… Ο χειμώνας είχε κατέβει βαρύς πάνω στις φυλακές του Βορρά. Ακούγονταν μια σιωπηλή αγριότητα που κάνει ακόμη και τον αέρα να μοιάζει τιμωρία. Από μακριά, πίσω από τα συρματοπλέγματα και τις σκοπιές...
… Ο χειμώνας είχε κατέβει βαρύς πάνω στις φυλακές του Βορρά.
Ακούγονταν μια σιωπηλή αγριότητα που κάνει ακόμη και τον αέρα να μοιάζει τιμωρία.
Από μακριά, πίσω από τα συρματοπλέγματα και τις σκοπιές, η νέα πλατεία έλαμπε σχεδόν ειρωνικά κάτω από το φως.
Την είχαν ονομάσει «Πλατεία Νέων». Μα οι πέτρες της δεν είχαν χτιστεί από γέλια νεολαίας.
Είχαν χτιστεί από βήχα φυλακισμένων.
Από χέρια ματωμένα.
Από κορμιά που έσπρωχναν καρότσια γεμάτα τσιμέντο ενώ έλιωναν από την πείνα.
Εξακόσιοι πενήντα πολιτικοί κρατούμενοι είχαν περάσει από εκείνα τα κάτεργα.
Πενήντα εννέα ήταν ελληνικής καταγωγής.
Οι περισσότεροι δεν ήξεραν πια αν ανήκαν περισσότερο στη ζωή ή στον θάνατο.
Τα πρόσωπά τους είχαν πάρει το χρώμα της σκόνης των ορυχείων.
Τα μάτια τους είχαν βαθύνει σαν μικροί υπόγειοι τάφοι.
Και όμως, εκείνη τη μέρα το καθεστώς ήθελε γιορτή.
Τους έβγαλαν από τα κελιά με δεμένα χέρια.
Τους στοίχισαν γύρω από την πλατεία σαν ζωντανά φαντάσματα για να χειροκροτήσουν το ίδιο τους το μαρτύριο. Σημαίες. Συνθήματα.
Μαθητές με κόκκινα μαντήλια.
Φωνές μεγάφωνων που μιλούσαν για «ηρωική νεολαία» και «εθελοντική εργασία του λαού». Ο απεσταλμένος του Κόμματος ανέβηκε στο βήμα με σιδερωμένη στολή και πρόσωπο άδειο από ανθρώπινη μνήμη. «Η νέα γενιά», φώναξε, «έχτισε με τα χέρια της αυτή την πλατεία, σύμβολο του σοσιαλιστικού μέλλοντος!» Ο ήλιος έκαιγε.
Κάπου μακριά ακουγόταν μόνο ο άνεμος να κατεβαίνει από τις πλαγιές.
Και τότε συνέβη κάτι που για χρόνια θα ψιθυριζόταν κρυφά μέσα στις φυλακές σαν παράνομη προσευχή. Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε. Αδύνατος.
Με μάγουλα κομμένα από την πείνα.
Με τα χέρια ακόμη δεμένα.
Τα μάτια του όμως έμοιαζαν πιο ελεύθερα από όλους τους στρατιώτες γύρω του. «Ψέματα!» φώναξε.
Η φωνή του έσκισε την πλατεία σαν μαχαίρι.
Ο κόσμος πάγωσε.
Ο κομματικός εκπρόσωπος χλώμιασε. Ο Αλέξανδρος έκανε ένα βήμα μπροστά. «Αυτή η πλατεία δεν χτίστηκε από τη νεολαία!» Η ανάσα του έβγαινε βαριά. «Χτίστηκε από τον ιδρώτα των πολιτικών κρατουμένων! Από ανθρώπους που τους θάβετε ζωντανούς στα ορυχεία!» Κανείς δεν μιλούσε.
Μόνο οι στρατιώτες άρχισαν να σφίγγουν τα όπλα. Ο Αλέξανδρος συνέχισε: «Κάτω από αυτές τις πέτρες υπάρχουν κόκκαλα! Υπάρχουν άνθρωποι που χάθηκαν χωρίς όνομα! Που τους θάψατε στις πλαγιές των βουνών μόνο με αριθμούς!» Ένας αξιωματικός όρμησε επάνω του.
Μα ο Αλέξανδρος πρόλαβε να φωνάξει ακόμη μία φορά: «Δεν θα βρείτε ποτέ ειρήνη πάνω σε τάφους!» Το χτύπημα τον γκρέμισε κάτω.
Ο κόσμος έσκυψε το κεφάλι.
Όχι από υποταγή.
Από φόβο.
Γιατί εκείνη τη στιγμή όλοι κατάλαβαν πως είχαν ακούσει την αλήθεια γυμνή.
Τον πήραν αμέσως.
Τον έσυραν σαν πληγωμένο ζώο πίσω από τα φορτηγά.
Και από εκείνη τη μέρα άρχισε η αργή εκτέλεση.
Όχι με σφαίρα.
Με θερμότητα.
Με εξάντληση.
Με αργό σβήσιμο.
Τον έβαζαν επίτηδες στα πιο καυτά σημεία των ορυχείων.
Είκοσι οκτώ βαθμοί κάτω από τη γη έμοιαζαν με φούρνο θανάτου μέσα στην υγρασία και στη σκόνη.
Του έδιναν λιγότερο νερό.
Περισσότερες βάρδιες.
Λιγότερο ψωμί.
Κάθε μέρα το σώμα του μίκραινε λίγο ακόμη.
Μα τα μάτια του παρέμεναν όρθια.
Οι συγκρατούμενοι τον κοιτούσαν τα βράδια μέσα στα κελιά.
Ορισμένοι έκλαιγαν σιωπηλά.
Άλλοι φοβούνταν ακόμη και να τον πλησιάσουν.
Γιατί ήξεραν πως όποιος άγγιζε την αλήθεια κουβαλούσε ήδη τη μυρωδιά του θανάτου.
Ένα βράδυ ο Αλέξανδρος ψιθύρισε στον Ευθύμιο, έναν από τους Έλληνες κρατούμενους: «Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;» Ο Ευθύμιος δεν μίλησε. Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε πικρά. «Όχι ότι θα πεθάνουμε.
Ότι θα προσπαθήσουν να μας σβήσουν σαν να μην υπήρξαμε ποτέ.» Η φράση έμεινε μέσα στο κελί σαν ψαλμός νεκρών.
Γιατί όλοι ήξεραν.
Πίσω από τις φυλακές υπήρχαν πλαγιές βουνών γεμάτες ανώνυμους τάφους.
Μικροί ξύλινοι πάσσαλοι με αριθμούς αντί για ονόματα.
Καμία επιγραφή.
Καμία ημερομηνία.
Καμία προσευχή.
Μόνο αριθμοί.
Για να μη βρουν ποτέ οι μανάδες.
Για να μη βρουν ποτέ τα παιδιά.
Για να μη μείνει τίποτε που να θυμίζει ότι εκεί έζησε άνθρωπος.
Μερικές νύχτες, όταν φυσούσε δυνατός αέρας από τα βουνά, οι κρατούμενοι έλεγαν πως άκουγαν φωνές.
Όχι κραυγές. Ονόματα.
Σαν οι νεκροί να προσπαθούσαν ακόμη να επιστρέψουν από τη λήθη.
Και τότε ο Ευθύμιος κατάλαβε τη μεγαλύτερη αγωνία όλων εκείνων των ανθρώπων: δεν φοβούνταν τόσο τον θάνατο.
Φοβούνταν μήπως πεθάνει μαζί τους και η μνήμη τους.
Γιατί ο αληθινός Τάρταρος δεν ήταν τα κάτεργα.
Ήταν η προσπάθεια της εξουσίας να εξαφανίσει ακόμη και το ίχνος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Κι όμως, χρόνια αργότερα, όσοι επέζησαν θα θυμούνταν ακόμη τη φωνή του Αλέξανδρου στην πλατεία.
Σαν μοναχική καμπάνα μέσα στην πιο βαθιά σιωπή του φόβου.
Μια φωνή που τόλμησε να πει πως οι πλατείες των δικτατοριών χτίζονται συχνά επάνω στα κόκκαλα εκείνων που δεν έσκυψαν ποτέ ολοκληρωτικά το κεφάλι. ……. Ατιμώρητα εγκλήματα. Δωδεκαλογια ……… Σπίτι του ποιητή. Εκδ ΒΚΠ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους