Η νέα πραγματικότητα της παγκόσμιας ενεργειακής ισορροπίας Υπάρχουν ορισμένες βασικές αλήθειες για την παγκόσμια αγορά ενέργειας που παραμένουν άγνωστες σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, ενώ συχνά...
Η νέα πραγματικότητα της παγκόσμιας ενεργειακής ισορροπίας Υπάρχουν ορισμένες βασικές αλήθειες για την παγκόσμια αγορά ενέργειας που παραμένουν άγνωστες σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, ενώ συχνά επικρατεί η ακριβώς αντίθετη εντύπωση.
Ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και όχι η Σαουδική Αραβία.
Ο μεγαλύτερος καταναλωτής πετρελαίου είναι επίσης οι Ηνωμένες Πολιτείες και όχι η Κίνα.
Ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαϊκών προϊόντων είναι και πάλι οι ΗΠΑ, οι οποίες την ίδια στιγμή παραμένουν και από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς.
Τα μεγαλύτερα γνωστά αποθέματα βρίσκονται στη Βενεζουέλα, μια χώρα που δεν λειτουργεί ως κανονικός και πλήρως ενταγμένος παίκτης της αγοράς, καθώς κινείται μέσα σε πλαίσιο κυρώσεων, πολιτικών πιέσεων και ελεγχόμενης επανόδου. Η Ουάσιγκτον έχει πλέον καθοριστικό ρόλο στις επενδύσεις προς τη Βενεζουέλα και στις ροές που μπορούν να προκύψουν από αυτήν.
Μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των πρώτων ημερών της χρονιάς, η οποία διήρκεσε λίγες ώρες και εξελίχθηκε ουσιαστικά χωρίς απώλειες για τις αμερικανικές δυνάμεις, ο Νικολάς Μαδούρο απομακρύνθηκε από το προσκήνιο, ενώ για χρόνια είχε καταγγελθεί από τη Δύση ως δικτάτορας και δεν αναγνωριζόταν πολιτικά από μεγάλο μέρος της.
Με βάση αυτή την εξέλιξη, οι ΗΠΑ δεν ελέγχουν μόνο ένα σημαντικό μέρος της υφιστάμενης παγκόσμιας παραγωγής, αλλά και τη διαδικασία επανένταξης της χώρας με τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα στον κόσμο.
Από εκεί αρχίζει να διακρίνεται καθαρά η πραγματικότητα που πολλοί δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί: η αγορά ενέργειας δεν είναι αυτή που πιστεύουν οι περισσότεροι, ενώ οι πρόσφατες εξελίξεις δεν οδηγούν προς την κατεύθυνση που θεωρούν δεδομένη κυρίως οι Ευρωπαίοι.
Μέχρι το 2008, τον κεντρικό έλεγχο του παιχνιδιού τον είχε ο OPEC+, με βασικούς πυλώνες τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν τότε ο μεγάλος καταναλωτής και ο εξαρτημένος εισαγωγέας, ενώ η Κίνα αναπτυσσόταν ταχύτατα ως νέος μεγάλος πόλος ζήτησης.
Μέσα σε μία δεκαετία, η ισορροπία αυτή ανατράπηκε.
Με την επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου, η οποία στηρίχθηκε στον συνδυασμό της υδραυλικής ρωγμάτωσης και της οριζόντιας γεώτρησης, οι ΗΠΑ αύξησαν την παραγωγή τους κατά σχεδόν 9 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν μια απλή τεχνολογική βελτίωση.
Ήταν σχεδόν τριπλασιασμός της εγχώριας παραγωγής τους μέσα σε λίγα χρόνια. Οι ΗΠΑ πρόσθεσαν στην παγκόσμια αγορά μια παραγωγική ισχύ αντίστοιχη με εκείνη της Σαουδικής Αραβίας και άλλαξαν τη διεθνή ενεργειακή ισορροπία με τρόπο που στην Ευρώπη πολλοί εξακολουθούν να μη βλέπουν.
Το φαινομενικό παράδοξο των ΗΠΑ εξηγείται από τη λειτουργία του ίδιου του αμερικανικού ενεργειακού συστήματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταναλώνουν περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ενώ η Κίνα περίπου 16 εκατομμύρια. Η Κίνα εισάγει περίπου 11 εκατομμύρια βαρέλια, ενώ οι ΗΠΑ εισάγουν πολύ λιγότερα και την ίδια στιγμή εξάγουν, με καθαρές εισαγωγές πετρελαίου περίπου 2,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Η εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν είναι απλώς μια αγορά.
Είναι ένα ολοκληρωμένο σύστημα παραγωγής, διύλισης, εισαγωγών, εξαγωγών και ελέγχου ροών.
Παράγουν ελαφρύ πετρέλαιο, εισάγουν βαρύ, το διυλίζουν και εξάγουν τα παράγωγα.
Ο στόχος τους δεν είναι η στενή αυτάρκεια, αλλά ο έλεγχος της αλυσίδας αξίας.
Το ελαφρύ αμερικανικό πετρέλαιο αποδίδει καλύτερα σε βενζίνη και νάφθα, ενώ το βαρύτερο πετρέλαιο από τη Σαουδική Αραβία, τον Καναδά, το Ιράν και άλλες χώρες αποδίδει περισσότερο σε ντίζελ, αεροπορικά καύσιμα και άλλα προϊόντα.
Τα αμερικανικά διυλιστήρια, κυρίως στον Νότο και στον Κόλπο του Μεξικού, είχαν κατασκευαστεί για να επεξεργάζονται βαρύ εισαγόμενο πετρέλαιο.
Σήμερα συνδυάζουν το εισαγόμενο βαρύ με το εγχώριο ελαφρύ για να πετυχαίνουν καλύτερες αποδόσεις.
Έτσι, οι ΗΠΑ εξάγουν δικό τους πετρέλαιο και εισάγουν βαρύ από το εξωτερικό, κυρίως από τον Καναδά και το Μεξικό, ώστε να επιτυγχάνουν τη βέλτιστη μίξη και να μεγιστοποιούν το όφελος των διυλιστηρίων τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περάσει πλέον από τη λογική της ενεργειακής ανεξαρτησίας στη λογική της ενεργειακής κυριαρχίας.
Παράγουν περίπου 13,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, δηλαδή σχεδόν όσο η Σαουδική Αραβία και το Ιράν μαζί, και περισσότερο από όσο παράγουν μαζί η Ρωσία και το Ιράν.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι μπορούν να αυξομειώνουν και να προσαρμόζουν την παραγωγή τους ταχύτερα από οποιονδήποτε άλλο μεγάλο παραγωγό.
Δεν έχουν απόλυτο έλεγχο της αγοράς, διαθέτουν όμως τη δυνατότητα να την επηρεάζουν και να την κατευθύνουν.
Αυτό αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται ο OPEC, αλλάζει τη διαπραγματευτική ισχύ των παραγωγών και επηρεάζει συνολικά τις τιμές και τις γεωπολιτικές ισορροπίες.
Το κλειδί των επόμενων εξελίξεων βρίσκεται στην υπερπροσφορά. Η Βενεζουέλα έχει τεράστια αποθέματα και περιορισμένη παραγωγή. Το Ιράν εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κυρώσεις και υπό συνθήκες θαλάσσιου περιορισμού. Η Ρωσία τελεί επίσης υπό καθεστώς κυρώσεων.
Η αμερικανική πολιτική υπό τον Τραμπ αναζητεί τρόπους επανένταξης και των τριών αυτών χωρών στη διεθνή αγορά. Στη Βενεζουέλα, η εξουδετέρωση του Μαδούρο ανοίγει τη διαδικασία επιστροφής, έστω και σε βάθος χρόνου. Στο Ιράν, ο στόχος είναι η αποδυνάμωση των σκληροπυρηνικών Φρουρών της Επανάστασης, ο έλεγχος του πυρηνικού προγράμματος και των βαλλιστικών δυνατοτήτων, με αντάλλαγμα την πλήρη άρση των κυρώσεων. Στη Ρωσία, η επιδίωξη είναι ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία και η σταδιακή άρση των κυρώσεων, διαδικασία που ήδη εμφανίζεται να έχει αρχίσει προσωρινά.
Όταν οι ποσότητες που σήμερα παραμένουν εκτός αγοράς ή κινούνται περιορισμένα λόγω κυρώσεων επιστρέψουν πλήρως στη διεθνή κυκλοφορία, ενώ οι ΗΠΑ συνεχίζουν να παράγουν σε πολύ υψηλά επίπεδα, η εικόνα θα αλλάξει.
Η αγορά δεν θα κινείται με όρους έλλειψης, αλλά με όρους υπερπροσφοράς και πίεσης στις τιμές. Ο OPEC, που μέχρι πρόσφατα είχε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών μέσω ελέγχου της παραγωγής, θα εμφανίζεται πλέον πιο αποδυναμωμένος, ειδικά μετά την αποχώρηση των Εμιράτων.
Το μέλλον που διαμορφώνεται είναι διαφορετικό από το παρόν που βιώνουμε σήμερα.
Τώρα οι τιμές είναι υψηλές και κινούνται ανοδικά, έστω χωρίς τις αλματώδεις αυξήσεις προηγούμενων διεθνών κρίσεων.
Στο εγγύς μέλλον, όμως, η πίεση από τη διεύρυνση της προσφοράς μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη υποχώρηση των τιμών, ενώ ο OPEC θα δυσκολεύεται να τις συγκρατήσει περιορίζοντας την παραγωγή.
Από αυτή την εξέλιξη θα προκύψουν διαφορετικά οφέλη για διαφορετικούς παίκτες.
Οι χώρες που βρίσκονται σήμερα υπό κυρώσεις θα κερδίζουν ακόμη και με χαμηλότερες διεθνείς τιμές, διότι θα πωλούν ελεύθερα χωρίς το κόστος και τα πριμ που απαιτεί η παράκαμψη των περιορισμών. Η Κίνα και η Ινδία θα αγοράζουν από μια ευρύτερη διεθνή προσφορά σε χαμηλότερες τιμές.
Οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ωφελούνται ως μεγάλη καταναλώτρια οικονομία, αν και θα δέχονται απώλειες ως παραγωγός χώρα.
Διαθέτουν όμως την ευελιξία να τροποποιούν το ενεργειακό τους μίγμα, να βελτιστοποιούν την απόδοση των διυλιστηρίων τους και να περιορίζουν τις ζημίες τους. Η Σαουδική Αραβία θα χάσει μέρος του ελέγχου της παγκόσμιας αγοράς και θα έχει μικρότερα έσοδα από χαμηλότερες τιμές, θα κερδίσει όμως σε σταθερότητα, ασφάλεια και διάρκεια, εφόσον αποδυναμωθούν οι σκληροπυρηνικοί μηχανισμοί στο γειτονικό Ιράν και οι υδρογονάνθρακες παραμείνουν για αρκετές ακόμη δεκαετίες στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας.
Αυτό είναι το πιο κρίσιμο σημείο.
Η αισθητά μεγαλύτερη διεθνής προσφορά από τη σταδιακή άρση κυρώσεων σε Βενεζουέλα, Ιράν και Ρωσία μπορεί να συμπιέσει σημαντικά τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθιστώντας τη βεβιασμένη πράσινη μετάβαση ακόμη πιο ασύμφορη οικονομικά, πέρα από τα τεχνικά προβλήματα που ήδη παρουσιάζει.
Η πράσινη ενέργεια δεν προωθήθηκε λόγω προβλεπόμενης έλλειψης πετρελαίου.
Προωθήθηκε με το επιχείρημα της σωτηρίας του πλανήτη.
Οι τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα δεν μπορούν ακόμη να υποκαταστήσουν πλήρως τα ορυκτά καύσιμα. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς τους υδρογονάνθρακες, όχι ως πλήρες υποκατάστατό τους.
Η διαφορά ανάμεσα στο συμπλήρωμα και στο υποκατάστατο είναι καθοριστική για την κατανόηση του ενεργειακού προβλήματος. Η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί στη δυσκολότερη θέση.
Επέλεξε άμεση υποκατάσταση, ταχεία απανθρακοποίηση και ενεργειακή πολιτική χωρίς επαρκή αυτάρκεια.
Σε έναν κόσμο όπου οι υδρογονάνθρακες θα παραμένουν σχετικά φθηνοί και όπου ο στρατηγικός έλεγχος της ενέργειας θα βρίσκεται σε άλλα κέντρα ισχύος, η ευρωπαϊκή στρατηγική θα συγκρούεται ολοένα περισσότερο με την πραγματικότητα.
Θα συγκρουστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη Ρωσία και τελικά με την Κίνα, η οποία χρειάζεται επίσης φθηνούς και σταθερούς υδρογονάνθρακες για να στηρίξει τη βιομηχανική της βάση. Η Ευρώπη θα υποχρεωθεί να επανεξετάσει γρήγορα την ενεργειακή της πολιτική.
Η ανάγκη θα επιβάλει την απομάκρυνση από ιδεολογικές εμμονές, με μεγάλες εσωτερικές πολιτικές τριβές.
Η αμερικανική κυριαρχία στην αγορά πετρελαίου έχει ακόμη μία συνέπεια: αναστέλλει την αποδολαριοποίηση.
Η ενέργεια και κυρίως το πετρέλαιο εξακολουθούν να τιμολογούνται κυρίως σε δολάρια.
Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες ελέγχουν σημαντικό μέρος της προσφοράς και των ροών της αγοράς, το δολάριο παραμένει ο κεντρικός άξονας του διεθνούς ενεργειακού συστήματος.
Η θέση αυτή επηρεάζει τις διεθνείς συναλλαγές, τη νομισματική ισχύ των ΗΠΑ και την ανθεκτικότητα του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος απέναντι σε προσπάθειες αποσύνδεσης από το δολάριο. Η Ελλάδα οφείλει να προετοιμαστεί για έναν κόσμο που επιστρέφει στους υδρογονάνθρακες, ενώ μέχρι σήμερα ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με την πράσινη μετάβαση.
Θα πρέπει να δει την Ευρώπη που, για να αποφύγει την αποβιομηχάνιση, θα χρειαστεί να στραφεί ξανά στους υδρογονάνθρακες και στην αναβίωση της πυρηνικής ενέργειας, την οποία για χρόνια είχε παραμερίσει.
Θα πρέπει επίσης να αντιληφθεί ότι μια Ευρώπη που αναζητεί επειγόντως δικούς της ενεργειακούς πόρους θα στραφεί αναπόφευκτα στα νέα κοιτάσματα υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου, κυρίως στις ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η πίεση της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει να ελέγξει τα κοιτάσματα αυτά και να τα αποσπάσει από την ελληνική και κυπριακή δικαιοδοσία.
Στο ίδιο περιβάλλον, το Ισραήλ, που εντείνει την αντιπαλότητά του με την Τουρκία, αναδεικνύεται όλο και περισσότερο ως ο κατεξοχήν σύμμαχος της Ελλάδας στην περιοχή.
Ο παγκόσμιος γεωπολιτικός χάρτης αναδιατάσσεται και ο παγκόσμιος ενεργειακός χάρτης αλλάζει ακόμη ταχύτερα.
Η σύγκρουση συμφερόντων μετατοπίζεται ήδη προς την περιοχή μας, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται ανέτοιμη, απροετοίμαστη και συχνά ανυποψίαστη.
Αυτό το έλλειμμα στρατηγικής μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά βαρύ σε μια περίοδο κατά την οποία η ενέργεια επιστρέφει στο κέντρο της γεωπολιτικής.
Σε λίγα χρόνια, οι σημερινές διακηρύξεις ότι οι υδρογονάνθρακες είναι ξεπερασμένοι θα μοιάζουν ακατανόητες.
Ο τρόπος με τον οποίο διατέθηκαν πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης κυρίως σε έργα ΑΠΕ θα προκαλεί βαριά αποτίμηση.
Η σημερινή τιμολόγηση της ενέργειας μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας θα αντιμετωπίζεται ως παράδειγμα στρέβλωσης.
Οι διακηρύξεις φιλίας προς την Τουρκία, την ώρα που η Άγκυρα προωθούσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο και δέσμευε μεγάλες περιοχές του Αιγαίου, θα καταγράφονται ως ένδειξη στρατηγικής τύφλωσης.
Το κλείσιμο ενός σύγχρονου λιγνιτικού εργοστασίου για μετατροπή του σε μονάδα φυσικού αερίου θα εμφανίζεται ως αντικατάσταση φθηνού εγχώριου καυσίμου με ακριβότερο εισαγόμενο.
Τα τελευταία χρόνια έγιναν επιλογές προς λάθος κατεύθυνση.
Τώρα επιχειρείται στροφή προς την αντίθετη πλευρά, με τρόπο που πάλι κινδυνεύει να οδηγήσει σε νέα λάθη. Αυτό είναι το πραγματικό κατόρθωμα της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους