Δονητές στην αρχαία Ελλάδα; Αυτό που έγραψε ο Αριστοφάνης και κρύβουν τα μουσεία Φαντάσου μια αίθουσα μουσείου σε κάποια τουριστική πόλη. Μια προθήκη με ταμπέλα που υπόσχεται «αρχαίο δονητή». Πίσω...
Δονητές στην αρχαία Ελλάδα; Αυτό που έγραψε ο Αριστοφάνης και κρύβουν τα μουσεία Φαντάσου μια αίθουσα μουσείου σε κάποια τουριστική πόλη.
Μια προθήκη με ταμπέλα που υπόσχεται «αρχαίο δονητή». Πίσω από το γυαλί, ένα λίθινο κυλινδρικό αντικείμενο, λεία επιφάνεια, σχήμα διφορούμενο.
Ο επισκέπτης χαμογελάει με νόημα, βγάζει φωτογραφία, την ανεβάζει στα social.
Δεν ξέρει πως αυτό που μόλις θαύμασε είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ένα γουδοχέρι.
Ένας ύπερος.
Το εργαλείο με το οποίο κάποια αρχαία νοικοκυρά έλιωνε σκόρδο, ή κάποιος αρχαίος μάγειρας έτριβε μπαχαρικά.
Και όμως, όταν ψάχνεις στις γραπτές πηγές των αρχαίων, ο όρος «ὄλισβος» υπάρχει.
Είναι εκεί. Καταγεγραμμένος.
Από συγγραφείς που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους και έγραψαν σε διαφορετικές εποχές.
Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση; Η λέξη εμφανίζεται πρώτα στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, στην Αθήνα του 5ου αιώνα.
Σε μια κωμωδία όπου οι γυναίκες κηρύσσουν σεξουαλική απεργία για να σταματήσουν τον πόλεμο, ο ποιητής αναφέρει αυτά τα υποκατάστατα ως κάτι που οι σύζυγοι των πολεμιστών ίσως χρησιμοποιούν στις μακρές απουσίες.
Δύο αιώνες αργότερα, στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια ή την Κω, ο Ηρώνδας στους Μίμους του γράφει για δερμάτινα τέτοια αντικείμενα, βάζοντας στο στόμα γυναικείων χαρακτήρων μια συζήτηση που θα μπορούσε να γίνει σε οποιοδήποτε σπίτι της εποχής.
Δύο διαφορετικοί συγγραφείς, δύο διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, δύο διαφορετικές περιοχές του ελληνικού κόσμου.
Και η ίδια λέξη.
Η ευκολία είναι μεγάλη: κανείς θα μπορούσε να συμπεράνει ότι, αφού το γράφει ο Αριστοφάνης, αφού το επαναλαμβάνει ο Ηρώνδας, τότε προφανώς υπήρχαν παντού.
Σε κάθε σπίτι.
Σε κάθε αγορά.
Όμως εδώ ξεκινά η δουλειά του αρχαιολόγου.
Και εδώ αρχίζει η σιωπή του χώματος.
Δεν υπάρχει.
Κανένα αρχαιολογικό εύρημα που να ταυτοποιείται με βεβαιότητα ως ὄλισβος σε ασφαλές στρωματογραφικό πλαίσιο.
Όχι ένα.
Ο αρχαιολόγος John Boardman, μία από τις σημαντικότερες φωνές στη μελέτη του ελληνικού υλικού πολιτισμού, εξηγεί κάτι απλό αλλά καθοριστικό: όσα αντικείμενα κυκλοφορούν ως «αρχαίοι δονητές» στη μη ακαδημαϊκή σφαίρα είναι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, οικιακά σκεύη. Γουδοχέρια.
Σκεύη κουζίνας.
Λίθινα ή πήλινα εργαλεία της καθημερινής δουλειάς.
Η σύγχρονη ματιά, σαγηνευμένη από μια κουλτούρα που έχει εξοικειωθεί με τα σεξουαλικά βοηθήματα, βλέπει αυτό που θέλει να δει.
Όχι αυτό που είναι.
Πώς συμβιβάζεται όμως η σιγή του χώματος με την παρουσία της λέξης στα κείμενα; Υπάρχουν τρεις σοβαρές ερμηνείες, και η ειλικρίνεια απαιτεί να τις εξετάσουμε όλες.
Η πρώτη: τα αντικείμενα υπήρχαν, αλλά κατασκευάζονταν από φθαρτά υλικά. Ξύλο. Δέρμα.
Υλικά που το χώμα της Μεσογείου, με τη μέτρια υγρασία και τα οξέα του, αποσυνθέτει σε λίγους αιώνες.
Είναι λογικό. Ο Ηρώνδας, εξάλλου, ρητά αναφέρεται σε δερμάτινους.
Αν ήταν δερμάτινοι, δεν θα τους βρίσκαμε ποτέ.
Όμως αυτή η εξήγηση, όσο εύλογη και αν είναι, δεν αποτελεί απόδειξη.
Είναι σιωπηλή υπόθεση.
Η δεύτερη: ο όρος ήταν σε μεγάλο βαθμό λογοτεχνικός τόπος.
Ένα κωμικό εφέ.
Ένας τρόπος των ποιητών να σοκάρουν, να κάνουν τους θεατές να γελάσουν, να σπρώξουν τα όρια του δημοσίως λεγόμενου.
Η αρχαία κωμωδία ζούσε από την υπερβολή.
Όλα όσα διάβαζε ή άκουγε ένας Αθηναίος του 5ου αιώνα στη Λυσιστράτη ήταν στο όριο μεταξύ πραγματικότητας και καρικατούρας. Ο Αριστοφάνης δεν κατέγραφε ντοκουμέντα κοινωνιολογίας.
Έγραφε σάτιρα.
Η τρίτη: επρόκειτο για κάτι σπάνιο, μια μαρτυρία ειδικής χρήσης που δεν αφορούσε τον μέσο νοικοκύρη ή τη μέση νοικοκυρά.
Σε αυτή την περίπτωση, η απουσία στα αρχαιολογικά αρχεία είναι αναμενόμενη.
Καμία από τις τρεις δεν αποδεικνύεται.
Αυτή είναι η ωμή αλήθεια.
Και εδώ φαίνεται γιατί ένας καλός ερευνητής δεν επιλέγει την πιο εντυπωσιακή εκδοχή.
Επιλέγει αυτή που στέκεται.
Τι ξέρουμε, και τι παραμένει ανοιχτό Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι ο όρος υπήρχε και ήταν αναγνωρίσιμος σε διαφορετικές περιόδους και διαφορετικές περιοχές του ελληνικού κόσμου.
Η ορολογία και η έννοια ήταν παρούσες στη δημόσια σφαίρα, μέσω της λογοτεχνίας.
Μια εύλογη εξήγηση, που όμως χρειάζεται επαλήθευση, είναι ότι αντίστοιχα αντικείμενα όντως κατασκευάζονταν, ίσως από οργανικά υλικά που δεν διασώθηκαν.
Κάποιοι ερευνητές διερωτώνται αν επρόκειτο για αντικείμενα ευρείας καθημερινής χρήσης, αλλά δεν υπάρχουν ακόμα αποδείξεις, ούτε από στρωματογραφημένα ευρήματα ούτε από αναλύσεις καταλοίπων.
Οι ειδικοί διαφωνούν ακόμα για το βάρος που πρέπει να δοθεί στις φιλολογικές μαρτυρίες έναντι της αρχαιολογικής σιωπής, και αμφότερες οι θέσεις έχουν βάση.
Γιατί έχει σημασία σήμερα Το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ το συγκεκριμένο αντικείμενο.
Είναι μια άσκηση στο πώς διαβάζουμε το παρελθόν.
Πόσες φορές μια λέξη σε κείμενο γίνεται, στη φαντασία μας, καθημερινή πραγματικότητα ολόκληρου πολιτισμού; Πόσες φορές βλέπουμε ένα αντικείμενο σε προθήκη και η σύγχρονη ματιά του δίνει νόημα που ίσως ποτέ δεν είχε; Η αρχαιολογία δεν είναι κυνήγι θησαυρού.
Είναι πειθαρχία της επιφύλαξης.
Και ίσως η πιο τίμια απάντηση που μπορούμε να δώσουμε στο ερώτημα αν οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ὀλίσβους είναι αυτή: ξέρουμε ότι ήξεραν τη λέξη.
Δεν ξέρουμε ακόμα αν είχαν το πράγμα.
Και αυτή η διάκριση, ανάμεσα στο γνωστό και στο εικαζόμενο, είναι η πραγματική κληρονομιά της επιστημονικής σκέψης.
Έρευνα & Επιμέλεια: Δ. Αντωνόπουλος © Chronos Research Protocol Αν το περιεχόμενο σας φάνηκε χρήσιμο, στηρίξτε το με μια ❤️ και μοιραστείτε το, ώστε να φτάσει σε περισσότερους αναγνώστες.
Επιστημονικές πηγές: Αριστοφάνης.
Λυσιστράτη, στ. 109-110. Ηρώνδας.
Μίμοι, 6.19-20. Boardman, John. 1996. Greek Art. London: Thames & Hudson.
Για περισσότερη ανάγνωση: Henderson, Jeffrey. 1991. The Maculate Muse: Obscene Language in Attic Comedy. New York: Oxford University Press. Kilmer, Martin F. 1993. Greek Erotica on Attic Red-Figure Vases. London: Duckworth. #αρχαίαΕλλάδα #αρχαιολογία #ιστορίατουπολιτισμού #Αριστοφάνης #ιστορίασεξουαλικότητας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους