡσίοδος ἡμῖν ἐλεγέτην...». «Όπως αυτά που είπαν οι ποιητές, και μάλιστα είπαν άσχημα ψέματα... αυτά που μας είπαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος...». ΘΕΑΓΕΝΗΣ Ο ΡΗΓΙΝΟΣ: "Τοῦ ἀσυμφόρου μὲν ὁ περί θεῶν ἔχεται καθόλου λόγος, ὁμοίως δὲ καὶ τοῦ ἀπρεποῦς· οὐ γὰρ πρέποντας τοὺς ὑπὲρ τῶν θεῶν μύθους φησίν. πρὸς δὲ τὴν τοιαύτην κατηγορίαν οἱ μὲν ἀπὸ τῆς λέξεως ἐπιλύουσιν, ἀλληγορίαι πάντα εἰρῆσθαι νομίζοντες ὑπὲρ τῆς τῶν στοιχείων φύσεως, οἶον ἐναντιώσεσι τῶν θεῶν" (106 Πορφυρ.
I 240, 14 Schrader). Ο Θεαγένης ο Ρηγίνος είπε ότι ό,τι και να πούμε για τους Θεούς είναι απρέπεια, και όπως λένε, οι μύθοι δεν είναι πρέποντες για τους Θεούς.
Δηλαδή ότι και να πει κανείς για τους Θεούς τους αδικεί, είναι απρέπεια καθώς η μεγαλοσύνη τους είναι άφθαστη από την διάνοια των ανθρώπων. (Ο Θεαγένης καταγόταν από το Ρήγιον της Μεγάλης Ελλάδας). ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ: «Τὸν τε Ὅμηρον ἔφασκεν ἄξιον ἐκ τῶν ἀγώνων ἐκβάλλεσθαι καὶ ῥαπίζεσθαι καὶ Ἀρχίλοχον ὁμοίως». «Τον Όμηρο πρέπει να τον αποβάλλουν από τους (ποιητικούς) αγώνες και να τον ραβδίσουν, και τον Αρχίλοχο επίσης». Η δήλωση αυτή καταγράφεται ως απόσπασμα 42 (ή σε άλλες παραλλαγές, 124) στην κλασική έκδοση των αποσπασμάτων του Ηράκλειτου, και είναι κομμάτι της κριτικής του για την έλλειψη κατανόησης της «Φύσεως» και του «Λόγου». Σημασία: Ο Ηράκλειτος, που έδινε έμφαση στην ενότητα των αντιθέτων και την αιώνια ροή της φύσης (ο «Λόγος»), θεωρούσε ότι οι ποιητές αυτοί (ιδίως ο Όμηρος για τη θεομαχία και την ανθρωπομορφική απεικόνιση θεών, και ο Αρχίλοχος για την αμφιθυμία του) δεν κατανοούσαν την πραγματική, ενιαία κοσμική τάξη. Συνοπτικά: Η φράση δείχνει την απόρριψη του Ηράκλειτου προς τους ποιητές που δεν υπηρετούσαν την αλήθεια, κατηγορώντας τους ότι παρουσίαζαν ψευδώς τις θεότητες και την πραγματικότητα.
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: "Πρῶτον μὲν τὸν θεὸν ζῷον ἄφθαρτον καὶ μακάριον νομίζων, ὡς ἡ κοινὴ τοῦ θεοῦ νόησις ὑπεγράφη, μηθὲν μήτε τῆς ἀφθαρσίας ἀλλότριον μήτε τῆς μακαριότητος ἀνοίκειον αὐτῷ πρόσαπτε· πᾶν δὲ τὸ φυλάττειν αὐτοῦ δυνάμενον τὴν μετὰ ἀφθαρσίας μακαριότητα περὶ αὐτὸν δόξαζε.
Θεοὶ μὲν γὰρ εἰσίν· ἐναργὴς γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἡ γνῶσις· οἵους δ' αὐτοὺς πολλοὶ νομίζουσιν οὐκ εἰσίν· οὐ γὰρ φυλάττουσιν αὐτοὺς οἵους νοοῦσιν. ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν, ἀλλ' ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας θεοῖς προσάπτων. / οὐ γὰρ προλήψεις εἰσὶν ἀλλ' ὑπολήψεις ψευδεῖς αἱ τῶν πολλῶν ὑπὲρ θεῶν ἀποφάσεις. ἔνθεν αἱ μέγισται βλάβαι ἐκ θεῶν ἐπάγονται καὶ ὠφέλειαι. ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται, πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες." Επίκουρος "Πρώτ’ απ’ όλα να σκέφτεσαι ότι ο θεός είναι ον άφθαρτο και μακάριο, όπως έχει αποτυπωθεί η κοινή ιδέα του θεού, και να μην του προσάπτεις τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του, τίποτε αταίριαστο στη μακαριότητα του.
Απεναντίας, να πιστεύεις γι' αυτόν κάθε τι ικανό να διαφυλάξει τη μακαριότητα του, που είναι συνυφασμένη με την αφθαρσία του.
Βέβαια, οι θεοί υπάρχουν, διότι η γνώση τους είναι εναργής.
Δεν είναι όμως τέτοιοι που πιστεύουν οι πολλοί, γιατί αυτοί δεν τους διατηρούν στο νου τους όπως τους συλλαμβάνουν αρχικά.
Ασεβής μάλιστα δεν είναι εκείνος που αρνείται τους θεούς των πολλών, αλλά αυτός που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. / Διότι οι γνώμες των πολλών για τους θεούς δεν είναι προλήψεις αλλά ψευδείς αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι θεοί στέλνουν και τις συμφορές και τα ωφελήματα.
Οι άνθρωποι, καθώς είναι εξοικειωμένοι διαρκώς με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται τους όμοιους τους και θεωρούν ξένο κάθε τι το διαφορετικό." ΖΗΝΩΝ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ: Ο Ζήνων πίστευε ότι η απόδοση ανθρώπινων μορφών και παθών στους θεούς είναι αποτέλεσμα άγνοιας.
Στις διδασκαλίες του τόνιζε ότι: -Ο Θεός είναι μια λογική φωτιά (πυρ τεχνικόν) που διέπει το σύμπαν και είναι απαλλαγμένος από κάθε ηθικό ελάττωμα. -Οι γνώμες των ποιητών που παρουσιάζουν τους θεούς να μάχονται ή να εξαπατούν ο ένας τον άλλον είναι αντίθετες προς τη φύση του θείου και τη λογική τάξη του κόσμου. -Στο έργο “Περὶ Ποιητικῆς Ἀκροάσεως” ο Ζήνων τόνισε ότι οι μύθοι του Ομήρου και του Ησιόδου περιέχουν «ασέβεια» όταν αποδίδουν στους θεούς πράξεις που θα θεωρούνταν εγκληματικές για τους ανθρώπους. -Σύμφωνα με τον Κικέρωνα στο “De natura deorum” (Περί της φύσεως των θεών) ο Ζήνων κατήγγειλε ότι οι ποιητές παρουσίαζαν τους θεούς με πάθη όπως οργή, φθόνο και μοιχεία. -Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο (Βίοι φιλοσόφων), ο Ζήνων στο πρωιμότερο και πιο ριζοσπαστικό του έργο, την «Πολιτεία», υποστήριζε ότι οι θεοί δεν έχουν ανάγκη από θυσίες ή ανθρωπόμορφα αγάλματα, καθώς η φύση τους είναι καθαρά πνευματική και λογική. -Ο Διογένης Λαέρτιος (Βίοι Φιλοσόφων, Βιβλίο 7) αναφέρει ότι ο Ζήνων θεωρούσε πως οι ποιητές, διαφθείρουν το ήθος των νέων παρουσιάζοντας τους θεούς με ανθρώπινες αδυναμίες.
ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ: «...ἔτι δὲ τὰς τῶν θεῶν μάχας καὶ στάσεις καὶ ἔριδας, ἃς οἱ ποιηταὶ διεξίασι, παντάπασιν ἀλλότρια εἶναι τῆς τῶν θεῶν φύσεως.» Το κείμενο αυτό αναφέρεται από τον Πλούταρχο στο απόσπασμα: (SVF II, 1077). «...επιπλέον, οι μάχες, οι στάσεις και οι έριδες των θεών που διηγούνται οι ποιητές, είναι εντελώς ξένες προς τη φύση των θεών.» Ο Χρύσιππος επέκρινε τους ποιητές που παρουσίαζαν τους θεούς να μάχονται ή να υποφέρουν, θεωρώντας αυτές τις περιγραφές ανάξιες του θείου.
Καταγγέλλει ως «τεράστια ψεύδη» τις ποιητικές αναφορές σε θεϊκούς πολέμους και τραυματισμούς, υποστηρίζοντας ότι οι θεοί είναι απαθείς και μακάριοι.
Στο έργο του Πλουτάρχου «Περὶ Στωικῶν ἐναντιωμάτων», καταγράφεται η αντίδραση του Χρυσίππου στις ομηρικές περιγραφές.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ: «οὐδέ τι γίγνεται ἔργον ἐπὶ χθονὶ σοῦ δίχα, δαῖμον... πλὴν ὁπόσα ῥέζουσι κακοὶ σφετέραισιν ἀνοίαις». Κλεάνθης: «Ύμνος εις Δία» «Τίποτα δεν γίνεται στη γη χωρίς εσένα, θεέ... εκτός από όσα διαπράττουν οι κακοί μέσα στην ανοησία τους». Ο Κλεάνθης, στον περίφημο ύμνο του, διαχωρίζει την αληθινή φύση του θείου από τις πράξεις των «κακών» (φαύλων) ανθρώπων, υπονοώντας την πλάνη όσων αποδίδουν στο θείο την αταξία. ΥΠΑΤΙΑ: Η Υπατία επέκρινε την ανθρωπομορφική απεικόνιση των θεών, θεωρώντας ότι οι ποιητές όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδιδαν λανθασμένα ταπεινά ανθρώπινα πάθη στο Θείο.
Πίστευε ότι ο Θεός ήταν μια τέλεια, αμετάβλητη και αφηρημένη οντότητα που υπερέβαινε τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Η φιλοσοφική θέση της Υπατίας ήταν ότι το Θείο είναι «Απλούν» (απλό), τέλειο και απαθές.
Το να αποδίδεις στον Δία ή στην Ήρα ανθρώπινα χαρακτηριστικά (ζήλια, εκδίκηση) αποτελεί ασέβεια και λογικό σφάλμα.
Πίστευε ότι η κυριολεκτική ερμηνεία των επών ήταν επικίνδυνη για τον απλό λαό, γιατί παρουσίαζε ανήθικα πρότυπα ως θεϊκά. ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ: Ο Διογένης Λαέρτιος στο έργο του «Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων» (Βιβλίο 8, κεφάλαιο 21), παραθέτει μια μαρτυρία του Ιερώνυμου (του Ρόδιου) σύμφωνα με την οποία, όταν ο Πυθαγόρας κατέβηκε στον Άδη (Κατάβαση), είδε τις ψυχές των δύο ποιητών Όμηρου και Ησίοδου να τιμωρούνται σκληρά επειδή παρουσίασαν τους θεούς με ανθρώπινα ελαττώματα.
Το απόσπασμα από τον Διογένη Λαέρτιο έχει ως εξής: «φησὶ δ' Ἱερώνυμος κατελθόντα αὐτὸν εἰς ᾅδου τὴν μὲν Ἡσιόδου ψυχὴν ἰδεῖν πρὸς κίονι χαλκῷ δεδεμένην καὶ τρίζουσαν, τὴν δ' Ὁμήρου κρεμαμένην ἀπὸ δένδρου καὶ ὄφεις περὶ αὐτὴν, ἀνθ' ὧν εἶπον περὶ θεῶν...» «Ο Ιερώνυμος λέει ότι, όταν αυτός (ο Πυθαγόρας) κατέβηκε στον Άδη, είδε την ψυχή του Ησιόδου δεμένη σε έναν χάλκινο στύλο να βγάζει έντονα ουρλιαχτά, και την ψυχή του Ομήρου κρεμασμένη από ένα δέντρο με φίδια τριγύρω της, για όσα είπαν (στους μύθους τους) σχετικά με τους θεούς.» Η κριτική αυτή εναντίον των ποιητών δεν ήταν άποψη μόνο του Πυθαγόρα, αλλά πάγια πεποίθηση των Πυθαγορείων.
Οι βασικοί άξονες της κριτικής ήταν: -Ανθρωπομορφισμός και Ανήθικη Συμπεριφορά: Οι ποιητές παρουσίαζαν τους θεούς να κλέβουν, να διαπράττουν μοιχεία και να εξαπατούν ο ένας τον άλλον (πράξεις που στην ανθρώπινη κοινωνία θεωρούνταν εγκληματικές). -Η Θεία Τελειότητα: Για τους Πυθαγόρειους, το Θείον συνδεόταν με την Αρμονία, τον Αριθμό και την Τάξη.
Ήταν αδιανόητο η πηγή της συμπαντικής αρμονίας να διακατέχεται από ταπεινά πάθη. -Παιδαγωγικός Ρόλος: Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι η ποίηση πρέπει να εξυψώνει την ψυχή και όχι να προσφέρει κακά πρότυπα μέσω των μύθων.
Γι' αυτό και έδιναν μεγάλη σημασία στη μουσική και τα μαθηματικά ως μέσα κάθαρσης. ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΤΥΑΝΕΥΣ: Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς ασκούσε δριμεία κριτική στον Όμηρο και τον Ησίοδο.
Θεωρούσε ανήθικο να αποδίδονται στους θεούς ανθρώπινα πάθη, όπως η μοιχεία, η κλοπή και οι έριδες, υποστηρίζοντας πως η θεία φύση είναι τέλεια και απαλλαγμένη από ελαττώματα.
Πίστευε ότι το Θείο είναι από τη φύση του Αγαθό και Τέλειο.
Υποστήριζε ότι οι ποιητές όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος «διέφθειραν» την ευσέβεια των ανθρώπων, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι οι θεοί έχουν ανάγκη από θυσίες ή ότι συμμετέχουν σε ανθρώπινες μικρότητες.
Η προσέγγισή του ήταν περισσότερο μεταρρυθμιστική και ασκητική.
Δεν ήθελε απλώς να απαγορεύσει τα κείμενα των ποιητών, αλλά να διδάξει έναν νέο τρόπο λατρείας (χωρίς αναίμακτες θυσίες, με σιωπή και καθαρή σκέψη), θεωρώντας ότι η αληθινή επαφή με το θείο γίνεται μέσω του "Λόγου" και όχι μέσω των μύθων.
Στο θέμα των μύθων των ποιητών ο Απολλώνιος ήταν απόλυτος: θεωρούσε ότι η απόδοση ελαττωμάτων στους θεούς, ακόμα και ως αλληγορία, ήταν προσβλητική.
Τις απόψεις του τις γνωρίζουμε κυρίως μέσα από το έργο του Φλαβίου Φιλοστράτου, «Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» (3ος αι. μ.Χ.), όπου ο συγγραφέας παραθέτει διαλόγους και επιστολές του φιλοσόφου.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα στο πρωτότυπο, όπου ο Απολλώνιος επικρίνει τους ποιητές (και συγκεκριμένα τον Όμηρο και τον Ησίοδο) για τον τρόπο που παρουσίασαν τους θεούς, βρίσκεται στο Βιβλίο 4, Κεφάλαιο 40. Εκεί, ο Απολλώνιος συνομιλεί με έναν ραψωδό και καταγγέλλει την επίδραση των ποιητών στην ηθική των ανθρώπων: «Οἱ μὲν δὴ ποιηταὶ οὐκ ἐῶσιν ὑγιᾶ τὰ τῶν θεῶν εἶναι· μοιχούς τε γὰρ αὐτοὺς ἀποφαίνουσι καὶ δεσμώτας καὶ πιπρασκομένους καὶ στασιάζοντας πρὸς ἀλλήλους, ὥσπερ δὲ ἐν δεσμωτηρίῳ τῷ Οὐράνῳ καθεῖρξαν αὐτούς.» «Οι ποιητές δεν επιτρέπουν στην εικόνα των θεών να παραμένει υγιής· διότι τους παρουσιάζουν ως μοιχούς, ως δέσμιους (φυλακισμένους), ως πωλούμενους και ως στασιάζοντες (να φιλονικούν) ο ένας εναντίον του άλλου, και τους έχουν κλείσει μέσα στον Ουρανό σαν να είναι δεσμωτήριο (φυλακή).» Άλλο σχετικό απόσπασμα (Βιβλίο 5, Κεφάλαιο 14): Σε άλλο σημείο, ο Απολλώνιος συγκρίνει τους μύθους του Αισώπου με εκείνους των ποιητών, λέγοντας για τον Όμηρο και τον Ησίοδο: «Οἱ μὲν οὖν ποιηταί, παρ’ οἷς ὁ μῦθος ἤνθησεν, αὐτοὺς τοὺς θεοὺς ἐκδιαιτῶσιν ὡς δὲ ἀδελφῶν μιγνυμένων ἀλλήλοις, καὶ ὡς κλεπτόντων τε καὶ βιαζομένων.» Εδώ καταγγέλλει ότι οι ποιητές «διαφθείρουν» (εκδιαιτῶσιν) τη φύση των θεών, παρουσιάζοντάς τους να συνευρίσκονται με αδέλφια, να κλέβουν και να ασκούν βία. Ο Απολλώνιος πίστευε ότι: -Η ποίηση διαφθείρει τον λαό: Όταν ο απλός άνθρωπος ακούει ότι ο Δίας είναι μοιχός, νομίζει ότι μπορεί και ο ίδιος να πράττει το ίδιο χωρίς τύψεις. -Το Θείο είναι Απαθές: Για τον Απολλώνιο, ο Θεός είναι καθαρός Νους και δεν μπορεί να έχει ανθρώπινα «πάθη» (θυμό, ζήλια, σωματική επιθυμία). ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ: Ο Εμπεδοκλής άσκησε δριμεία κριτική στον Όμηρο και τον Ησίοδο.
Τους κατηγόρησε ότι απέδωσαν στους θεούς ανήθικες ανθρώπινες πράξεις, όπως η κλοπή, η μοιχεία και η εξαπάτηση.
Αποτέλεσε μαζί με άλλους φιλοσόφους την πνευματική «εμπροσθοφυλακή» που αμφισβήτησε τους μύθους των ποιητών, στρώνοντας τον δρόμο για τη φιλοσοφική θεολογία.
Απέρριπτε την ιδέα ότι οι θεοί μοιάζουν με τους ανθρώπους, είτε στην εμφάνιση είτε στον χαρακτήρα.
Για τον Εμπεδοκλή, η θεότητα δεν έχει ανθρώπινα μέλη (κεφάλι, χέρια, πόδια). Είναι μια «φρήν ιερή» (ιερός νους), μια πνευματική οντότητα που διατρέχει τον κόσμο με γρήγορες σκέψεις.
Το χαρακτηριστικό απόσπασμα (Fragment 134) που ανατρέπει την εικόνα των ποιητών για τους θεούς είναι το εξής: «οὐδὲ γὰρ ἀνδρομέηι κεφαλῆι κατὰ γυῖα κέκασται, / οὐ μὲν ἀπαὶ νώτων γε δύο κλάδοι ἀίσσονται, / οὐ πόδες, οὐ θοὰ γούνατ', οὐ μήδεα λαχνήεντα, / ἀλλὰ φρὴν ἱερὴ καὶ ἀθέσφατος ἔπλετο μοῦνον, / φροντίσι κόσμον ἅπαντα καταίσσουσα θοῆισιν.» «Δεν είναι στολισμένος με ανθρώπινο κεφάλι πάνω στα μέλη του, ούτε βγαίνουν από την πλάτη του δύο κλαδιά (χέρια), ούτε έχει πόδια, ούτε γρήγορα γόνατα, ούτε τριχωτά γεννητικά όργανα, αλλά είναι μόνο ένας ιερός και αμέτρητος νους, που διαπερνά όλο τον κόσμο με γρήγορες σκέψεις.» Ο Εμπεδοκλής παρουσιάζει τον «Σφαίρο», μια κατάσταση απόλυτης ενότητας και θείας μακαριότητας, όπου η Φιλότης (Αγάπη) κυριαρχεί.
Η κριτική του εναντίον των ποιητών έχει μυστικιστικό και θρησκευτικό χαρακτήρα.
Δεν θέλει απλώς να διορθώσει τις ιστορίες των ποιητών, αλλά να διδάξει έναν τρόπο ζωής (αποχή από την κρεοφαγία, σεβασμό σε όλη τη ζωή), ώστε η ψυχή να επιστρέψει στη θεία κατάσταση.
Είναι ο «προφήτης» που αποδομεί τον ανθρωπομορφισμό για χάρη της αλήθειας, για να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του ανθρώπου με το θείο μέσω του εξαγνισμού. ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ: Η κριτική του Διογένη του Κυνικού απέναντι στους ποιητές ήταν ριζοσπαστική, προκλητική και άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γενικότερη φιλοσοφία του για την επιστροφή στη φύση, την απόρριψη των κοινωνικών συμβάσεων και την προσπάθειά του να αμφισβητήσει κάθε τι που θεωρούσε ότι βασίζεται στο ψέμα και την υποκρισία.
Οι λόγοι που κατήγγειλε τον Όμηρο και τον Ησίοδο ήταν κυρίως: -Η Ηθική Ασυνέπεια: Οι ποιητές παρουσίαζαν τους θεούς να κλέβουν, να μοιχεύουν και να λένε ψέματα. Ο Διογένης θεωρούσε ότι αν η θρησκεία βασίζεται σε τέτοιες ιστορίες, τότε είναι μια «εκπαιδευμένη απάτη» που καταστρέφει το ήθος των ανθρώπων. -Η Απόσπαση από την Πραγματικότητα: Θεωρούσε ότι οι άνθρωποι αναλώνονταν στο να αναλύουν μυθολογικές λεπτομέρειες (π.χ. «τι τραγουδούσαν οι Σειρήνες») αντί να ασχολούνται με την αρετή και την επιβίωση στο παρόν. -Ο Ανθρωπομορφισμός: Χλεύαζε την ιδέα ότι οι θεοί μοιάζουν στους ανθρώπους.
Έλεγε χαρακτηριστικά ότι αν τα βόδια είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα έκαναν τους θεούς να μοιάζουν με βόδια.
Ακολουθούν οι βασικοί άξονες της σκέψης του: 1. Η ηθική απαξίωση των μύθων Ο Διογένης θεωρούσε παράλογο το να λατρεύονται θεοί που, σύμφωνα με τους ποιητές, διέπρατταν εγκλήματα που στην ανθρώπινη κοινωνία θεωρούνταν ποινικά κολάσιμα.
Έλεγε χαρακτηριστικά ότι είναι γελοίο να προσεύχεται κανείς σε θεούς που παρουσιάζονται ως μοιχοί, κλέφτες ή φιλονικούντες.
Για τον Διογένη, οι μύθοι αυτοί δεν ήταν απλώς ψέματα, αλλά πηγή διαφθοράς, καθώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα «παθήματα των θεών» ως δικαιολογία για τα δικά τους ελαττώματα.
Για ένα κυνικό φιλόσοφο που πρέσβευε την αρετή και τη ζωή κατά φύσιν, η παρουσίαση των θείων όντων ως υποχείρια των κατώτερων ενστίκτων ήταν παράλογη και επιβλαβής για την κοινωνία. 2. Θεωρούσε ανόητο να προσπαθούν οι άνθρωποι να «εξαγοράσουν» την εύνοια των θεών με υλικά αγαθά, ενώ οι ίδιοι παρέμεναν ανήθικοι.
Επίσης σχολίασε την υποκρισία των πιστών: Κατέκρινε την αντίφαση των ανθρώπων που ενώ διάβαζαν για τις ατιμίες των θεών στα ποιήματα, τους προσέφεραν θυσίες ζητώντας υγεία ή ευημερία την ίδια στιγμή που οι ίδιοι ζούσαν με τρόπο που έβλαπτε την υγεία τους. 3. Η έννοια του «Θείου» κατά τον Διογένη Παρόλο που κάποιοι τον παρουσίαζαν ως άθεο, η στάση του ήταν μάλλον πανθεϊστική: Πίστευε ότι αν οι θεοί υπάρχουν, θα πρέπει να είναι τέλειοι και να μην έχουν ανάγκη από τίποτα.
Πίστευε ότι οι μύθοι των ποιητών απείχαν από την αληθινή φύση (Φύσις). Έλεγε ότι «στους θεούς ανήκουν τα πάντα· οι σοφοί είναι φίλοι των θεών· και μεταξύ φίλων όλα είναι κοινά». Με αυτόν τον συλλογισμό, δικαιολογούσε την αυτάρκειά του: εφόσον ήταν «φίλος των θεών», κατείχε τα πάντα πνευματικά, χωρίς να χρειάζεται υλικά πλούτη.
Τα αυτούσια τα συγγράμματα του ίδιου του Διογένη δεν σώζονται (καθώς τα έργα του, όπως οι τραγωδίες και οι διάλογοί του, έχουν χαθεί), αλλά οι απόψεις του διασώθηκαν μέσω του Διογένη Λαέρτιου στο έργο του «Βίοι Φιλοσόφων» (Βιβλίο 6). ΠΡΟΚΛΟΣ: «...ἀλλὰ μὴν καὶ τοὺς περὶ θεῶν μύθους, οἳ στάσεις αὐτοῖς καὶ μάχας καὶ τρώσεις καὶ δεσμοὺς καὶ ἀσελγείας καὶ ὅλως πάθη παντοδαπὰ προσάπτουσιν, ὡς ἀλλοτρίους τῆς τῶν θεῶν μακαριότητος καὶ ἀτρέπτου καὶ ἀπαθοῦς οὐσίας ἀποπέμπεται...». Πρόκλος (Εἰς τὴν Πολιτείαν Πλάτωνος ὑπόμνημα). «...αλλά βέβαια και τους μύθους για τους θεούς, που τους αποδίδουν στάσεις (επαναστάσεις), μάχες, τραυματισμούς, δεσμά, ασέλγειες και γενικά κάθε λογής πάθη, τους απορρίπτει ως ξένους προς τη μακαριότητα των θεών και την άτρεπτη και απαθή ουσία τους...». « αἱ μὲν οὖν τραγικαὶ ποιήσεις πολλὴν τὴν περὶ τοὺς θεούς ἐμφαίνουσι πλημμέλειαν». «Οι τραγικές ποιήσεις εμφανίζουν μεγάλο σφάλμα σε ό,τι αφορά τους θεούς». Πρόκλος (Εἰς τὴν Πολιτείαν Πλάτωνος ὑπόμνημα). Ο Πρόκλος αφιερώνει μεγάλο μέρος του έργου του στην υπεράσπιση της πλατωνικής εκδίωξης των ποιητών, εξηγώντας ότι οι ποιητικές αναπαραστάσεις θεών που μάχονται, μοιχεύουν ή θρηνούν είναι ανάρμοστες για την αληθινή φύση του θείου. ΚΑΡΝΕΑΔΗΣ: Ως κορυφαίος εκπρόσωπος του Ακαδημαϊκού Σκεπτικισμού, άσκησε έντονη κριτική στους ποιητές χρησιμοποιώντας τη λογική για να αναδείξει τις αντιφάσεις στις ανθρώπινες αναπαραστάσεις του θείου.
Υποστήριξε ότι η απόδοση παθών και ελαττωμάτων στους θεούς από τους ποιητές ήταν λογικά ασυνεπής και προσέβαλε την έννοια της θείας τελειότητας. -Κριτική στους ποιητές (Όμηρο και Ησίοδο): Θεωρούσε παράλογη την τάση των ποιητών να αποδίδουν πάθη στους θεούς και ελαττώματα όπως ο φθόνος, η οργή, η απάτη. -Αμφισβήτηση της Ανθρωπομορφικής τελειότητας: Ο Καρνεάδης υποστήριξε ότι αν οι θεοί είναι πράγματι τέλειοι, δεν μπορούν να διαθέτουν αρετές που προκύπτουν από ανθρώπινες αδυναμίες.
Για παράδειγμα, αν ο θεός είναι αθάνατος και παντοδύναμος, η έννοια της "ανδρείας" είναι για αυτόν άκυρη, αφού δεν μπορεί να διατρέξει κίνδυνο ή να φοβηθεί.
Οι απόψεις του σχετικά με τη θεότητα και την κριτική των ανθρωπομορφικών μύθων παρουσιάζονται εκτενώς στην ακόλουθη πηγή, όπου μπορούμε να βρούμε "απηχήσεις" του λόγου του: Κικέρων, De Natura Deorum (Περί της φύσεως των θεών). Στο 3ο Βιβλίο αυτού του έργου, ο Κικέρων παρουσιάζει τον Γάιο Κόττα (που εκπροσωπεί τις απόψεις της Ακαδημίας και του Καρνεάδη) να αναιρεί τις θέσεις των Στωικών.
Εκεί ο Καρνεάδης χρησιμοποιεί τη λογική για να δείξει ότι αν οι θεοί έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά ή πάθη (όπως παρουσιάζονται από τους ποιητές), τότε παύουν να είναι αθάνατοι ή τέλειοι.
Επίσης τα επιχειρήματα αυτά του Καρνεάδη αναπαράγονται με μεγάλη ακρίβεια στο Βιβλίο 9 του Σέξτου Εμπειρικού "Προς Μαθηματικούς". ΔΙΟΤΙΜΑ Η ΜΑΝΤΙΝΕΙΑ: Η Διοτίμα από τη Μαντινεία, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, ασκεί κριτική στις ανθρωπομορφικές απεικονίσεις των θεών.
Υποστηρίζει ότι η θεότητα είναι αγαθή και τέλεια, επομένως οι μύθοι που αποδίδουν στους θεούς πάθη, αντιζηλίες ή κακίες είναι ψευδείς και παραπλανητικοί.
Εκεί, στο "Συμπόσιο", η Διοτίμα κάνει μια πολύ βαθιά παρατήρηση: Ανατρέπει την άποψη του Αγάθωνα (που βασιζόταν στους μύθους των ποιητών), αποδεικνύοντας ότι οι θεοί δεν μπορεί να έχουν ελλείψεις ή κακά.
Εδώ η Διοτίμα θέτει τη φιλοσοφική βάση: Οι θεοί είναι τέλειοι (μακάριοι). Και οτιδήποτε έχει "ελάττωμα" ή "έλλειψη" δεν μπορεί να είναι θεϊκό.
Ένα χαρακτηριστικό σημείο όπου η Διοτίμα "διορθώνει" την εικόνα των θεών είναι στο Συμπόσιο (202c - 202d). ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Ο Επίκτητος ασκεί έντονη κριτική στους ποιητές (όπως ο Όμηρος και οι τραγικοί) κυρίως μέσα στο έργο του «Διατριβαί» (ή Διαλέξεις), το οποίο κατέγραψε ο μαθητής του Αρριανός. Ο Επίκτητος άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίον οι ποιητές παρουσίαζαν τους θεούς: -Απόρριψη του Ανθρωπομορφισμού: Πίστευε ότι ο θεός (το θείον) είναι η πηγή του ορθού λόγου και της πρόνοιας, επομένως είναι άτοπο να του αποδίδονται ανθρώπινα πάθη, αδυναμίες ή ανήθικες πράξεις. -Κριτική στους μύθους: Θεωρούσε ότι οι ποιητικές περιγραφές που παρουσιάζουν τους θεούς να συγκρούονται, να ζηλεύουν ή να εξαπατούν, δίνουν λανθασμένα πρότυπα στους ανθρώπους. -Πρότυπα Αρετής: Για τον Επίκτητο οι θεοί είναι το απόλυτο πρότυπο αρετής και ευμένειας. Ο Φιλόσοφος οφείλει να διδάσκει ότι οι θεοί είναι αγαθοί και προνοούν για το σύμπαν, παροτρύνοντας τους ανθρώπους να τους μοιάσουν στην ηθική τελειότητα και όχι να δικαιολογούν τα δικά τους ελαττώματα μέσω των μύθων.
Στο βιβλίο του "Εγχειρίδιον" (Κεφάλαιο 17) υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος είναι ηθοποιός σε ένα δράμα που γράφει ο Θεός (ή η Φύση) και οφείλει να παίζει καλά τον ρόλο του, σε αντίθεση με τους τραγικούς ήρωες που "καταγγέλλονται" έμμεσα επειδή μεμψιμοιρούν για τη μοίρα τους.
Συνοπτικά, ο Επίκτητος δεν καταγγέλλει τη λογοτεχνική αξία των ποιητών, αλλά το ηθικό τους περιεχόμενο. ΠΑΝΑΙΤΙΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ: «Ονομάζουν μυθικό το είδος που χρησιμοποιούν κυρίως οι ποιητές.
Σε αυτό υπάρχουν πολλά πλάσματα ενάντια στην αξιοπρέπεια και τη φύση των αθανάτων.
Διότι σε αυτό εμφανίζεται ένας θεός να γεννιέται από το κεφάλι, άλλος από τον μηρό, άλλος από σταγόνες αίματος.
Σε αυτό οι θεοί παρουσιάζονται να κλέβουν, να μοιχεύουν και να υπηρετούν ανθρώπους.» Παναίτιος (Αυγουστίνος, De Civitate Dei, VI, 5). Ο Παναίτιος υποστήριζε ότι με τους ψεύτικους μύθους των ποιητών έχουμε: -Προσβολή της Θεότητας: Οι ποιητές απέδιδαν στους θεούς ανθρώπινα ελαττώματα (κλοπή, μοιχεία, φθόνο), κάτι που είναι λογικά αδύνατο για όντα που είναι από τη φύση τους τέλεια και αγαθά. -Παιδαγωγική βλάβη: Αυτές οι ιστορίες δίδασκαν στους ανθρώπους ότι η ανηθικότητα είναι αποδεκτή, αφού ακόμη και οι θεοί την ασκούν. -Διάκριση Αλήθειας: Διαχώριζε τις: «Φυσική θεολογία» (αυτό που πραγματικά είναι ο Θεός σύμφωνα με τη λογική και τη φιλοσοφία). «Πολιτική θεολογία» (οι λατρείες που συντηρούν την κοινωνική συνοχή). «Ποιητική-Μυθική θεολογία», την οποία θεωρούσε επινόηση των ποιητών, απλή ψυχαγωγία ή επικίνδυνη δεισιδαιμονία και πάντως ψευδή και πνευματικά επιζήμια.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ: «...ὅθεν δὴ καὶ οἱ μῦθοι, εἴπερ θεοὺς αἰνίττονται, οὐχ οἷοί εἰσιν οἱ θεοὶ λέγουσιν, ἀλλὰ δι’ εἰκόνων τὴν φύσιν αὐτῶν ἐνδείκνυνται...» Πλωτίνος ( Εννεάς III.5.8 ). «...γι' αυτό και οι μύθοι, αν πράγματι υπονοούν τους θεούς, δεν λένε πώς είναι οι θεοί στην πραγματικότητα, αλλά μέσω εικόνων υποδεικνύουν τη φύση τους...». Ο Πλωτίνος τονίζει ότι ο Θεός (το Έν) είναι υπεράνω κάθε πάθους και μορφής, και η απόδοση ανθρωπίνων χαρακτηριστικών αποτελεί πλάνη.
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «...ἄτοπον γὰρ θεοὺς μάχεσθαι καὶ θεοὺς ὑπὸ ἀνθρώπων τιτρώσκεσθαι... ταῦτα δὲ οἱ ποιηταὶ μυθικώτερον ἐξήνεγκαν...». «...είναι άτοπο (παράλογο) οι θεοί να μάχονται και οι θεοί να τραυματίζονται από ανθρώπους... αυτά όμως οι ποιητές τα παρουσίασαν με τρόπο μυθικό...». Αν και οι Νεοπλατωνικοί ήταν αυστηροί στην κριτική τους εναντίον των μύθων που έπλασαν οι ποιητές, θεωρούσαν ότι οι ποιητές χρησιμοποιούσαν αυτές τις «απρεπείς» εικόνες ως αλληγορίες για βαθύτερες φυσικές ή μεταφυσικές αλήθειες, τις οποίες μόνο ο φιλόσοφος μπορεί να αποκωδικοποιήσει. Ο Πορφύριος προσπάθησε να ερμηνεύσει αλληγορικά τα «ελαττώματα» που απέδιδε ο Όμηρος στους θεούς, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα την επιφανειακή ανάγνωση που οδηγεί στην ασέβεια. ΣΕΞΤΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: «...φασὶ δὲ οἱ περὶ τὸν Ξενοφάνην ὅτι ἀσεβοῦσιν οἱ λέγοντες γεννητοὺς τοὺς θεούς· ὁμοίως δὲ καὶ οἱ πάθη τοῖς θεοῖς προσάπτοντες». «...λένε όσοι συμφωνούν με τον Ξενοφάνη, ότι ασεβούν όσοι λένε ότι οι θεοί γεννήθηκαν.
Ομοίως (ασεβούν) όσοι προσάπτουν στους θεούς πάθη». Ο Σέξτος ο Εμπειρικός ήταν Έλληνας φιλόσοφος που έζησε το 160-210 μ.Χ. και ήταν εκπρόσωπος του Σκεπτικισμού.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους