[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο ποιητής, με το συνηθισμένο του αργό βήμα, με το βιβλίο στο χέρι, που του ήτανε ο μοναδικός του σύντροφος στους εξοχικούς του περίπατους, μπήκε στο μικρό περβολάκι, προχώρησε στη συνηθισμένη του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο ποιητής, με το συνηθισμένο του αργό βήμα, με το βιβλίο στο χέρι, που του ήτανε ο μοναδικός του σύντροφος στους εξοχικούς του περίπατους, μπήκε στο μικρό περβολάκι, προχώρησε στη συνηθισμένη του θέση, εκεί κοντά στα ψηλά αραποσίτια και κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι.

Ήτανε ένα εξοχικό καφενεδάκι.

Ένα μαγαζάκι με πλίθρες χτισμένο, με μια στέγη από καλάμια και μ’ ένα φράχτη από καλάμια κι από παλούκια μπηγμένα στη γης.

Σαράβαλο, γέρικο το μαγαζάκι, ήτανε ένας σταθμός, μια ανάπαψη για όσους φτάνανε ως εκείνη την ερημική εξοχή.

Γύρω απλωνότανε ο κάμπος, γυμνός, μονότονος, θλιβερός, γιομάτος χαλίκια κι αγριάγκαθα.

Ο ποιητής άνοιξε το βιβλίο, ακούμπησε το καπέλο του σ’ ένα καλάμι και βυθίστηκε στο διάβασμα, την πιο γλυκιά απόλαψη στη ζωή γι’ αυτόνε, που ούτε συγγενήδες ούτε και φίλους καλά καλά είχε. — Ήρθε ο γέρος, είπε η γυναίκα του καφετζή, που καθισμένη στην πόρτα μ’ ένα σκισμένο αλατζένιο μισοφόρι, ξυπόλητη, με τις φτέρνες βρόμικες, χοντρές, καθάριζε λίγες πατάτες για να μαγειρέψει το βράδυ.

Πάρα πέρα τα δυο παιδάκια της, ξεβράκωτα, καθισμένα χάμω, μαζεύανε με τις χούφτες το χώμα, χύνανε επάνω νερό, το ζυμώνανε και φτιάνανε λάσπη, για να χτίσουνε ένα φουρνάκι.

Ήτανε ένα κοριτσάκι και ένα αγόρι, που η μύξα του έτρεχε από τα ρουθούνια του, καθώς ήτανε αφοσιωμένο στην υπόθεση της οικοδομής και ξεραινότανε πάνω στο κρέας.

Μια μύγα ανενόχλητη, κολλημένη απάνω, ρουφούσε με γλύκα το υγρό.

Ο καφετζής δε χρειαζότανε να πάρει παραγγελία.

Πήρε ένα σκουριασμένο δισκάκι, τοποθέτησε απάνω ένα λουκούμι μέσα σ’ ένα πιατάκι, έβαλε κι ένα ποτήρι άδειο και διευθύνθηκε στο πηγάδι.

Σε λίγο ακούστηκε ο κρότος του κουβά που κατέβαινε γλήγορα, ύστερα ένα πλαφ κι ύστερα το μονότονο τρίξιμο, σαν κλάμα, του μαγκανιού, που ανέβαζε τον κουβά, γιομάτονε, ξεχειλιστό, ενώ το νερό έσταζε και χυνότανε πάλε πίσω μέσα στο πηγάδι.

Γιόμισε το ποτήρι, αφού το ‘πλυνε καλά καλά χώνοντας μέσα τα χέρια του.

Ξεχωριστή περιποίηση για τον ποιητή, που ήτανε ταχτικός πελάτης του μαγαζιού του.

Απίθωσε το δισκάκι πάνω στο τραπεζάκι, σκουπίζοντας τα χέρια του στο πουκάμισό του. — Όλο διαβάζεις, του είπε.

Ο ποιητής κούνησε το κεφάλι του, σήκωσε τους ώμους του, σα να ‘λεγε· «Τι θέλεις να κάνω;» — Ζέστη σήμερα, ξαναείπε ο καφετζής.

Η γης έβραζε, αλήθεια, το χώμα λες κι έβγαζε μια ζεστή ανάσα.

Ένα τζιτζίκι πάνω σε κάποια συκιά, σκορπούσε το μονότονο τραγούδι του —τραγούδι, κλάμα, ποιος ξέρει— σώπαινε σα να ‘θελε να ξεκουραστεί, και πάλε ξανάρχιζε.

Ένας αερόμυλος, μακριά σε κάποιο σπίτι, υψωνότανε με τα σιδερένια φτερά του ακούνητα. — Φύλλο δεν κουνιέται, είπε ο ποιητής, έτσι, για να πει κι αυτός κάτι.

Η γυναίκα τα είχε βάλει τώρα με την κόρη της, που δεν άκουγε να της βγάλει ένα κουβά νερό από το πηγάδι για το μαγέρεμα. — Στρίγγλικο, πανούκλα, έννοια σου, φώναζε.

Μα το κορίτσι, αφοσιωμένο στην οικοδομή, αψηφούσε τις φοβέρες της μάνας του. — Τώρα καλέ και συ, φώναζε δίχως να γυρίσει να ιδεί.

Ο ποιητής κατέβασε το βιβλίο στα γόνατά του και γύρισε τα μάτια του προς τον ορίζοντα, εκεί που πήγαινε ο ήλιος να βασιλέψει.

Τόσο συνηθισμένο, καθημερινό θέαμα, κι όμως πάντα ενδιαφέρο, πάντα καινούριο.

Ένας κόσμος πέθαινε, μια ζωή έσβηνε πάνω σ’ ένα κρεβάτι στρωμένο με τριαντάφυλλα, ένας ήρωας ξεψυχούσε, βουτηγμένος στα αίματα.

Όλες αυτές τις σκέψες τις έκανε μέσα κείνη τη στιγμή που ‘βλεπε τον ήλιο να ζυγώνει στη θάλασσα, σα να ‘θελε να σβήσει τη φλόγα του μέσα στα κρύα νερά της. — Κοινοτοπίες.

Κι όμως… ψιθύρισε.

Ο καφετζής γύρισε να πάρει τον δίσκο. — Διαβάζεις, όλο διαβάζεις! Δεν τα βαρέθηκες πια τα βιβλία; φώναξε.

Ήταν ένας αγαθός απλοϊκός άνθρωπος, που του άρεσε συχνά να κάνει κουβέντα με τον ποιητή. — Τι να κάνουμε; αυτή είναι η δουλειά μας, αποκρίθηκε ήσυχα χαμογελώντας. — Και τι διαβάζεις; — Κάποιο ξένο βιβλίο.

Εσύ διαβάζεις κανένα βιβλίο; Ξαφνιάστηκε. — Από τον καιρό που πήγαινα σκολειό, μικρό παιδί, έχω να πιάσω βιβλίο στο χέρι μου.

Άξαφνα πήρε σοβαρό ύφος.

Έσκυψε απάνω του, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο τραπεζάκι και είπε: — Δε μου λες, αλήθεια, τι έχει να πει «πρωτολετάριος»; Κείνος χαμογέλασε. — Πού την άκουσες αυτή τη λέξη; — Ήτανε φερμένος προχτές ένας εισαγγελέας, πολύ σοβαρός κύριος, με κάτι άλλους, κι όλο τη λέξη αυτή έλεγε. — Προλετάριος, διόρθωσε ο ποιητής ήσυχα. — Ξέρω κι εγώ; Λοιπόν; — Να, ο λαός.

Σκέφτηκε λίγο. — Περίεργη λέξη.

Και τι ζητάνε αυτοί οι προλετάριοι; — Τι μπορεί να ζητήσει ένας φτωχός; — Να μη του πατάνε το δίκιο.

Τι άλλο; — Αυτό ζητάνε κι αυτοί. — Μπα, αμ τότε είναι καλή δουλειά.

Ένα κάρο ήρθε και σταμάτησε όξω από το μαγαζί.

Ο καροτσέρης έβγαλε από το πηγάδι έναν κουβά νερό, κι αφού τον άδειασε μέσα σ’ ένα μαστέλο, έφερε το μαστέλο και το τοποθέτησε κάτω από τη μούρη του αλόγου.

Κείνο κοίταξε γύρω του, έπειτα βούτησε τη μούρη του μέσα στο νερό κι άρχισε να πίνει δίχως να βιάζεται.

Ήπιε, ήπιε, ύστερα κρέμασε όξω τη γλώσσα του κι άρχισε να γλείφει τα χείλια του.

Ο καροτσέρης πήρε το μαστέλο, πήγε από πίσω του, κι όσο νερό είχε απομείνει μέσα, το πέταξε με ορμή ανάμεσα στα σκέλια του αλόγου που ήτανε συγκαμένα από τον ίδρωτα.

Έπειτα πήρε κι ένα ποτήρι κρασί και το στράγγισε ως τον πάτο.

Μια γυναίκα πέρασε μ’ ένα μπουκαλάκι λάδι, πηγαίνοντας ν’ ανάψει τα καντήλια στο εκκλησιδάκι, που υψωνότανε λίγο παραπέρα, ανάμεσα στα κυπαρίσσια.

Μακριά φάνηκε το ηλεχτρικό τρένο να σέρνεται χάμω σα φίδι.

Μερικοί στρατιώτες που ερχόντανε από τους στρατώνες, περάσανε φορτωμένοι στον ώμο τους γυλιούς τους.

Άρχισε ν’ απλώνεται το μισόφωτο του δειλινού.

Ο ήλιος είχε βουτήξει στη θάλασσα.

Ο αερόμυλος σάλεψε λίγο τα σιδερένια φτερά του, έφερε δυο τρεις γύρους και πάλε στάθηκε ακούνητος. — Δε θέλει να φυσήξει, ψιθύρισε ο ποιητής.

Μακριά φαινότανε η θάλασσα μαβιά.

Το βουνό, που είχε ντυθεί ένα χρώμα μενεξεδένιο, βαθύ, άρχισε σιγά σιγά να ξεθωριάζει… Μια παρέα από κάτι νέους μπήκανε στον κήπο και καθίσανε γύρω σ’ ένα τραπέζι.

Ο κήπος γιόμισε όλος από τις φωνές τους, από τα γέλια τους.

Σε λίγο αρχίσανε την καντάδα.

Ένας έπαιζε μαντολίνο, ένας άλλος τονέ σιγοντάριζε με μια κιθάρα.

Τα τραπεζάκι, που ήτανε όλα σάπια από την πολυκαιρία, σιγά σιγά γιομίζανε.

Μια οικογένεια φάνηκε να ‘ρχεται.

Ο άντρας κρατούσε στο χέρι του ένα μεγάλο καλάθι, που από την άκρη του πρόβαλε ένα μπούτι αρνιού.

Καθίσανε σ’ ένα τραπέζι, κάτω από κάτι δέντρα, και ριχτήκανε στο φαΐ… Το φεγγάρι, καλόβολο, ήρθε και στάθηκε από πάνω τους.

Ο ποιητής έβγαλε το ρολόι του, κοίταξε την ώρα κι είδε πως ήτανε πια καιρός να πηγαίνει.

Σηκώθηκε και με βήμα αργό βγήκε από τον κήπο.

Κανείς δε γύρισε να τον κοιτάξει, κανείς δεν υπόπτεψε πως δίπλα τους καθότανε ένας ξακουσμένος ποιητής.

Αυτό το ‘ξερε μόνο ο καφετζής.

Μια μέρα μάλιστα τον έδειξε κρυφά σε κάποιον. — Τονέ βλέπεις αυτόν τον γέρο; — Τονέ βλέπω· κι ύστερα; — Είναι ποητής.

Κείνος δεν έδωσε καμιά σημασία. — Ποιητής; Δηλαδή τι δουλειά κάνει, ρώτησε. — Να, κακομοίρη, ποιητής, φτιάνει τραγούδια. — Τραγούδια, ε; να τονέ βάλουμε λοιπό να μας τραγουδήσει κανένα.

Ύστερα, σα να σκέφτηκε κάτι· — Γέρος άνθρωπος, δεν ντρέπεται να κάνει αυτή τη δουλειά; Χάθηκε καμιά άλλη δουλειά, που να ταιριάζει στην ηλικία του; είπε, ρίχνοντας τη ματιά του με λύπηση πάνω στον ποιητή, που ανύποπτος κοίταζε μέσα στο βιβλίο και διάβαζε… 2 Μια μέρα φανήκανε κάτι εργάτες να σκάβουνε μέσα στο χωράφι. — Τι φτιάνουνε εκεί; ρώτησε ο ποιητής. — Να, θα χτίσουνε, αποκρίθηκε αδιάφορα ο καφετζής.

Στην αρχή δεν είχε κανένα λόγο ν’ ανησυχήσει.

Μα σαν άκουσε πως το χτίριο προοριζότανε για μπυραρία, ένιωσε μια μικρή, μικρούλα ανησυχία.

Μα γλήγορα βρήκε τρόπο να τηνέ διασκεδάσει κι αυτή. — Δε βαριέσαι.

Ο καθένας με την τύχη του, είπε στη γυναίκα του. — Σα να μη μ’ αρέσει αυτή η δουλειά, είπε κείνη.

Ο καφετζής θύμωσε. — Πάψε, καημένη, μην είσαι μουρμουριάρα.

Έχει και για μας ο Θεός, φώναξε.

Όπως το είπανε.

Μια μπυραρία υψώθηκε μέσα στη εξοχή.

Το λευκό χτίριο πώς φάνταζε τώρα, κομψό, καθαρό, αντίκρυ στο φτωχομάγαζο, με τους πλίθρινους τοίχους και την καλαμένια στέγη, που δεν μπορούσε να συγκρατήσει το νερό της βροχής, και που μέσα από τις χαραμάδες των καλαμιών μπορούσε κανείς να βλέπει τη νύχτα τον ουρανό.

Το καινούριο μαγαζί είχε κι αυτό έναν κήπο, μα αυτός ήταν τριγυρισμένος με σιδερένια κάγκελα, βαμμένα πράσινα.

Είχε ακόμα και μια σειρά κάμαρες στο βάθος. — Αυτές τις κάμαρες τι τις χρειάζεται; είπε μια μέρα ο καφετζής με απορία. — Ξέρω κι εγώ; είπε η γυναίκα του.

Την άλλη μέρα είδε μια μεγάλη επιγραφή πάνω από την είσοδο «Δωμάτια ιδιαίτερα δι’ οικογενείας».. Η απορία του διαλύθηκε σαν είδε σε λίγες ημέρες να τρυπώνουνε διάφορα ζευγαράκια στον κήπο και να κλείνουνται μονάχα τους μέσα στις κάμαρες. — Α, αυτό λοιπόν, ήτανε; μουρμούρισε.

Από τότες έγινε σκεφτικός. — Απόχτησες και γείτονα, του είπε ένα δειλινό ο ποιητής. — Ναι, μα κακό γείτονα, αποκρίθηκε με τόνο σκεφτικό. Αλήθεια.

Τώρα λιγοστοί πια μπαίνανε στον κήπο με τα καλάμια και τ’ αραποσίτια και τους αψηλούς ποικιλόχρωμους ήλιους και τους βασιλικούς και τις μαντζουράνες.

Όλες οι παρέες προτιμούσανε την αντικρινή μπυραρία.

Εκεί βρίσκανε πάστρα, περιποίηση, μεζέδες πλούσιους.

Όλα εκεί ήτανε όμορφα και αριστοκρατικά.

Και τα δωμάτια τα ιδιαίτερα σπάνια να τα ιδείς με την πόρτα ανοιχτή.

Νύχτα μέρα, πάντα θα είχανε κάποιο ζευγαράκι να φιλοξενήσουνε, σαν ευεργετικοί κρυψώνες.

Ο κήπος με τα καλάμια και τ’ αραποσίτια ρήμαξε.

Σκεδό δεν απόμεινε πια τώρα άλλος πελάτης, παρά ο ποιητής.

Μόνο αυτός ξακολουθούσε να ‘ρχεται κάθε δειλινό και να κάθεται στη συνηθισμένη του θέση.

Λουκούμι και βιβλίο.

Τι μονότονοι που είναι κι αυτοί οι ποιητές.

Όσο που ένα βράδυ δεν τον είδε ούτε αυτόνε να ‘ρθει.

Τον περίμενε και το άλλο βράδυ, μα δε φάνηκε. — Πάει, μας παράτησε κι αυτός, μουρμούρισε ο καφετζής λυπημένος. — Μην πέθανε; ψιθύρισε η γυναίκα του.

Τα παιδιά κυλιόντανε χάμω στο χώμα.

Η γυναίκα πήγε στο πηγάδι κι άρχισε να γυρίζει το μαγκάνι.

Το τρίξιμο του μαγκανιού αντηχούσε μελαχολικό, παραπονιάρικο.

Κι ήτανε ένα νερό, κρύσταλλο, και χωνευτικό.

Ο άλλος κουβαλούσε κάθε μέρα με το βαρέλι.

Κι ωστόσο… Πολλές φορές στεκότανε στην οξώπορτα, με τα χέρια σταυρωμένα και κοίταζε τους ανθρώπους που ερχόντανε από τον δρόμο.

Ζυγώνανε, κι ύστερα άξαφνα στρίβανε για την μπυραρία.

Τα μάτια του καρφωνόντανε τότε γιομάτα φτόνο προς το λευκό χτίριο που ήρθε και στάθηκε αντίκρυ του.

Η επιγραφή «δωμάτια ιδιαίτερα δι’ οικογενείας» φάνταζε πάντα μπροστά του, μ’ ένα νόημα αλλιώτικο, σαν κάτι που δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του.

Αυτός, από την επαρχία του που ήτανε φερμένος κι άνοιξε κείνο το εξοχικό καφενεδάκι, δεν μπορούσε να το καταλάβει τι θα πει αυτό, ένα μαγαζί να ‘χει και κάμαρες ξεχωριστές για οικογένειες… — Βρομοδουλειές, ψιθύρισε.

Μια μέρα είπε στη γυναίκα του. — Δεν πάμε καλά.

Πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας.

Μας έφαγε ο γείτονας.

Κι έχουμε και παιδιά να μεγαλώσουμε. — Χώρια το κορίτσι μας, που βλέπει κάθε μέρα αυτά τα πράματα, πρόστεσε κι η γυναίκα… — Έχεις δίκιο.

Αυτό δεν το είχα συλλογιστεί.

Ο ποιητής ξαναφάνηκε ύστερις από καιρό, ανέλπιστα.

Ένας σωρός λάσπη κόκκινη και δυο τρεις σειρές από πλίθρες ορθογώνιες, κόκκινες, μαλακές, σα γινωμένα ψωμιά, απλωμένες στον ήλιο για να στεγνώσουνε, του κινήσανε την περιέργεια, καθώς τις είδε όξω από το μαγαζί. — Ε, τι έχουμε, καμιά οικοδομή; ρώτησε.

Ο καφετζής δεν του ‘δωκε καθαρή απάντηση, σα να στενοχωρέθηκε με το ρώτημά του.

Οι πλίθρες υψωνόνταν σωρός.

Έπειτα ήρθανε τα καλάμια, ένας σωρός παλιοσάνιδα, παλιές πόρτες.

Όλα προμηνούσανε κάποια οικοδομή που σκεδιαζότανε με αυτό το υλικό που μαζευότανε σιγά σιγά.

Μια μέρα ο ποιητής είδε εργάτες να σκάβουνε στο πίσω μέρος της αυλής. — Τι φτιάνετε αυτού; ρώτησε. — Θεμέλια ανοίγουμε, απάντησε ένας.

Φανερό πια πως ο καφετζής σκεδίαζε κάποια οικοδομή. Περίεργο.

Τώρα απόφευγε να τονέ ζυγώνει, να του κουβεντιάζει και σαν ερχότανε το ζήτημα της οικοδομής στη μέση, άλλαζε στη στιγμή την κουβέντα. — Ε, κάτι λογαριάζουμε κι εμείς… να ιδούμε… Απαντούσε με μασημένα λόγια, μ’ ένα στενόχωρο ύφος.

Η οικοδομή προχωρούσε.

Ήτανε δυο καμαρούλες εκεί πίσω, στο βάθος της αυλής, σ’ ένα μέρος απόκρυφο, πίσω από τα δέντρα, που τους στέκανε μπρος σαν τοίχος και τις κρύβανε από τα μάτια των ανθρώπων. — Περίεργο.

Τι του ήρθε να χτίσει σε κείνη την άκρη; Γιατί δεν έχτιζε προς τον δρόμο; Είπε ο ποιητής με τον νου του.

Έπειτα η οικοδομή σταμάτησε στη μέση.

Αυτό βάστηξε καιρό.

Οι χτίστες δουλεύανε λίγες ημέρες και σταματούσανε.

Η μεγάλη δυσκολία παρουσιάστηκε σαν τελειώσανε οι τοίχοι κι ήρθε ο καιρός για τα κουφώματα.

Φωτιά και λαύρα η ξυλεία.

Μόνο τα καλάμια, δεμένα σε μάτσα, που ακουμπούσανε ορθά στον τοίχο, περιμένανε στην αυλή τον μάστορη να τα βάλει στη στέγη.

Οι τοίχοι χάσκανε ξέσκεποι.

Ο καφετζής κάπου οικονόμησε λίγα παλιά κουφώματα. — Τι ετοιμάζεις αυτού; ρώτησε μια μέρα ο ποιητής.

Κείνος απόφυγε πάλε να του αποκριθεί καθαρά. — Ε, δυο καμαρούλες ρίχνω.

Έχουμε και παιδιά βλέπεις… Έπειτα άλλαξε γλήγορα την κουβέντα, και πρόστεσε· — Κεσάτια. Αλήθεια.

Λιγοστοί, σπάνιοι οι άνθρωποι που μπαίνανε στον κήπο.

Το μαγαζί ρήμαξε.

Τώρα ο καφετζής, εξόν από το κρουσταλλένιο νερό του πηγαδιού του, πάντα δροσερό κι άφτονο, δεν είχε τίποτις άλλο να προσφέρει στους μουστερήδες.

Το λουκούμι του ξερό, πέτρα, κι όσο για τον καφέ, πότε του ‘λειπε ο καφές και πότε η ζάχαρη· όσο για τη φωτιά, έτρεχε και μάζευε ξυλαράκια, κάθε φορά που του παραγγέλνανε κανέναν καφέ.

Περάσανε μήνες.

Ο καφετζής έτρεχε παντού για λεφτά.

Βιαζότανε όπως όπως να τελειώσει την οικοδομή.

Ζήτησε δανεικά, μα κανείς δεν του ‘δωσε, όσο που στα τελευταία αναγκάστηκε να βάλει αμανάτι κάτι χρυσαφικά της γυναίκας του.

Είχε ανάγκη ν’ αγοράσει κάμποσα σανίδια, να πλερώσει και τους μαστόρους που περιμένανε.

Περάσανε μήνες.

Ο ποιητής έτυχε να λείψει πάλε κάμποσον καιρό.

Σαν ξαναήρθε και τα μάτια του πέσανε σε μια επιγραφή γραμμένη με λαδομπογιά μαύρη πάνω σ’ ένα κομμάτι σανίδι τοποθετημένο προς το μέρος του δρόμου για να φαίνεται αμέσως από τους διαβάτες που θα περνούσανε. «Δομάτια ειδιέταιρα δια ικογενίας.» Χαμογέλασε μ’ έναν τρόπο θλιβερό.

Κάθισε στο συνηθισμένο τραπεζάκι του.

Περίμενε να ‘ρθεί ο καφετζής να τονέ σερβίρει, να του πιάσει κουβέντα σαν άλλοτε.

Δε φάνηκε.

Χτύπησε, ξαναχτύπησε το τραπέζι. Κανείς.

Στα τελευταία φάνηκε να ‘ρχεται το παιδάκι του καφετζή με τον δίσκο και το λουκούμι που το κρατούσε μ’ ευλάβεια. — Πού είναι ο πατέρας σου; ρώτησε ο ποιητής περίεργος. — Μέσα.

Έχει δουλειά.

Είχε ντραπεί να παρουσιαστεί ο ίδιος… Ζύγωνε να νυχτώσει… Ένα ζευγάρι τρύπωσε με τρόπο μέσα στον κήπο από μια πλαγινή πορτούλα, που είχε ανοίξει, και διευθύθηκε ίσα προς τις κάμαρες.

Σε λίγο είδε την πόρτα της καμαρούλας να κλείνεται πίσω τους.

Ο ποιητής έβγαλε το καρνεδάκι του, ένα καρνεδάκι που έριχνε πρόχειρα τις σκέψεις του, και σημείωσε· «Αλίμονο· το ποιητικό καφενεδάκι πέθανε.

Έγινε επιχείρηση» Ένιωσε μια θλίψη αόριστη… Έτσι, σα να μάθαινε άξαφνα τον θάνατο κάποιου γνωστού του, κάποιου αγαπημένου του. Και δεν ξαναφάνηκε στο καφενεδάκι. ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΔΑΚΙ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences