[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δεν σκοτώνουν οι δρόμοι. Εμείς σκοτώνουμε και σκοτωνόμαστε στους δρόμους. Κάθε φορά που κάποια παιδιά γίνονται μια φωτογραφία με μαύρο κορνιζάκι και λουλούδια στο πλάι ενός δρόμου, ξεκινάει το ίδιο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Δεν σκοτώνουν οι δρόμοι. Εμείς σκοτώνουμε και σκοτωνόμαστε στους δρόμους. Κάθε φορά που κάποια παιδιά γίνονται μια φωτογραφία με μαύρο κορνιζάκι και λουλούδια στο πλάι ενός δρόμου, ξεκινάει το ίδιο θέατρο. «Δρόμος καρμανιόλα». «Εγκληματικό σημείο». «Να μπουν μπάρες». «Να μπουν φανάρια». «Να φωτιστεί καλύτερα». Λες και η άσφαλτος πήρε το τιμόνι.

Λες και η στροφή πάτησε γκάζι.

Λες και το δέντρο ή η κολώνα πετάχτηκαν ξαφνικά μπροστά στο αυτοκίνητο.

Η αλήθεια είναι πολύ πιο άβολη.

Δεν σκοτώνουν οι δρόμοι.

Εμείς σκοτώνουμε πάνω στους δρόμους.

Εμείς σκοτωνόμαστε.

Ένας 17χρονος παίρνει το αυτοκίνητο της οικογένειας.

Παίρνει κι έναν φίλο μαζί.

Περασμένα μεσάνυχτα. Ταχύτητα. Επίδειξη.

Η γνωστή ελληνική συνταγή «έλα μωρέ, ξέρω εγώ». Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο συνοδηγός είναι νεκρός.

Και τότε αρχίζει η εθνική μας ειδικότητα: η μεταφορά ευθυνών.

Φταίει το σημείο.

Φταίει ο δρόμος.

Φταίει η κακή στιγμή.

Φταίει το αυτοκίνητο.

Φταίνε μέχρι και οι γονείς του οδηγού.

Όλοι φταίνε, αρκεί να μη φταίμε εμείς ατομικά και σαν κοινωνία.

Γιατί αυτός ο 17χρονος δεν γεννήθηκε επικίνδυνος.

Μεγάλωσε μέσα σε μια χώρα όπου η παρανομία πίσω από το τιμόνι θεωρείται μαγκιά.

Όπου ο πατέρας (ο γείτονας, ο περαστικός, ο φίλος) περνάει διπλή γραμμή με το παιδί δίπλα, να βλέπει και να μαθαίνει... «έλα, δεν έρχεται κανείς». Όπου η μάνα δεν φοράει ζώνη στη πίσω θέση γιατί «σιγά τώρα». Όπου ολόκληρες παρέες χειροκροτούν τον “γρήγορο”. Όπου αν οδηγείς ήρεμα, σε περνάνε για φοβικό, βλάκα, άσχετο. Στην Ελλάδα δεν μαθαίνουμε οδήγηση.

Μαθαίνουμε επιθετικότητα με τιμόνι.

Δεν σεβόμαστε όρια ταχύτητας.

Δεν σεβόμαστε προτεραιότητες.

Δεν σεβόμαστε πεζούς.

Δεν σεβόμαστε διπλές γραμμές.

Δεν σεβόμαστε ούτε καν τη φυσική.

Και μετά κάνουμε πως πέφτουμε από τα σύννεφα όταν η φυσική απαντά.

Το πιο τραγικό όμως έρχεται μετά.

Οι γονείς του νεκρού παιδιού βυθίζονται σε έναν πόνο που δεν περιγράφεται.

Και μαζί με το πένθος γεννιέται το μίσος.

Θέλουν έναν ένοχο με πρόσωπο.

Έναν άνθρωπο να κουβαλήσει όλο το κακό μόνος του.

Και κάπου εκεί, το μίσος γίνεται αυτοδικία. Εκδίκηση.

Άλλο ένα κεφάλαιο αίματος.

Μόνο που υπάρχει μια ερώτηση που κανείς δεν αντέχει να κάνει δυνατά.

Τι δουλειά είχε το παιδί τους μέσα σε εκείνο το αυτοκίνητο; Δεν ήξερε πώς οδηγούσε ο φίλος του; Δεν είχε δει την παράνοια; Δεν είχε τρομάξει ποτέ; Δεν του έμαθε κανείς να λέει «σταμάτα, κατεβαίνω»; Αλλά αυτές οι ερωτήσεις πονάνε περισσότερο, γιατί δεν δείχνουν έναν ξένο.

Δείχνουν τον καθρέφτη.

Και η κοινωνία μας σιχαίνεται τους καθρέφτες.

Προτιμά τους ενόχους.

Θέλουμε πάντα έναν «δολοφόνο», για να σωθούν όλοι οι υπόλοιποι από την ανάγκη αυτοκριτικής.

Για να μη χρειαστεί να παραδεχτούμε πως μεγαλώνουμε παιδιά που θεωρούν την παραβατικότητα φυσιολογική.

Πως τα ίδια τα θύματα, πολλές φορές, συμμετέχουν στην ίδια κουλτούρα αδιαφορίας μέχρι να έρθει η μία μοιραία στιγμή που δεν υπάρχει επιστροφή.

Και μετά γεμίζουμε τα social media με κεριά, θρήνο και “καλό παράδεισο”, ενώ την επόμενη μέρα συνεχίζουμε ακριβώς τα ίδια.

Ξανά γκάζια.

Ξανά κινητό στο τιμόνι.

Ξανά προσπεράσεις στα τυφλά.

Ξανά παιδιά χωρίς ζώνες.

Ξανά «έλα μωρέ». Μια κοινωνία που οδηγεί έτσι δεν έχει δικαίωμα να παριστάνει την αθώα κάθε φορά που θάβει τα παιδιά της.

Γιατί τα τροχαία στην Ελλάδα δεν είναι ατυχήματα.

Είναι συλλογική συμπεριφορά. Είναι πολιτισμός. Ή μάλλον παντελής έλλειψη πολιτισμού. Είναι καθρέφτης. Και ο καθρέφτης δείχνει κάτι πολύ άσχημο.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences