Ο ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ( 164 στρ.) 1 Τις πινακίδες έδωσες γιατί έμεινες ταπί κι αγόρασες ποδήλατο να κάνεις προκοπή. Τη Λάρισα διέσχιζαν του ποδηλάτου οι ζάντες και στον ποδηλατόδρομο έκαναν άκρη οι...
Ο ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ( 164 στρ.) 1 Τις πινακίδες έδωσες γιατί έμεινες ταπί κι αγόρασες ποδήλατο να κάνεις προκοπή. Τη Λάρισα διέσχιζαν του ποδηλάτου οι ζάντες και στον ποδηλατόδρομο έκαναν άκρη οι πάντες. 2 Στον γύρο εδήλωνες παρών τον ποδηλατικό και τ’ όχημά σου, έλεγες, είναι φανταστικό.
Ως ποιητής, τα έβαλα με σας τους ποδηλάτες, γιατί τρομοκρατήσατε στην πόλη μας τις γάτες. 3 Ο γάτος ενός γείτονα εγλίτωσε στο τσακ από ελιγμούς απότομους και ξαφνικά ζικ ζακ.
Θα ρθουν οι αγριόγατοι, θα σας τα κάνουν βίδες, θα ψάχνετε στη Λάρισα να βρείτε τις βαλβίδες. 4 Στη στάση που περίμενα, να πάρω το αστικό, περνούσες με ποδήλατο απ’ το Δικαστικό κι ερέθισμα ήταν κι αφορμή των παρακάτω στίχων, αφού δεν ασχολήθηκα ποτέ περί λαστίχων. 5 Πρωί και βράδυ από μπροστά, περνάς καμαρωτά, κορδώνονται τα λάστιχα που είναι φουσκωτά, να με πατήσεις κόντεψες και ούτε καλημέρα, η τρόμπα θα σου φούσκωσε και το μυαλό με αέρα. 6 Στην Κούμα, στον πεζόδρομο, πού βρέθηκε καρφί; Το πάτησες, δεν πρόλαβες να πάρεις τη στροφή κι εκεί στη Ρούσβελτ, δεξιά, στα κάστανα, στις ρόκες, περίμενες τα λάστιχα πως θα πατούσαν πρόκες; 7 Το δίτροχον, ξεφούσκωτο, σου έγινε μπελάς και στο ποδηλατάδικο ευθύς το κουβαλάς, όταν ακούς πεντάευρον, σου έρχεται μια τρέλα, γιατί, αντί να πιεις καφέ, αλλάζεις τη σαμπρέλα. 8 Δεν σ’ άρεσε να οδηγείς ποδήλατα παλιά, γιατί ’ναι τούτο γρήγορο, με ωραία πηδαλιά.
Επίθεσιν εδέχτηκες κι απ’ τα πουλιά μια μέρα, στο μέτωπο μια κουτσουλιά, σου έπεσε σαν σφαίρα. 9 Επέρασες κι απ’ την οδό την Παπακυριαζή, την κόμμωσή σου πρόσεχες, σε κάθε μαγαζί κι όταν η ρόδα ακούμπησε πάνω σε μια βιτρίνα, να πέσεις κάτω κόντεψες, σε τρόμαξε η σειρήνα! 10 Εις το αρχαίον θέατρο, ήμουν εκεί μπροστά, όταν με το ποδήλατο, με πέρασες ξυστά και παραπέρα έπεσες, αιτία ήταν είδα το πιάσιμο παντελονιού, από την αλυσίδα. 11 Στα χέρια το ποδήλατο και με βαριά καρδιά, κοιτούσες, ξανακοίταζες, στη μπλούζα τη λαδιά κι όταν την ξαναέβαλες την αλυσίδα πάλι, μες στη μουντζούρα βρέθηκες και στο κακό το χάλι. 12 Τη διασταύρωση περνάς, δε σταματάς στο STOP, περίμενες τον διπλανό να σε φωνάξει ωπ; Μην οδηγείς απρόσεκτα, τα μάτια σου γαρίδα.
Σαν πέρασες με κόκκινο, νομίζεις πως δε σ’ είδα; 13 Θα έμαθες που έπεσε ο Χρήστος καταγής, για λίγο αν αφαιρεθείς, να πέσεις δεν αργείς, το κράνος απαραίτητα να έχεις στο κεφάλι, γιατί απ’ την τούμπα θα αισθανθείς, πολύ μεγάλη ζάλη. 14 Το πάθημα σε μάθημα πιστεύω να του βγει, προσεκτικά, με ασφάλεια στο μέλλον θα οδηγεί κι αφού φτηνά τη γλίτωσε, άλλη φορά καμία με τα σημάδια θα βρεθεί και στα νοσοκομεία. 15 Ξετσάκωτος και μάγκικα, τα χέρια σου ψηλά, είναι πολύ επιπόλαια και πράγματα τρελά.
Με δίχως δόντια θα βρεθείς, θα σωριαστείς στον δρόμο, με γρατζουνιές στο πρόσωπο και με σπασμένον ώμο. 16 Την έκλειψη όταν χάζευες, η φτέρνα είχε σκιστεί, μέσα στη ρόδα εχώθηκε, τη στριφογυριστή και στις ακτίνες μπλέχτηκε, θα το θυμάσαι πάντα εκείνο το σημάδι σου που είχες απ’ τη ζάντα. 17 Συνέχισες απτόητος, εδέχθης απειλή όταν σε γάβγιζε άγρια, αδέσποτο σκυλί, ένιωσες φόβον, πανικό, λαχτάρα είχες μεγάλη, δυναμικά, το πόδι σου πατούσε το πηδάλι. 18 Κινείται το ποδήλατο, γυρίζει ολημερίς, χωρίς μαζί το δίτροχον, καθόλου δεν μπορείς, κοιτάζεις λίγο απέναντι, βλέπεις μια πιτσιρίκα, νομίζεις πως η ρόδα σου, σού ανέβασε την προίκα. 19 Κυκλοφορείς νυχτιάτικα, μπρος πίσω έχεις φως, αξεσουάρ, στο όχημα, χρειάζονται σαφώς, όμως να ξέρεις φίλε μου και όλα σου τα ρούχα θα πρέπει, για ασφάλεια, να είναι φωσφορούχα! 20 Στη σέλα σου καμαρωτός, στη Βενιζέλου πας, το κουδουνάκι, στους πεζούς, δυο τρεις φορές χτυπάς κι εν μέσω οικονομικής και μνημονίων κρίσης, περιδιαβαίνεις διαρκώς, τους δρόμους της Λαρίσης. 21 Αέριο, πετρέλαιο, βενζίνη, μηχανή, λέξεις για σένα άγνωστες και μόνο ένα πανί χρειάστηκες για γυάλισμα, ν’ απορροφά τη σκόνη, απ’ τα φτερά, το σκελετό και από το τιμόνι. 22 Ένα καρπούζι αγόρασες από τη λαϊκή, το φόρτωσες, δεν πρόλαβες να πας λίγο πιο κει, χίλια κομμάτια έγινε και έπαθες λαχτάρα, όταν το όχημα έγειρε και έπεσε απ’ τη σχάρα. 23 Φτάνεις στο σπίτι ολοταχώς, βλέπεις το φως σβηστό, αέρα για συμπλήρωμα θέλεις κοπανιστό, ψάχνεις να βρεις την τρόμπα σου, που θέλεις μια στο τόσο, τα λάστιχα δεν δέχτηκες εγώ να στα φουσκώσω. 24 Και πάλι το ποδήλατο για βόλτες καβαλάς κι όπου βρεθείς κι όπου σταθείς όλο γι’ αυτό μιλάς, στο κέντρο, καθημερινά, σε βλέπω πρώτη μούρη, το δίτροχον προτίμησες αντί για το γαϊδούρι. 25 Ανέξοδα κυκλοφορείς και μυστικό κοινό, πως το γαϊδούρι, φίλε μου, χρειάζεται σανό, τέλη δεν πλήρωσες ποτέ για την κυκλοφορία και φοροαπαλλάχτηκες από την εφορεία. 26 Με τρίκυκλο ξεκίνησες από τριών ετών και τώρα είσαι έμπνευσις, Ελλήνων ποιητών.
Πού ήσουν και πού έφτασε η χάρη σου, φαντάσου, να ασχολούνται οι ποιητές με τα καμώματά σου! 27 Ο κόσμος, στους πεζόδρομους, τίποτα δε χρωστά, να γίνεσ’ ενοχλητικός σε όποιον βρεις μπροστά.
Όταν σε βλέπω να περνάς, εγώ στην άκρη μένω, γιατί δεν είμαι σίγουρος αν θα πατήσεις φρένο. 28 Αδιάβροχο αγόρασε και μια ομπρέλα βρες, μεγάλη και κινέζικη, για μέρες βροχερές και πρόσεξε η ομπρέλα σου, μη σε σηκώσει πάνω και γίνεις σαν αερόστατο και σαν αεροπλάνο. 29 Γυμνάζεσαι και βρίσκεσαι στο πνεύμα των καιρών έστω κι αν νιώθεις κούραση και πόνο των μηρών.
Από τη Φιλιππούπολη στη Νέα Πολιτεία κι από τον Πέρα Μαχαλά, στην Κεντρική Πλατεία. 30 Μπήκες στο διαδίκτυο, νομίζεις είσαι σταρ και ονειρεύεσαι να μπεις στο στάδιο Αλκαζάρ να ’χεις ψηλά τα χέρια σου, να σε θαυμάζουν όλοι, γύρους θριάμβου να εκτελείς, πρώτος αστήρ στην πόλη. 31 Κρατάς τιμόνι στις στροφές, με χέρια σταθερά, πλαγιάζεις το ποδήλατο, στα χέρια σου φτερά και καβαλάρης άψογος που ισορροπείς στις ρόδες, με το γυαλί το αθλητικό, έβγαλες νέες μόδες. 32 Πας να παρκάρεις τ’ όχημα και καμια-δεκαριά ποδήλατα βλέπεις εκεί, που έχουν κλειδαριά, θυμήθηκες τον κωδικό, με λίγη δυσκολία, η κάρτα μνήμης γέμισε, φαίνεται στα σχολεία. 33 Πετάχτηκες σε μια δουλειά, στον γυρισμό ευθύς, καβάλα με σπινιάρισμα, στο δρόμο θα βρεθείς και μια γυνή περίεργη, βγαίνει στο παραθύρι, όταν ακούει το θόρυβο, από το στηριχτήρι. 34 Το πρόβλημα ήταν σύντομο και λύσις υπαρκτή, εκείνο που είν’ ανήκουστον, συνέβη εν τη νυκτί, σαν βγήκες έξω κι άκουσες, έναν παράξενο ήχο, ο κλέφτης κατατρόμαξε, πηδώντας απ’ τον τοίχο. 35 Η απόπειρα για κλέψιμο, αποτελεί ντροπή, να κλέψουν από άνθρωπο που μόνο ισορροπεί δεν είναι πρέπον, έντιμον κι εκτός παρανομίας, νόμος πρωτίστως ηθικός, μετά αστυνομίας. 36 Αισίως όμως έληξε εκείνο το συμβάν, με δίχως παρατράγουδα κι ας το παρατραβάν’, χρυσαφικά, κοσμήματα δεν είχες ποδηλάτη, σε σπίτι μένεις φτωχικό και όχι σε παλάτι. 37 Στον άγιο Βησσαρίωνα, στο σιντριβάνι πας, αφήνεις το ποδήλατο, σπόρους παντού σκορπάς και το τιμόνι σου ξανά, πιάνεις στα δυο σου χέρια, τρομάζουν και πετάγονται πάνω τα περιστέρια. 38 Απ’ το Ωδείο απέναντι, ακούς τη μουσική κι η μέρα εξελίχτηκε, άκρως φανταστική, γιατί για βόλτες φίλε μου, εσύ ’σαι γεννημένος και σπίτι σου δεν κάθεσαι, ούτ’ αλυσοδεμένος. 39 Το στέκι των ποδηλατών, Ανθίμου είναι Γαζή και καφενές παράδοσης, ζεστό το μαγαζί κι αφού ο γραφικότερος ο ποδηλάτης ήσουν, σε μια κορνίζα, ποιητικώς, θα μπεις να σε τιμήσουν. 40 Θέμα υπό συζήτησιν θα γίνεις αφενός και αφετέρου δίδαγμα και φάρος φωτεινός.
Για τα ποδήλατα έγιναν, οι ιδέες σου, φευγάτες, θα είσαι πάντα πρότυπον, στους άλλους ποδηλάτες. 41 Στον Αγιο- Αχίλλιο θέλησες, μια μέρα ν’ ανεβείς, πορεία ανηφορική, με κόπο να διαβείς, σε είδα που λαχάνιαζες κι ανέμιζεν η κόμη, δεν ξέρω αν ξαπόστασαν οι πόδες σου ακόμη. 42 Είδες τις σιδερόβεργες, την πόλη από ψηλά, πήρες από την τσέπη σου, για το κερί ψιλά, στο Φρούριο λίγο έμεινες κι έπειτα ήρθε η ώρα, πανεύκολα να κατεβείς, από την κατηφόρα. 43 Τη θέα περιεργάζεσαι, στο λόφο καθ’ οδόν, με φρένο, για βοήθεια, ακίνητων ποδών, κατηφορίζεις και μπορεί, σε απότομα δρομάκια, να κόψεις συρματόσχοινα, να σώσεις τα τακάκια. 44 Την Κυριακή όταν βάλαμε, στο γήπεδο το γκολ, ύψωσες πανηγυρικά, το βυσσινί κασκόλ, στο δρόμο της επιστροφής, πατούσαν κόρνα οι άλλοι κι εσύ, ζητωκραυγάζοντας, πατούσες το πηδάλι. 45 Μέγα το μποτιλιάρισμα, με άνεσιν εσύ, οι οδηγοί δεν πρόλαβαν να φύγουν οι μισοί, πέρασες τ’ αυτοκίνητα, στην πόλη ήρθες πρώτος, εγώ από χρόνια στο ’λεγα, γεννήθηκες πιλότος. 46 Ζωγράφισες, για εμπέδωση, τα σήματα του Κ.Ο.Κ., άπλωσες τις νερομπογιές, σε ακουαρέλας μπλοκ κι η ζωγραφιά αποτέλεσμα, εσώψυχη, του βίου, θα σου προσφέρει έπαθλον του πρώτου του βραβείου. 47 Βροχή σού επιτίθεται και κρύο στο κορμί, από το νου διαπερνούν, χιλιάδες συνειρμοί πως θα ’πρεπε να ’χεις στολή και γάντια και σκουφάκι, για να μπορείς ν’ αμύνεσαι, στο κρύο, στο συννεφάκι. 48 Στον Πηνειό ποδηλατείς, στη ζώνη μπάι-πας, τα πόδια να ξεκουραστούν, στο σκελετό ακουμπάς, βλέπεις ανθρώπους, περπατούν, στη γέφυρ’ από κάτω, της πόλης το ποτάμι μας, με κόσμο είναι γεμάτο. 49 Τη δύναμη τη μυϊκή, πολλάκις εξασκείς, κυκλοφορείς αθόρυβα, χωρίς να φωνασκείς, συνδύασες αθλητισμό, με την ψυχαγωγία, ως σύμβουλος, θα πρόσφερες, νομίζω στα υπουργεία. 50 Γυρίζει με ταχύτητα, ο μπροστινός τροχός κι ο πίσω τον ακολουθεί, ανέγγιχτα ευτυχώς, τον κυνηγάει μ’ ίδιο ρυθμό, τον έχει κατά πόδας, το βάρος είναι το πολύ, της πισινής της ρόδας. 51 Στο τσίρκο άμα δούλευες, με τις περιστροφές, θα έβγαζες τα προς το ζειν, του μήνα τις τροφές, το χόμπι σου θα έκανες, θα ήσουν ακροβάτης, γιατί ποτέ καλύτερος δεν ήταν αναβάτης. 52 Πήγες θυμάμαι κάποτε, βόλτα στην εξοχή, μεγάλωναν αγριόχορτα ’κείνη την εποχή και στα σκαμπανεβάσματα, από τα φρένα οι βίδες, πετάχτηκαν ανάμεσα στα χόρτα, στις τσουκνίδες. 53 Τα φύλλα ανακάτευες, τις ρίζες, να τις βρεις, μα πού να πήγαν άραγε, εξίστασαι απορείς κι όταν στην άκρη θέλησες, να κάνεις μια τσουκνίδα, πηδάει κατά το πρόσωπο και σε τρομάζει ακρίδα. 54 Αφού για ώρες έψαχνες και έφαγες τη γη, τα χέρια εδέχθησαν κνησμό, ακόμη και πληγή, κάτω απ’ τις ρίζες φάνηκαν, οι δυο χαμένες βίδες, μέγιστη αισθάνθηκες χαρά και τύχη που τις είδες. 55 Τις βίδες πάλι βίδωσες, στην πόλη μας γυρνάς, σφυρίζεις, σιγοτραγουδάς, απ΄’ όπου κι αν περνάς, ανθρώπους κι αυτοκίνητα, στο δρόμο κάνεις χάζι και ούτε που κατάλαβες πως πήρε να βραδιάζει. 56 Στο βράδυ των ονείρων σου, στη νύχτα της σιωπής, βλέπεις σ’ ένα ποδήλατο, ξανά να ισορροπείς και το πρωί σαν σηκωθείς κι αρχίσεις βόλτες πάλι, φοράς το προστατευτικόν, το κράνος στο κεφάλι. 57 Τη μια λουρίδα ακολουθείς, την ποδηλατική και διασχίζεις τις οδούς, κάνεις γυμναστική, δεν βγάζεις καυσαέρια, φροντίζεις περιβάλλον και το ποδήλατο οδηγείς, με ζήλο υπερβάλλων. 58 Ενώ είσαι στον πεζόδρομο και οδηγείς σιγά, παράνομα αυτοκίνητα, μπαίνουν και φορτηγά κι o οδηγός του φορτηγού που κάνει πίσω πίσω, σου λέει: «στην άκρη πήγαινε, μπορεί να σε πατήσω». 59 Στης πόλης τη διαδρομή, εκτός άλλων δεινών, ένα κουνούπι σου ’ρχεται και εις τον οφθαλμόν, πιάνεις το ματοτσίνορο, προσεκτικά τεντώνεις, μετά τσιμπάς τον κώνωπα και τον αποτελειώνεις. 60 Φοράς και το σακίδιο, στους ώμους τα λουριά, δεν είναι εσωτερικώς, τα πράγματα βαριά, αφού νερό και κινητό, στο σάκο έχεις μόνο, δεν προκαλεί ούτε κούραση, ούτε μεγάλο πόνο. 61 Γρανάζια να γυρίσουνε, με δύναμη ωθείς, πατάς μια μπανανόφλουδα, στο δρόμο θα βρεθείς, στάθηκες όμως τυχερός και εξανασηκώθης γιαγιά θα πει περαστική, «παιδάκι μου πώς νιώθεις;» 62 Τα πόδια συνεχίζουνε, στον ίδιο το ρυθμό και στης Λαρίσης βρίσκεσαι, των τρένων, το σταθμό, άνθρωποι πάνε κι έρχονται, σε όλη την Ελλάδα, με μέσα υπερσύγχρονα κι εσύ ποδηλατάδα. 63 Σε πολυκαταστήματα, πηγαίνεις τακτικά, για το ποδήλατο να βρεις, τα ανταλλακτικά, μετά τα μικροψώνια, απ’ την ουρά ταμείου, απαραιτήτως διέρχεσαι κι απ’ την Ταχυδρομείου. 64 Περνάς τσουλώντας και αργά την Ιατρική σχολή πού θα σταθμεύσεις τ’ όχημα, ξέρω σ’ απασχολεί, το βάζεις στο κιγκλίδωμα, για λίγο το παρκάρεις, απολαμβάνεις τον καφέ κι έρχεσαι να το πάρεις. 65 Αφού οι οικείοι σου έλεγαν να έρχεσαι νωρίς Ταχυδρομείου άφησες, για σπίτι αναχωρείς, με ευφορία ψυχική, γιατί όργωσες τα μέρη και τάχιστα κατέφθασες, πριν απ’ το μεσημέρι. 66 Το απόγευμα σε αντάμωσα, ξανά στην Κεντρική, είχε και μια εκδήλωση, που ήταν παιδική, στη σέλα παρακολουθείς ακίνητος τ’ αστεία, γνωστούς και φίλους συναντάς, ανθρώπους στην πλατεία. 67 Περνάς τον κόσμο ανάμεσα και έχεις στριμωχτεί, κοιτάς πάνω το σύννεφον, τ’ όχημα μη βρεχτεί, κι ενώ κατά την πρόβλεψιν, μπόρα βροχή δεν πιάνει, σε σπρώχνει κάποιος άθελα, πέφτεις στο σιντριβάνι. 68 Βρεγμένος γάτος φαίνεσαι, φεύγεις δειλά δειλά, ακύρωσες το ραντεβού που είχες στον Ωριλά, από την καθημερινή, του δίτροχου πορεία, αναβολή στην ίασιν, δεν δέχονται τα κρύα. 69 Αφού στεγνώσεις γρήγορα, για σένα νέος μπελάς, είναι εις το ποδήλατον η έλλειψη του φλας, τεντώνεις χέρι ανάλογα, σινιάλο κάνεις πίσω, στο νου μου σ’ έχω πρότυπον, αν θέλω να οδηγήσω. 70 Κόρνες και φρεναρίσματα στο δρόμο σου ακούς, συχνά πιάνεις συζήτησιν με τους περαστικούς, στης πόλης τη διαδρομή και πάνω από τη σέλα, πλατιά χαμόγελα σκορπάς, σε καθεμιά κοπέλα. 71 Διακρίνω το πατούμενον πως είναι αθλητικό, για γύρους ποδηλατικούς, κατάλληλο, ειδικό, όλα τα χρήματα έδωσες και πήρες γνήσιο δέρμα, στην τσέπη σου δεν έμεινε, για δείγμα, ούτε κέρμα. 72 Το τζιν το παντελόνι σου, που είναι σκούρο μπλε, ταιριάζει με το όχημα, το χρώμα του κομπλέ, να μη σκιστεί απ’ το δίσκο σου και από τα γαντζάκια, διπλώνεις στην οδήγηση, πιο πάνω τα μπατζάκια. 73 Παρόλο που πολλές φορές, γυρίζεις βιαστικά, δουλεύουν όπως τα ραντάρ τ’ αντανακλαστικά, δεν κάθεσαι ακίνητος, σαν το βαρύ πεπόνι, απότομα στον κίνδυνο θα στρίψεις το τιμόνι. 74 Στο κρύο και στον καύσωνα, στον ήλιο, στη βροχή, γυρίζουν ασταμάτητα, στη Λάρισα οι τροχοί, να καταγράψω τις στροφές, δεν επαρκεί ένας τόμος, γιατί για το ποδήλατο, είναι μακρύς ο δρόμος. 75 Δημοσιογράφος γίνεσαι, όταν κυκλοφορείς, να δεις που πρωτοσέλιδο, θα σ’ έχει η εφημερίς, θα είσαι για την πόλη μας, εσύ κρυφό καμάρι, αφού και το ποδήλατο και το μυαλό στροφάρει. 76 Ποτέ δεν αγκομάχησες, δεν είπες ωχ!... Αμάν! ακόμη κι όταν έπαθες, βλάβη στα ρουλεμάν.
Όσες κι αν πέρασες ζημιές, είσαι απ’ τους πιο μεγάλους, τους οδηγούς που δεν πονούν, ποτέ στους αστραγάλους. 77 Ποδήλατο και άλογο, με σούζες συνεχείς, στον κάμπο το θεσσαλικό, αξίζουν προσοχής, μόνο το ψύχος πρόσεχε κι απ’ τις πολλές τις σούζες, μην αρρωστήσεις και βρεθείς γεμάτος με βεντούζες. 78 Την Κύπρου όταν διέσχιζες, της πόλεως την οδό, με αντελήφθης, πριν εγώ, προλάβω να σε δω, ντριντριντριντρίν, δυο τρεις φορές, το κουδουνάκι παίζεις, κοντά εις το κατάστημα, της Εθνικής Τραπέζης. 79 Το κουδουνάκι σήμαινε, θερμό χαιρετισμό και χτύπησε χαρούμενα, σε φίλου εντοπισμό, το χέρι σήκωσες ψηλά, για να με χαιρετίσεις, συνέχισες τις βόλτες σου, στους δρόμους της Λαρίσης. 80 Σαν σίφουνας μ’ άψογο στυλ και χαμογελαστός, παρέα με το όχημα, ως σύντροφος πιστός, συνάντησες στο δρόμο σου, έναν λαχειοπώλη, είστε γνωστοί, γιατί κι οι δυο, γυρίζετε στην πόλη. 81 Ένα λαχείο ζήτησες, να λήγει σε εφτά, κυνήγησες την τύχη σου και τα πολλά λεφτά, αντί όμως για χρήματα, μπροστά στο Δημαρχείο, πάλι στον άσο έμεινες, την έκανες λαχείο. 82 Θ’ αγόραζες ποδήλατο, καινούριο, ακριβό, θα έλεγες δεν έτυχε, σε τέτοιο ν’ ανεβώ, θα έβρισκες τα χρήματα, στην τύχη, δίχως κόπο, στην αγορά ενός δίτροχου θα είχαν πιάσει τόπο. 83 Φίλε μου άλλη μια φορά, δεν ήσουν τυχερός, αξία δεν έχουν τα λεφτά, να είσ’ εσύ γερός, δεν ήσουν όμως κι άτυχος, γιατί έχεις την τύχη για πάρτη σου να γράφονται και οι εν λόγω στίχοι. 84 Στην Περιφέρεια έφτασες, ευθύς καμαρωτά και μία ποδηλάτισσα, σε βλέπει, σε ρωτά, πώς θα πηγαίνει Τρίγωνη, τη λες μαζί μου έλα, την είδες ξερολούκουμο, την είδες καραμέλα. 85 Βλέπεις εκεί στην Τρίγωνη, άδεια τα ουζερί, γιατί ’ναι ο κόσμος άφραγκος και δύσκολοι οι καιροί, βρίσκεται η οικονομία μας, εις τα κακά τα χάλια, καλά που δε μας έβαλαν και φόρο στα πηδάλια. 86 Εσύ όμως απτόητος, δεινός δικυκλιστής, δεν πρόκειται στο σπίτι σου, ποτέ σου να κλειστείς, δε δέχεσαι να είμαστε, των Ευρωπαίων δούλοι, Ρούσβελτ περνάς, Ασκληπιού, φτάνεις στην Παναγούλη. 87 Κάνεις μια ολιγόλεπτον στάσιν στην αγορά, παρκάρεις το ποδήλατο εις τον περιπτερά, ενώ η κουβέντα στρέφεται, σ’ εσάς τους ποδηλάτες, έχουν τον πρώτο λόγο εκεί, σαφέστατα οι πελάτες. 88 Στο ποίημα που γράφεται, όσο κι αν διαρκεί, ο Γιάννης, ο περιπτεράς, προσέχει την πλοκή, τον είδες να τακτοποιεί πακέτα κι αναπτήρες και προς στιγμήν τον άφησες, ξανά τον δρόμο επήρες. 89 Για Νέα Σμύρνη έστριψες, αμέσως δυο Ρομά, κοιτάνε το ποδήλατο και έρχονται σιμά, να το φορτώσουν ήθελαν, μου φάνηκαν ατσίδες, το ’δαν σαν παλιοσίδερα γιατ’ ήταν παλιατζήδες. 90 Τους ξέφυγες και γύρισες από παλιά Εθνική, πήγαινες με ταχύτητα, σωστή, κανονική, έστριψες αίφνης δεξιά και άλλαξες πορεία, εκεί ακριβώς απέναντι, απ’ την αεροπορία. 91 Ισορροπώντας έφτασες, μέχρι και το Α.Τ.Α., ποτέ σου το ποδήλατο, δε θες να σταματά κι εγώ μακάρι όπως εσύ, κάποια φορά να γίνω, να φτάνω σ’ ένα δίλεπτο, στον Άγιο Κωνσταντίνο. 92 Περνάς απ’ τον Διόνυσο και πας ψαραγορά, αεικίνητος με τ’ όχημα, στα πόδια σου φτερά, ο γύρος ασταμάτητος, η βόλτα δεν τελειώνει, σφίγγεις γερά τα χέρια σου, κρατώντας το τιμόνι. 93 Ως μέσον το ποδήλατο, το ’χεις γυμναστικής, τον νουν, τα χέρια, τον κορμό, τα πόδια εξασκείς, να εξασκήσεις θέλησες, με γύρους το στομάχι, περνάς απ’ το γυράδικο, τους έφαγες εν τάχει. 94 Στο υπόγειο πάρκινγκ βρίσκεσαι και δίπλα του περνάς, καβάλα στο ποδήλατο, εσύ καλοπερνάς, αναλαμπή σου έρχεται, σ’ εκείνο το σημείο, να πάρεις δεξιά στροφή, προς το Νοσοκομείο. 95 Το γόνατο στο δρόμο σου, ακούς να κάνει «κταπ», για λόγους πρόληψης θα πας, να κάνεις το τσεκάπ και οι γιατροί αποφάνθησαν πως τίποτα δεν έχεις και πως μπορείς στη Λάρισα, χιλιόμετρα να τρέχεις. 96 Σε ακολουθώ συνέχεια και ιντερνετικά, με like και με σχόλια, πολύ επαινετικά κι ενώ στην πόλη τριγυρνάς, σαν σβούρα κάνεις γύρους, η χάρη στο διαδίκτυο, φτάνει στις πέντε ηπείρους. 97 Σελίδες για ποδήλατα, συνάντησα πολλές και «μου αρέσει», πάτησα, χωρίς αναστολές, είδα φωτογραφία σου, ανάρτηση έχουν βάλει, να είσαι στο ποδήλατο, με κράνος στο κεφάλι. 98 Κάλλιστος είσαι οδηγός, πάντα στην κορυφή, με άπειρη πείρα οδηγείς και παίρνεις τη στροφή, αν ήμουνα υπεύθυνος, στο λέω νέτα σκέτα θα σου ’κανα τη βράβευσιν με μια χρυσή πλακέτα. 99 Θυμάσαι τα ποδήλατα, τα ταχυδρομικά, που είχαν χρώμα κίτρινο, καλάθια ειδικά; Σπίτι από σπίτι γύριζαν και ζήλευες στους δρόμους, τρομπέτες και ποδήλατα, από τους ταχυδρόμους. 100 Οι βόλτες με ποδήλατο δεν έχουν τελειωμό, χωριά, πόλεις αλώνισες, ολόκληρο νομό, στους Λαρισαίους πασίγνωστος, γνωστός του κόσμου όλου, σε Αβέρωφ, σε Νεάπολη, Καρδίτσης κι οδός Βόλου. 101 Δεν είναι το ποδήλατο, όχημα επιβλαβές, έστω κι αν σου προκλήθηκαν απ’ τις χειρολαβές, ελάχιστες, ασήμαντες, στα χέρια σου φουσκάλες, ζηλεύεις μήπως δάχτυλα που έχουν οι δασκάλες; 102 Αναπηδάς στο κάθισμα, γκαπ γκουπ εδώ κι εκεί, κατάσταση, ακατάστατη, κυκλοφοριακή, λακκούβες στο οδόστρωμα από κακοκαιρίες, κι απ’ τις χαράξεις, τις οπές, από τις εταιρείες. 103 Εσύ όμως απτόητος, ποδηλατώντας πας, την προσοχή περαστικών, πολλάκις αποσπάς, φτάνεις στην Πυροσβεστική χαζεύοντας τη θέα, αν κι άλλο θα συνέχιζες, θα ήσουν Τερψιθέα. 104 Κατάλαβες πού βρίσκεσαι, κάνεις αναστροφή, επόνεσαν τα γόνατα, ακόμα κι οι γοφοί, κι αφού το σώμα ολόκληρο, είχες κατακουράσει, στο γήπεδο του Απόλλωνα, λιγάκι κάνεις στάση. 105 Η στάσις ολιγόλεπτος, ξανά ολοταχώς, ανανεώθη η δύναμις και πάλιν ευτυχώς, πέρασες τη Μητρόπολη, κάνοντας τον σταυρό σου, πήρες παρά την κούρασιν και τον απόθαρρό σου. 106 Ιωαννίνων προχωράς και χόρτασες καπνό, το καυσαέριο έβγαζε αμάξι μπροστινό, αμέσως βήχας σ’ έπιασε, η αναπνοή είχε κλείσει αν του γινόταν έλεγχος θα είχε πάρει κλήση. 107 Πρόσεχε στο φρενάρισμα, η ντίζα μην κοπεί, τα μάτια δεκατέσσερα, ο άλλος θα στο πει; Σε βλέπω μερικές φορές φρενάρεις αποτόμως κι αν γίνει τέτοιο ατύχημα, μην πεις σου φταίει ο δρόμος. 108 Πήραν στο στριφογύρισμα τα πόδια σου φωτιά, με το ποδήλατο έφτασες, στην Πρώτη τη Στρατιά, για ν’ αποφύγεις κίνδυνον, άφησες δρόμον είδα, προτίμησες να ανεβείς επάνω στη νησίδα. 109 Στον δρόμο τ’ αυτοκίνητα κινούνται διαρκώς και περιμένεις το κενό, είσαι προσεκτικός, δίπλα από σένα στέκεται, μία χοντρή κυρία, το μόνο που σας ένωνε, ήταν κοινή πορεία. 110 Κι οι δυο περνάτε απέναντι, ταυτόχρονα, μαζί, μπαίνει η κυρία βιαστική σε ένα μαγαζί, περίεργα την κοίταξες, σου φάνηκε αστείο, πως μπήκε και ξεσήκωσε, το ζαχαροπλαστείο. 111 Καταβροχθίζει στη στιγμή, γλυκά και παγωτά, εσύ μένεις ακίνητος, με μάτια γουρλωτά, προσέχουν μαγαζάτορες, τους πιο καλούς πελάτες, καρφάκι δεν τους καίγεται, για σας τους ποδηλάτες. 112 Απαρατήρητος περνάς, στρίβεις αριστερά, πέρασες δυο περίπτερα, χωρίς περιπτερά, και φτάνεις ως τη λαϊκή, κάτι να πάρεις είπες, σε είδαν οι μανάβηδες, πετάχτηκαν σαν γύπες. 113 Έβλεπες τρόμπες, κλειδαριές, φωτάκια και φακούς, σε φώναξα από μακριά, εσύ δε με ακούς, άκουγες μόνο τη φωνή: «Ένα ευρώ ό, τι πάρεις, έχω φωτάκια κλειδαριές, τρόμπα για να τρομπάρεις». 114 Φανέλα ποδηλατική δεν είχες ξαναδεί, ήταν επάνω στο λευκό, το σχέδιο λαδί, σου είπε η πωλήτρια: «πάρ’ την την έχω τζάμπα, θα κάνεις θραύση όπου πας, με ποδηλάτου στάμπα». 115 Την αγοράζεις στη στιγμή, μετά πολλής χαράς και δεν κρατιέσαι, πας πιο κει, αμέσως τη φοράς, ακολουθείς κατεύθυνσιν προς την οδό Τζαβέλα, με στάμπα το ποδήλατο, επάνω στη φανέλα. 116 Την Παλαιστίνης πέρασες, κάθετα τη Γαζή, χαιρέτησες έναν γνωστό, σε κάποιο μαγαζί, στο Δημαρχείο έφτασες, να πας ήταν αιτία, συγκέντρωσις παλλαϊκή στην Κεντρική Πλατεία. 117 Μέγα συλλαλητήριον, για Μακεδονικό, με όρον η συζήτησις, τον γεωγραφικό, η μια εδώ κι η αδερφή θα κείτεται βορείως, μόλις ακούς την εκδοχή, σε πιάνει αέρας κρύος. 118 Κόσμος πολύς, συνθήματα, σημαίες και πανό, πού να μ’ ακούσεις, να με δεις, δίπλα σου κι αν περνώ, κρατάς τον Μέγα Αλέξανδρο, πάνω στον Βουκεφάλα, ενώ είσαι στο ποδήλατο και κάθεσαι καβάλα. 119 Το μήνυμα το έδωσες, το βροντερό παρόν, παρά την τόση κούραση, γονάτων και μηρών, εκράταες το ποδήλατο πεζός και ανά χείρας, εν μέσω των ζητωκραυγών και της κοσμοπλημμύρας. 120 Τέλειωσε η συγκέντρωσις, παίρνεις τον δρόμο ευθύς, πηδάλια με τα πόδια σου, με δύναμη ωθείς, στρίβεις στην Κύπρου αριστερά, ακολουθείς πορεία, απ’ την Ολύμπου την οδό, κατά τα πρακτορεία. 121 Ένα σκυλί ακούγεται, στις ρόδες σου, «γαβ, γαβ», αν σε δαγκώσει, είναι κοντά, θα έρθει το Ε.Κ.Α.Β., μόνο γαβγίζει το σκυλί, δεν είναι αγριεμένο, σταμάτησε όταν πάτησες, απότομα το φρένο. 122 Χτυπούσε η καρδούλα σου, ανέβασες παλμούς, το πρόσωπο, ως οπίσθιον, κοκκίνισε μαϊμούς και δεν περίμενες ποτέ, να νιώσεις τέτοιον τρόμο, από σκυλί αδέσποτο που βρέθηκε στον δρόμο. 123 Ακόμη και τον ίσκιο σου, φοβόσουν καθ’ οδόν, την κίνησιν θα ζήλευε, ο Λούης, των ποδών κι ενώ έχεις τη Λάρισα, στις βόλτες σου για βάση, στη Γιάννουλη απ’ το φόβο σου, με τ’ όχημα έχεις φτάσει. 124 Κατέβα απ’ το ποδήλατο για λίγο βρε αδερφέ, κάθισε να ξεκουραστείς, να πιεις έναν καφέ, με το που πας να κατεβείς, λες πάλι ανεβαίνω, να γράψω τις κινήσεις σου, δύσκολα προλαβαίνω. 125 Αν μια φωτογραφία σου, βάλεις με νέο look, την ανεβάσεις στο internet, τη δουν στο facebοok, θα καταλάβουν άπαντες, δεν είσαι ’συ τυχαίος, αφού τα like στη στιγμή, πλείστα θα ’ρθουν ταχέως. 126 Σ’ ακολουθώ στη Λάρισα και θα καταγραφεί, ποιητικώς και οδικώς, η κάθε σου στροφή, το ποίημα που γράφεται, ποτέ δε θα τελειώνει, του ποδηλάτου όσο κρατάς, στα χέρια το τιμόνι. 127 Για το παζάρι ξεκινάς, στη σκεπαστή αγορά, αφού Σεπτέμβριο γίνεται, το χρόνο μια φορά, θα πας στα συγκρουόμενα, θα κάνεις χίλιες τρέλες, σώβρακα, κάλτσες της χρονιάς, θα πάρεις και φανέλες. 128 Φτάνεις κλειδώνεις τ’ όχημα, μετά πεζοπορείς, δεν είσαι στην επιστροφή, σίγουρος αν το βρεις, μπαίνεις σ’ έναν διάδρομο και βλέπεις τις μανάδες, στο ένα χέρι το παιδί, στο άλλο τους χαλβάδες. 129 Διασταυρώνουν βλέμματα, ένα σωρό γνωστοί, στους λουκουμάδες βλέπω ουρά, που ’ναι σιροπιαστοί, εκτός της βόλτας ο καθείς, κάτι θα βρει να πάρει, γιατί έχει της Λάρισας, τα πάντα το παζάρι. 130 Μία τσατσάρα αγόρασες, από τα ένα ευρώ, πού την πουλάνε δείξε μου, ομοίαν για να βρω, γιατί κακά τα ψέματα, τόσον καιρόν απείχα, απ’ ομορφιά της κεφαλής και προσεγμένην τρίχα. 131 Αφού με καθοδήγησες, μου είπες, ευτυχώς το εργαλείον βρέθηκε της άνωθεν τριχός, μες στη σακούλα το ’βαλες, με αγορές ολίγες, για επιστροφή στο όχημα, αμέσως ξαναπήγες. 132 Το είδες και ανάσανες που ήτανε εκεί, άφαντα τα ποδήλατα τα κάνουν μερικοί, ξεκλείδωσες την κλειδαριά, ανέβηκες καβάλα και συνεχίζεις να οδηγείς, με σουρτα-φέρτα κι άλλα. 133 Μπήκαμε στον Οκτώβριο, πρότασιν προωθείς, στου ΟΧΙ την παρέλασιν έμπροσθεν να βρεθείς, στο τμήμα των ποδηλατών, θέτεις δικό σου όρο, να σε ορίσουν όλοι τους και για σημαιοφόρο. 134 Ώς ποδηλάτης μέγιστος, όλων των εποχών, εβρέθης τα Χριστούγεννα στο Πάρκο των Ευχών, τα γράμματά τους έγραφαν, πολλοί γνωστοί και φίλοι, που ήθελαν το δώρο τους, απ’ τον Άγιο Βασίλη. 135 Του Πηνειού τη γέφυρα, περνάς στον γυρισμό, εκεί που κάνουν στα νερά, τα Φώτα Αγιασμό, για ύπνο πας στο σπίτι σου, ακόμη κι αν κοιμάσαι, στο όνειρο ποδήλατο, βλέπεις πανάθεμά σε! 136 Σηκώνεσαι πρωί πρωί, αρχίζεις τις στροφές, απ’ τη βιασύνη έμεινε, άθικτος ο καφές, στο κέντρο τα έργα τέλειωσαν, έφυγαν οι μπουλντόζες, πελάτισσες στα μαγαζιά, κραγιόν ψωνίζουν, όζες. 137 Θαυμάζεις στους πεζόδρομους, φυτά λογής λογής, στο νέον το οδόστρωμα, ακίνδυνα οδηγείς, μόνον εσύ διέρχεσαι, ταξί, λεωφορεία, κατέστη πλέον ήπιας, μορφής, κυκλοφορία. 138 Σε είδε ένας φίλος σου, ζήτησε δανεικό, για λίγο το ποδήλατο, με τρόπο ευγενικό, εσύ δεν του αρνήθηκες, του έκανες τη χάρη, παρόλο που φοβόσουνα, μην πέσει σε ντουβάρι. 139 Σου είπε το χρειάζομαι, μόνο για μια στιγμή, να κάνω μια επείγουσα, που λήγει πληρωμή, την πλήρωσε και γύρισε, περίπου σε μια ώρα, βιτρίνες μόνο χάζευε χωρίς να παίρνει δώρα. 140 Σου είπε όταν στο ’φερε: «Πολύ σ’ ευχαριστώ, για την εξυπηρέτηση, έναν καφέ χρωστώ», εσύ όμως δε δέχτηκες, «βιάζομαι» είπες, «γεια σου», ήξερα πως το δάνεισες, μέσ’ από την καρδιά σου. 141 Απ’ του Μεγάλου, την οδό, του Αλεξάνδρου πας, γνωρίζεις πως τα λάστιχα, εκεί δεν τα τρυπάς, σε κεντρικό πού να βρεθεί, σημείο, μες στην πόλη, όπως σε χωματόδρομον, αγκαθωτό στροβόλι; 142 Περνάει από δίπλα σου, αίφνης ένα ταξί, ο ταξιτζής σου έριξε, άγρια ματιά λοξή, «από την άκρη πήγαινε», σου έλεγε ρε τύπε, βεβαίως ήταν άκομψος ο τρόπος που στο είπε. 143 Με βόλτες συνεχόμενες, η άνοιξη περνά, ξανά τα ρούχα εφόρεσες, τα καλοκαιρινά, στη Λάρισα ποδήλατα, εβγήκανε σεργιάνι, εσένα στις διαδρομές, κανένας δε σε πιάνει. 144 Δημάρχων επλησίαζε, η νέα εκλογή, από το ύφος φαίνεσαι, πως έχεις εκραγεί, φακέλους, ψηφοδέλτια, βλέπεις, πατάς τα φρένα, ρίχνεις στον κάδο τα χαρτιά, που είναι πεταμένα. 145 Κάρτες συμβούλων βρίσκονται, στον δρόμο καταγής, τους υποψήφιους συναντάς, ψάχνουν τους εκλογείς, για το καλό αγωνίζονται, του Λαρισαίου πολίτη, όμως μετά που θα τους βρεις, θα ’χουν ψηλά τη μύτη. 146 Στο κέντρο με ποδήλατο, πήγες το εκλογικό, το μέσον είναι άριστον, το μεταφορικό, το χέρι σου σε μούδιασε, χτύπησες στον αγκώνα, όταν περνούσες κλειδαριά, γύρω από την κολόνα. 147 Χαλάρωσες τα χέρια σου, λίγο και τους μηρούς, να πας ήσουνα έτοιμος, να βάλεις τους σταυρούς, σε αριστερής οπίσθιας, το χέρι χώνεις τσέπης, αν πήρες την ταυτότητα και πάλι ξαναβλέπεις. 148 Τα εκλογικά τα τμήματα, σχημάτιζαν ουρές, κάποιες γυναίκες έδειχναν πως ήταν πονηρές, έλεγαν είχαν το φαΐ, αφήσει στην κουζίνα, θα πέθαιναν αν το ’καιγαν, στο σπίτι απ’ την πείνα. 149 Ήρθε η δική σου η σειρά και το μυαλό διαυγές εκράταγες, απ’ το πολύ, στο παραβάν μπες βγες, σταύρωσες υποψήφιους, έριξες τους φακέλους, ξανά με το ποδήλατο έφυγες επιτέλους. 150 Να περπατάει ανήμπορο, βλέπεις έναν παππού, τεντώνεται το νεύρο σου, του δεξιού καρπού, όταν το φρένο πάτησες, για να τον βοηθήσεις και σου ’πε αφού το εκτίμησε, «παιδάκι μου να ζήσεις». 151 Ο γεροντάκος ζήλεψε που σ’ είδε να οδηγείς, σκέφτηκε, στα γεράματα, παντού και πάντα αργείς, θυμήθηκε τα νιάτα του που ανέβαινε στη σέλα και τώρα απ’ το κούνημα του φεύγει η μασέλα. 152 Πληροφορίες ήθελε, να βρει το γιατρικό, ρωτούσε για ποδήλατο που βγήκε ηλεκτρικό, εάν του είναι εύκολο για να το οδηγήσει, να μη λυγίζει γόνατα, μήπως υπάρχει λύση. 153 Είναι του είπες πιο καλά, μπαστούνι να κρατά, να το ’χει, να στηρίζεται, λίγο να περπατά, ν’ αφήσει στους μικρότερους τη νέα τεχνολογία, να μην ξεχνά τα φάρμακα, για να ’χει την υγεία. 154 Αφού δεν είχε δύναμη, τα πόδια να λυγά, σ’ αφήνει, σ’ αποχαιρετά, φεύγει σιγά σιγά, εκείνος πάει στο σπίτι του, εσύ πατάς πηδάλι, ο δρόμος είναι άγνωστο, τώρα που θα σε βγάλει. 155 Περνάς Άγιο Γεώργιο, μέχρι το Άλσος πας, το καλοκαίρι έφτασε κι εσύ ιδροκοπάς, να αγοράσεις θα ’πρεπε, ίσως καμιά κολόνια, εκτός από υποδήματα, μπλούζες και παντελόνια. 156 Γρήγορα σπίτι πήγαινε, να βάλεις στη στιγμή, μπλουζάκι άλλο καθαρό, να μην υπάρχει οσμή, ποτέ δε θέλω να σε δω, ξανά σε τέτοιο χάλι, να τρέχει ο ιδρώτας σου μέσ’ από τη μασχάλη. 157 Έβαλες αποσμητικό, αρώματα πολλά, στο σώμα, τώρα η μπλούζα σου, καθόλου δεν κολλά, στην πόλη μας, τη Λάρισα, ολημερίς γυρίζεις, ζέστη παντού, ζέστα εδώ κι εσύ μοσχομυρίζεις. 158 Με το ποδήλατο έφυγες και πήγες νοερά, στο όρος το Τιτάριον, σα να ’βγαλες φτερά, την πρόσκληση αποδέχτηκες, πήγες ως το Λιβάδι, στη Λάρισα όμως γύρισες, να μη σε πιάσει βράδυ. 159 Όταν στο σπίτι έφτασες, τα πόδια σου απλωτά, στον καναπέ τα τέντωσες, η σύζυγος ρωτά, πού ήσουνα, δεν άκουσες, εσύ για καραντίνα; αντί για το ποδήλατο, να βγαίνεις με τη χήνα. 160 Ξέχνα το το ποδήλατο, έχει απαγορευτεί, τετραγωνάκι δε θα βρεις, επάνω στο χαρτί, να το τσεκάρεις, τα όργανα για να τα ξεγελάσεις, για πρόστιμα είπαν τσουχτερά και στις τηλεοράσεις. 161 Τα μέτρα για την έξοδο είναι πολύ αυστηρά, να σχηματίζουν δε θα δεις τα οχήματα ουρά, γι’ αυτό και το ποδήλατο, μη χρησιμοποιήσεις, ο νόμος είναι για όλους μας, δεν κάνει διακρίσεις! 162 Ενώ τα μέτρα τέλειωσαν, έχεις καιρό να βγεις, σταμάτησες το όχημα, πλέον, να τ’ οδηγείς, στην πόλη έχω να σε δω, πάνω από ένα μήνα, κάθεσαι ακόμη σπίτι σου, όπως στην καραντίνα. 163 Ο λόγος που δε φαίνεσαι στους δρόμους και στη γη, είναι φιλότιμο έδειξες και μέγιστη στοργή, σ’ ένα παιδάκι πάμφτωχο, στη γειτονιά που μένω, χάρισες το ποδήλατο, το πολυαγαπημένο. 164 Μαζί με το ποδήλατο, του δίνεις μια ευχή: «Παιδάκι μου τα όνειρα ξεκίν’ απ’ την αρχή, να χαίρεσαι τις βόλτες σου και ποδηλάτης γίνε, γιατί ο πλούτος της ζωής, σε μικροπράγματα είναι.» Δημήτρης Ντάλλας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους