Ο χαλβάς της γιαγιάς Μαρίκας Το τσίπουρο έβραζε ακόμα στο καζάνι όταν η γιαγιά Μαρίκα άναψε τη φωτιά για τον χαλβά. Νοέμβρης ήταν, η μυρωδιά της υγρασίας έμπαινε από τις χαραμάδες, και στο σπίτι...
Ο χαλβάς της γιαγιάς Μαρίκας Το τσίπουρο έβραζε ακόμα στο καζάνι όταν η γιαγιά Μαρίκα άναψε τη φωτιά για τον χαλβά.
Νοέμβρης ήταν, η μυρωδιά της υγρασίας έμπαινε από τις χαραμάδες, και στο σπίτι μύριζε ήδη καμένο σιμιγδάλι.
Έλα δω, ψυχή μου, μου είπε.
Τα χέρια της ήταν χοντρά, με φλέβες σαν ρίζες καρυδιάς.
Ο χαλβάς θέλει υπομονή.
Όπως κι η ζωή.
Εγώ ήμουν οχτώ χρονών.
Καθόμουν στο σκαμνί και την κοιτούσα.
Πρώτα έλιωσε το βούτυρο.
Όχι μαργαρίνη.
Η μαργαρίνη είναι για τους Φραγκούς, έλεγε.
Το βούτυρο από τα πρόβατα του παππού.
Άφριζε και μύριζε μαντρί και καλοκαίρι.
Μετά έριξε το σιμιγδάλι.
Το καβούρντιζε με την ξύλινη κουτάλα.
Αργά, υπομονετικά να γίνει ξανθό, σαν τα μαλλιά της μάνας σου πριν ασπρίσουν απ’ τα βάσανα, Το χρώμα άλλαζε σιγά σιγά.
Από άσπρο σε χρυσό, από χρυσό σε καφετί.
Το σπίτι γέμισε καπνό και μνήμη. Στην Τραπεζούντα, άρχισε, τον φτιάχναμε όταν είχαμε γιορτή και όταν είχαμε θάνατο.
Ο χαλβάς είναι για τα γλυκά και τα πικρά.
Το σιρόπι έβραζε δίπλα.
Νερό, ζάχαρη, κανέλα, γαρύφαλλο.
Το έριξε μεμιάς. Φφ! Ο ατμός πετάχτηκε στο ταβάνι.
Εγώ πετάχτηκα πίσω.
Εκείνη δεν κουνήθηκε.
Μόνο ανακάτευε.
Δυνατά τώρα.
Να μην σβολιάσει.
Ο ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπό της και έσταζε μέσα στο χαλβά, να πάρει κι από μένα, είπε και γέλασε.
Όταν έσφιξε, τον έριξε στην πιατέλα.
Τον πατούσε με βρεγμένο κουτάλι.
Να γίνει λείος.
Από πάνω αμύγδαλα.
Τα καρφίτσωνε ένα, όπως κάρφωνε τις προσευχές της στον Άη Γιώργη.
Γιατί τον κάνουμε, γιαγιά; Σταμάτησε.
Με κοίταξε.
Τα μάτια της ήταν θολά, σαν το τζάμι τον χειμώνα.
Γιατί το ’ταξε η μάνα μου στην Παναγία Σουμελά, όταν φύγαμε το ’22. Είπε: αν σωθούμε, κάθε χρόνο χαλβά. Σωθήκαμε.
Κι από τότε, κάθε Νοέμβρη, τον φτιάχνω.
Για να μην ξεχάσουμε.
Μου έδωσε ένα κομμάτι ζεστό. Έκαιγε.
Το φυσούσα και το έτρωγα.
Γλυκό, καυτερό από την κανέλα, με τη μυρωδιά του βουτύρου και του καπνού.
Με τη γεύση του ιδρώτα της.
Χρόνια μετά, όταν έφυγε η γιαγιά Μαρίκα, βρήκα το τετράδιο με τις συνταγές της.
Στο περιθώριο, με μολύβι, έγραφε: Ένα, δύο, τρία, τέσσερα.
Ένα λάδι, δύο σιμιγδάλι, τρία ζάχαρη, τέσσερα νερό.
Μα το πιο σημαντικό είναι το πέμπτο.
Το δάκρυ.
Χωρίς αυτό, χαλβάς δεν γίνεται.
Φέτος τον Νοέμβρη, άναψα τη φωτιά.
Έλιωσα το βούτυρο.
Το σιμιγδάλι έγινε ξανθό. Όταν έριξα το σιρόπι, πετάχτηκα πίσω από τον ατμό. Όπως τότε και δάκρυσα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους