Μονόλογος μια κόρης που ξέπεσε, σ' ένα παρατημένο αρχοντικό Βραδιάζει, πρέπει να φύγεις, συνήθισα όλοι να φεύγετε, πριν το μαύρο βελούδο της θλίψης, σκεπάσει τα πάντα Πρέπει να φύγεις, σου το λέω...
Μονόλογος μια κόρης που ξέπεσε, σ' ένα παρατημένο αρχοντικό Βραδιάζει, πρέπει να φύγεις, συνήθισα όλοι να φεύγετε, πριν το μαύρο βελούδο της θλίψης, σκεπάσει τα πάντα Πρέπει να φύγεις, σου το λέω ήσυχα, όπως πέφτει το χιόνι στις παλιές φωτογραφίες.
Η νύχτα πάντοτε κερδίζει.
Η πόλη ανάβει ένα ένα τα άρρωστα φώτα της σαν γέρος θυρωρός που μετράει τους νεκρούς του.
Κι εγώ σου μιλώ ακόμη λες και η φωνή μου μπορεί να κρατήσει ζεστά τα χέρια μου.
Πρέπει να φύγεις.
Το ξέρω από τον τρόπο που η σιωπή κάθεται ανάμεσά μας τόσο τρυφερά, σαν γάτα στα γόνατα κουρασμένου παιδιού.
Πρέπει να φύγεις.
Το δωμάτιο ήδη δεν μας ανήκει.
Πριν μάθει η καρέκλα το κορμί σου, πριν θυμηθεί το ποτήρι τα δάχτυλα σου, πριν ο καθρέφτης αρχίζει να μαθαίνει λεπτομέρειες.
Οι καθρέφτες είναι επικίνδυνοι εδώ μέσα.
Κρατούν πράγματα.
Έναν μορφασμό.Ένα βλέμμα.
Τη σκιά ενός άντρα που έσκυψε κάποτε να φιλήσει μια γυναίκα και δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το σπίτι.
Πρέπει να φύγεις.
Μην κοιτάς τις κουρτίνες.
Κουνιούνται μόνες τους εδώ και χρόνια.
Η θεία μου έλεγε πως είναι οι νεκροί που περνούν από μέσα τους για να δουν αν υπάρχουμε ακόμη.
Κάποτε γελούσα μ’ αυτά.
Τώρα αφήνω κάθε βράδυ ένα ποτήρι νερό στο περβάζι για όσους γύρισαν κουρασμένοι από τον άλλο κόσμο.
Πρέπει να φύγεις.
Κάποτε πιστεύαμε πως οι έρωτες, ζουν περισσότερο από το σώμα.
Τώρα ξέρουμε.
Πεθαίνουν πρώτα τα μάτια ύστερα οι φωνές, και τελευταίο μένει το άρωμα στα ρούχα, σαν του φτωχού ζητιάνου έξω απ' τον σταθμό.
Αχ πόσο θλιμμένοι είναι οι σταθμοί τη νύχτα.
Οι αποσκευές μοιάζουν με μικρά φέρετρα, κι εκείνοι που φεύγουν δεν γυρίζουν ποτέ πραγματικά πίσω το κεφάλι τους.
Πρέπει να φύγεις.
Μα έλα λίγο πιο κοντά πρώτα.
Άφησέ με να δω άλλη μια φορά το κουρασμένο φως στα μάτια σου, εκείνο που αγαπώ περισσότερο, γιατί μοιάζει με σπίτι όταν χιονίζει, κι όλη η οικογένεια, μασουλάει παραμύθια γύρω από το τζάκι.
Πρέπει να φύγεις.
Αν μείνεις θα μιλάμε για ταξίδια που δεν έγιναν, για θάλασσες που δεν είδαμε ποτέ και για έναν έρωτα που άργησε λίγα λεπτά για να σωθεί.
Μην ξεχάσεις να πάρεις μαζί σου το κασκόλ σου με τη μυρωδιά του άξεστου χειμώνα, μ' εκείνο το βλέμμα που έχει πάντα, με τη λίγη βροχή μέσα του.
Πρέπει να φύγεις.
Εγώ έμεινα εδώ.
Με τα ξεθωριασμένα φορέματα της μητέρας μου, με δυο μαργαριτάρια ψεύτικα στον λαιμό και με μια αξιοπρέπεια τόσο παλιά, που άρχισε να μοιάζει με σκόνη πάνω στα έπιπλα.
Καμιά φορά, αργά τη νύχτα, νομίζω πως ακούω ακόμη βαλς από την κλειστή αίθουσα χορού.
Και τότε κατεβαίνω ξυπόλητη τη μεγάλη σκάλα για να συναντήσω ανθρώπους που έχουν πεθάνει χρόνια πριν.
Μα δεν είναι κανείς.
Μόνο το σπίτι που τρίζει.
Μόνο η νύχτα που μεγαλώνει μέσα στα δωμάτια.
Μόνο εγώ.
Γι’ αυτό φύγε τώρα.
Πριν σε συνηθίσω.
Πριν αρχίσω να πιστεύω πως υπάρχει ακόμη σωτηρία για γυναίκες που έμαθαν να ζουν, ανάμεσα σε σβησμένα κεριά και σιωπηλά σαλόνια. Βραδιάζει.
Και τα παλιά αρχοντικά, δεν συγχωρούν ποτέ όσους μένουν ως το τέλος.
Πρέπει να φύγεις.
Μη μ’ αγγίζεις έτσι.
Οι γυναίκες σαν εμένα παγώνουν εύκολα.
Μένουν πολλή ώρα ακίνητες μέσα στις αναμνήσεις τους και ύστερα δεν ξέρουν πώς να επιστρέψουν στο σώμα τους.
Πρέπει να φύγεις, πριν ξημερώσει.
Η αυγή είναι σκληρή με όσους άργησαν να χωρίσουν.
Μη μου πεις αντίο.
Τα αντίο είναι για τους ανθρώπους που ελπίζουν.
Εμείς είμαστε ήδη μακριά πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα.
Πρέπει να φύγεις, μακάρι να έμενες, να μην ήσουν σαν τους άλλους.
Γι’ αυτό φύγε τώρα.
Όσο μπορώ ακόμη να σε αποχαιρετήσω, πριν είσαι άλλη μία ανάμνηση που θα περιφέρεται αργά στους διαδρόμους μυρίζοντας υγρασία και καμένο κερί. Αντίο.
Άσε θα κλείσω εγώ την πόρτα, έχω συνηθίσει πια στον ήχο τους. Έχω συνηθίσει πια τον θάνατο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους