[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Ελλάδα του 1955 ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, κεντημένη με ασβέστη, γαρίφαλα στα παράθυρα και μια αυστηρή, σχεδόν αλύγιστη ηθική. Σε μια τέτοια γειτονιά, κάπου στις...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Ελλάδα του 1955 ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, κεντημένη με ασβέστη, γαρίφαλα στα παράθυρα και μια αυστηρή, σχεδόν αλύγιστη ηθική.

Σε μια τέτοια γειτονιά, κάπου στις παρυφές του Μεταξουργείου, ξετυλίγεται η ιστορία της Ελένης και του Ανέστη. Ο Ανέστης ήταν μηχανικός αυτοκινήτων, με τα νύχια πάντα μαυρισμένα από τα λάδια και μια σιωπηλή δύναμη στο βλέμμα. Η Ελένη είχε έρθει από ένα χωριό της Ευρυτανίας, «για ένα καλύτερο μέλλον», όπως έλεγαν τότε.

Συναντήθηκαν σε μια απογευματινή βόλτα στο Ζάππειο και από τότε ο κόσμος τους άλλαξε.

Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα: Ο Ανέστης είχε μια «εκκρεμότητα». Μια γυναίκα που τον είχε εγκαταλείψει στα χρόνια της Κατοχής για να φύγει με έναν αξιωματικό, αλλά το διαζύγιο εκείνη την εποχή ήταν Γολγοθάς – ακριβό, χρονοβόρο και κοινωνικά απαράδεκτο.

Έτσι, αποφάσισαν να ζήσουν «έτσι». Χωρίς στεφάνι.

Νοίκιασαν ένα δωμάτιο με κοινή αυλή.

Για τους γείτονες, στην αρχή, ήταν «οι νεόπαντροι». Η Ελένη φορούσε μια απλή χρυσή βέρα στο δεξί, αγορασμένη από το πανηγύρι, για να ξεγελάει το μάτι.

Όμως η αλήθεια σε μια γειτονιά του '55 δεν μένει ποτέ κρυφή.

Η κυρα-Μαρίκα, η σπιτονοικοκυρά, άρχισε να υποψιάζεται όταν δεν είδε ποτέ φωτογραφία του γάμου στο εικονοστάσι.

Μέσα σε λίγους μήνες, οι καλημέρες στην αυλή έγιναν κοφτές.

Όταν η Ελένη έβγαινε να απλώσει τα ρούχα, οι άλλες γυναίκες μάζευαν τις καρέκλες τους και έμπαιναν μέσα.

Το χειρότερο ήταν στις δημόσιες υπηρεσίες ή στο νοσοκομείο. «Σύζυγος;» ρωτούσε ο υπάλληλος. Η Ελένη χαμήλωνε το βλέμμα.

Η λέξη «συμβία» ακουγόταν τότε σαν βρισιά.

Ένα βράδυ του Οκτώβρη, ο Ανέστης γύρισε χτυπημένος από το συνεργείο – ένα ατύχημα με έναν γρύλο. Η Ελένη έτρεξε στον δρόμο να φωνάξει βοήθεια. «Βοηθήστε τον άντρα μου!» φώναξε στην αυλή.

Η κυρα-Μαρίκα βγήκε στο κεφαλόσκαλο, σταυρώνοντας τα χέρια. «Ποιον άντρα σου, Ελένη; Αυτόν που ζείτε στη μαρτία; Ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές των αστεφάνωτων». Η Ελένη πάγωσε.

Για πρώτη φορά, ο φόβος της ντροπής νικήθηκε από την οργή της αγάπης.

Κοίταξε τη γειτονιά στα μάτια – εκείνη τη γειτονιά που πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, αλλά δεν είχε στάλα χριστιανικής αγάπης για τον πόνο του διπλανού. Ο Ανέστης έγινε καλά, αλλά το γυαλί είχε ραγίσει.

Ένα βράδυ, καθισμένοι στο ξύλινο τραπέζι κάτω από τη λάμπα του πετρελαίου, ο Ανέστης της είπε: «Να φύγουμε, Ελένη.

Να πάμε στη Γερμανία ή στην Αυστραλία.

Εκεί που κανείς δεν θα ξέρει αν το στεφάνι είναι στο κεφάλι ή στην καρδιά μας». Η Ελένη κοίταξε τη βέρα του πανηγυριού.

Την έβγαλε από το δάχτυλό της και την άφησε πάνω στο τραπέζι. «Δεν τη χρειάζομαι για να σ’ αγαπώ, Ανέστη.

Αλλά δεν αντέχω άλλο να κρύβομαι». Έφυγαν τον Νοέμβριο με ένα παλιό λεωφορείο για τον Πειραιά.

Δεν τους αποχαιρέτησε κανείς, εκτός από τον τυφλό γέρο-Νικόλα που έμενε στο υπόγειο.

Στη λογοτεχνία εκείνης της εποχής, μια τέτοια ιστορία θα κατέληγε ίσως σε τραγωδία.

Όμως στην πραγματική ζωή, η ιστορία των «αστεφάνωτων» του '50 ήταν η ιστορία των ανθρώπων που επέλεξαν την αλήθεια τους απέναντι στην υποκρισία. Η Ελένη και ο Ανέστης δεν πήραν ποτέ την ευλογία του παπά, πήραν όμως την ευλογία της ίδιας τους της συνείδησης. Στην Ελλάδα του 1955, το να ζεις χωρίς στεφάνι ήταν μια πράξη επανάστασης, πληρωμένη με το ακριβό τίμημα της μοναξιάς.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences