Η Κυρά του Κορδονίου Το όνομά της ήταν Ευτέρπη. Μα η πόλη δεν τη φώναζε με το όνομα. Τη φώναζε με την αύρα της. Στις έξι το απόγευμα, όταν ο ήλιος μαλάκωνε και η θάλασσα γινόταν υγρό μετάξι...
Η Κυρά του Κορδονίου Το όνομά της ήταν Ευτέρπη. Μα η πόλη δεν τη φώναζε με το όνομα.
Τη φώναζε με την αύρα της.
Στις έξι το απόγευμα, όταν ο ήλιος μαλάκωνε και η θάλασσα γινόταν υγρό μετάξι, κατέβαινε στο Κορδόνι.
Το φόρεμα της, λινό ιβουάρ, δεν το φορούσε.
Το κατοικούσε.
Το καπέλο της, πλατύγυρο, δεν ήταν αξεσουάρ.
Ήταν στέμμα χωρίς χρυσάφι.
Τα γάντια της, λευκά, δεν έκρυβαν τα χέρια.
Έκρυβαν την ιστορία που έγραψαν: Σοπέν στο πιάνο, ζύμη για ψωμί, χάδι σε πυρετό παιδιού, κέντημα με κλωστή που γινόταν προσευχή. Περπατούσε.
Και το πλακόστρωτο της προκυμαίας θυμόταν το βήμα της.
Το θυμόταν και το φύλαγε. «Καλησπέρα, κυρά Ευτέρπη». «Bonsoir, Madame». «Merhaba, Efthimia Hanım». Τρεις γλώσσες, ένα χαμόγελο.
Γιατί η Σμύρνη ήταν το σπίτι όλων.
Κι εκείνη ήταν η νοικοκυρά του σπιτιού.
Ήξερε γράμματα. Διάβαζε Ουγκώ και Παπαδιαμάντη με την ίδια δίψα.
Ήξερε από μπαχάρια.
Έριχνε κανέλα στο στόμα και μοσχοκάρυδο στην καρδιά.
Όποιος έτρωγε από τα χέρια της, δεν χόρταινε. Ερωτευόταν.
Στους χορούς του Ομίλου, όταν έμπαινε, οι πολυέλαιοι χαμήλωναν από σεβασμό.
Έπειτα άναβαν πιο δυνατά.
Γιατί το φως ζηλεύει το φως.
Περπατούσε και οι άντρες ξεχνούσαν τ’ όνομά τους.
Έριχνε βλέμμα και οι γυναίκες σταύρωναν τα χέρια τους από δέος, όχι από ζήλια. Μάνα. Γυναίκα. Στήριγμα.
Φωτιά και λιμάνι μαζί.
Εκείνο το απόγευμα φωτογραφήθηκε χωρίς να το ξέρει.
Ένας ξένος, με μια μηχανή παράξενη, της έκλεψε τη στιγμή. Στεκόταν.
Κοίταζε το Αιγαίο. Ήρεμο.
Δικό της.
Δεν ήξερε πως η ίδια θάλασσα, σε δεκατρείς μήνες, θα βάφονταν κόκκινη.
Δεν ήξερε πως το Κορδόνι θα γινόταν Γολγοθάς.
Δεν ήξερε πως το καπέλο θα το πετούσε για να τρέξει.
Τα γάντια θα τα έσκιζε για να πιαστεί από σκοινί καϊκιού.
Το φόρεμα ιβουάρ θα γινόταν στάχτη.
Δεν ήξερε πως θα την έλεγαν «τουρκόσπορο» στην προσφυγιά. «Πόρνη» στην παράγκα.
Πως τα παιδιά που νανούριζε με γαλλικά νανουρίσματα θα μεγάλωναν με το «βρωμοπρόσφυγας» στα αυτιά.
Ήξερε μόνο τη Σμύρνη.
Και η Σμύρνη ήταν εκείνη.
Η αυλή με τη μπουκαμβίλια.
Το μουχαμπέτι με τη γειτόνισσα.
Το γέλιο που γέμιζε τα σοκάκια.
Το μεγαλείο που δεν χρειαζόταν απόδειξη.
Στη φωτογραφία δεν φαίνεται η φωτιά.
Δεν φαίνεται η προδοσία.
Δεν φαίνεται η προσφυγιά.
Δεν φαίνεται η Ηρωίδα.
Φαίνεται μόνο η γυναίκα.
Πριν τη ματώσουν.
Πριν τη λυγίσουν.
Πριν προσπαθήσουν να τη σβήσουν.
Και δεν έσβησε.
Γιατί όταν την πέταξαν στα βράχια του Πειραιά, σκουπίδι, σηκώθηκε.
Όταν της δώσανε λάσπη, έφτιαξε κήπο.
Όταν της δώσανε μίσος, μοίρασε κανταΐφι.
Όταν της δώσανε σιωπή, έμαθε στα παιδιά γράμματα.
Σμυρνιά τη λένε.
Κι εγώ ΗΡΩΙΔΑ τη λέω.
Όχι γιατί κράτησε όπλο.
Αλλά γιατί κράτησε την ψυχή της όρθια. Όταν όλοι ήθελαν να τη δουν γονατιστή. Η Σμύρνη κάηκε. Εκείνη όχι. Πηγή: Ομφαλος της γης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους