– Κάτσε! Δεν είμαστε σπίτι! – είπε ήρεμα ο Πέτρος. – Μα χτυπάνε το κουδούνι! – η Βαλάντω πετάχτηκε, μισοσηκωμένη από τον καναπέ. – Άστους, – απάντησε ο Πέτρος. – Κι αν είναι κάποιος σημαντικός...
– Κάτσε! Δεν είμαστε σπίτι! – είπε ήρεμα ο Πέτρος. – Μα χτυπάνε το κουδούνι! – η Βαλάντω πετάχτηκε, μισοσηκωμένη από τον καναπέ. – Άστους, – απάντησε ο Πέτρος. – Κι αν είναι κάποιος σημαντικός; – ψιθύρισε η Βαλάντω. – Ή για σοβαρή δουλειά; – Σάββατο, δώδεκα η ώρα.
Δεν έχεις καλέσει κανέναν, ούτε περιμένω εγώ κανέναν.
Τι συμπέρασμα βγάζουμε; – Ας ρίξω μια ματιά από το ματάκι! – ψιθύρισε η Βαλάντω. – Κάτσε κάτω! – είπε ο Πέτρος, αρκετά αυστηρά ώστε να κοκαλώσει η ατμόσφαιρα. – Δεν είμαστε σπίτι.
Όποιος κι αν είναι, ας φύγει όπως ήρθε! – Τι, ξέρεις ποιος είναι; – αναρωτήθηκε η Βαλάντω. – Υποψιάζομαι κι εξού να μη φανεί κανείς μπροστά στα παράθυρα, – έσκυψε ο Πέτρος. – Αν είναι αυτό που νομίζω, αποκλείεται να φύγουν εύκολα! – είπε η Βαλάντω με ύφος μάρτυρος. – Εξαρτάται από το πόσο καιρό δεν θα τους ανοίξουμε την πόρτα, – απάντησε ο Πέτρος ψύχραιμα. – Μην ανησυχείς, στο πεζοδρόμιο δεν θα διανυκτερεύσουν.
Κι εμείς δεν έχουμε πουθενά να πάμε ούτως ή άλλως.
Βολέψου, βάλε ακουστικά, πάρε το κινητό και βάλε ταινία. – Πέτρο, είναι η μαμά μου στο τηλέφωνο, – είπε η Βαλάντω, τεντώνοντας την οθόνη του κινητού. – Άρα στην πόρτα είναι η θεία σου με τον ιλιγγιωδώς αδιάφορο Κωστή, – αποφάνθηκε ο Πέτρος. – Από που το κατάλαβες; – απόρησε η Βαλάντω. – Αν ήταν ο δικός μου ξάδερφος, – έσυρε επίτηδες το «α» γεμάτο απέχθεια, – θα είχε τηλεφωνήσει η μάνα μου! – Μόνο αυτή η εκδοχή παίζει; – αναρωτήθηκε η Βαλάντω. – Αν είναι γείτονας, δεν θέλω κουβέντα.
Αν ήταν φίλος, θα είχαν τηλεφωνήσει πρώτα και τώρα θα είχαν γυρίσει από εκεί που ήρθαν.
Ποιος άλλος παίρνει σβάρνα τα κουδούνια Σάββατο μεσημέρι; Οι συγγενείς μας οι ενοχλητικοί, ποιοι άλλοι! – Πέτρο, είναι η θεία μου όντως, – είπε η Βαλάντω με ύφος καταδικασμένου. – Η μαμά μου έστειλε μήνυμα: "Πού τριγυρνάτε εσείς πάλι; Η θεία Νατάσα θα μείνει σε εσάς δυο μερούλες!" – Γράψ’ της, γέμισε η Αθήνα ξενοδοχεία, – χαμογέλασε ο Πέτρος. – Πέτρο! – αγανάκτησε η Βαλάντω. – Δεν μπορώ να γράψω τέτοιο πράγμα στη μάνα μου! – Ξέρω, – αναστέναξε ο Πέτρος. – Γράψε πως δεν είμαστε σπίτι, ότι κοιμόμαστε σε ξενοδοχείο γιατί ψεκάζουμε για κατσαρίδες το διαμέρισμα! – Σωστό! – Βαλάντω έγραψε αμέσως και πάτησε αποστολή. – Πέτρο, λέει τώρα να κλείσουμε δύο δωμάτια σε ξενοδοχείο για τη θεία και τον Κωστή, – είπε ξαφνιασμένη η Βαλάντω. – Πες, πως δεν έχουμε ευρώ ούτε για... ψυγείο.
Κι ότι βρήκαμε δύο κρεβάτια σ’ ένα hostel με άλλους δεκαπέντε ξένους εργάτες στο ίδιο δωμάτιο, – Πέτρος άρχισε να γελάει μόνος του με την εξυπνάδα του. – Μαμά με ρωτάει πότε θα γυρίσουμε σπίτι... – η Βαλάντω σήκωσε το βλέμμα στον άντρα της. – Πες σε μια βδομάδα, – μουρμούρισε ο Πέτρος.
Το κουδούνι σταμάτησε.
Το ζευγάρι αναστέναξε με ανακούφιση. – Πέτρο, η μαμά γράφει ότι η θεία θα έρθει τελικά την άλλη βδομάδα, – μονολόγησε βαριά η Βαλάντω. – Δεν θα είμαστε εδώ πάλι, – τόνισε ο Πέτρος. – Πέτρο… ξέρεις ότι έτσι δεν λύνεται το πρόβλημα, έτσι; Δεν γίνεται να το σκάμε για πάντα! Άμα έρθουν καθημερινή; Ή μας στριμώξουν κάτω απ’ την πόρτα μετά τη δουλειά; Η θεία μου κι ο ξάδερφός σου, δεν έχουν όρια! – Σωστά, – είπε σκυθρωπός ο Πέτρος. – Να μη μας έβαζε ο διάολος να αγοράσουμε τριάρι! – Το πήραμε για τη μελλοντική μεγάλη μας οικογένεια, – είπε η Βαλάντω γλυκά. – Να κάνουμε παιδιά! – Πέτρος είχε ταμπλώσει σοβαρός. – Καλύτερα δύο μαζί! – Σιγά μη φέρω αντίρρηση! Ξέρεις ότι χρειάζεται εξετάσεις... Όλο το αναβάλουμε, δε γίνεται, – είπε αγανακτισμένη η Βαλάντω. – Πρέπει να σταματήσουμε το άγχος, – απάντησε με βαρύ ύφος ο Πέτρος. – Πότε οι δικοί σου, πότε οι δικοί μου, συνέχεια τρώμε τα νύχια μας! Αν μπορούσαμε να τους εξορίσουμε όλους όπου δεν τους πιάνει ο ήλιος – μπορεί και να γίνει θαύμα! Η Βαλάντω δεν διαφώνησε.
Ήξερε ο Πέτρος είχε δίκιο. *** Όταν αποφάσισαν να παντρευτούν, τα έτρεξαν όλα: ακριβές εξετάσεις, τεστ συμβατότητας, γονιδιακά... Μέχρι τη γονιμότητα είχαν ελέγξει.
Όλα μια χαρά.
Αλλά μετά τον γάμο, αναγκάστηκαν να βάλουν το παιδί στον πάγο – έπρεπε να μαζέψουν λεφτά για να πάρουν διαμέρισμα. Κληρονομιά; Χαχα, ας γελάσω.
Μέχρι τον γάμο, κι οι δυο με μαμάδες, σε μονοδωμάτια διαμερίσματα.
Ό,τι είχαν το μάζεψαν από τη δουλειά κι από το σφιχτοχέρι.
Πέντε χρόνια τσίτα δουλειά, φασούλι το φασούλι, κατάφεραν να πάρουν μεγάλο σπίτι.
Βέβαια, ήταν παλιό (καλή ώρα πολυκατοικία του '70), μπήκε λεφτά στο φρεσκάρισμα, και τα έπιπλα μόνο το χρώμα δεν έβαψαν μόνοι τους.
Αλλά τι ευτυχία! Στο κεφάλι τους έπαιζε non stop το τραγούδι εκείνο με τα διαμερίσματα της δεκαετίας του ’60. Ούτε που πρόλαβαν να ανοίξουν το σπίτι, και ήρθε καπάκι η θεία Νατάσα μπουκάροντας με τον κακομοίρη Κωστή.
Για να μη γκρινιάξουν οι νεόνυμφοι, έσυραν μαζί και την πεθερά για υποστήριξη. – Παιδιά, εδώ έχει άνεση, χωράμε όλοι! Άλλο από τα βάσανά μας στα ένα δωμάτιο με τη Βαλάντω! – Τέλεια, – ενέκρινε η θεία Νατάσα. – Μια χαρά, εγώ στη μία κρεβατοκάμαρα, ο Κωστής στο σαλόνι! – Στο σαλόνι κανείς δεν κοιμάται, – πέταξε ο Πέτρος. – Είναι δωμάτιο χαλάρωσης! – Δουλειά δεν θα βγάλω εδώ, να κοιμηθώ ήρθα! – γέλασε η θεία Νατάσα. – Βαλάντω, εξήγα του άντρα σου ότι με τον Κωστή δίπλα δεν γίνεται, ροχαλίζει σα τρακτέρ! Κι έτσι, ήρθαν για επισκέπτες και πρώτα παράπονα.
Και τραπέζι δεν έστρωσαν, και το ψυγείο άδειο, άκουσον άκουσον. – Καλά, – προσποιήθηκε η θεία ευγνωμοσύνη, – Πέτρο, τρέχα για ψώνια, Βαλάντω, στην κουζίνα γρήγορα! – Τι καθόμαστε;! – άρχισε κι η πεθερά. – Ε, όχι κι έτσι! – παραλίγο να φωνάξει ο Πέτρος, αλλά η Βαλάντω τον τράβηξε στο άλλο δωμάτιο.
Μόλις της ξέφυγε απ’ το στόμα, απόρησε: – Βαλάντω, μήπως ήρθαμε ανάποδα; Να τους μαζέψω με τη μάνα σου και να τους βγάλω έξω όλους μαζί; – Πέτρο, άστο, χωριατοκόρη γυναίκα είναι... Έτσι τα μαθαίνει κανείς στο χωριό. – Κι εγώ ξέρω χωριάτες, αλλ’ αυτή η γαϊδουριά δεν είναι έθιμο πουθενά! – Σε παρακαλώ, μη μαλώσεις με τη μάνα κι τη θεία... Θα μου ρημάξουν τα νεύρα μετά! Κι εσύ θα γίνεις εχθρός τους μια για πάντα.
Θέλεις; – Εγώ χέστηκα για το τι θα σκεφτούν! Αν με σέβονται έτσι, και στο Ερημονήσι να χαθούν, δεν θα το καταλάβω καν! – Σε παρακαλώ, αγάπη μου.
Θα με αφορίσει η μάνα αν πετάξω τη θεία Νατάσα.
Δεν έχω κανέναν άλλον, αυτή είναι η οικογένειά μου... Αυτό έπιασε τόπο – ο Πέτρος σφίχτηκε, πήρε αγκαλιά το πορτοφόλι του και κατέληξε στο σούπερ–μάρκετ.
Η θεία Νατάσα τελικά έμεινε δυο εβδομάδες αντί για δύο νύχτες.
Στο τέλος ο Πέτρος είχε γίνει φανατικός της βαλεριάνας.
Το ζευγάρι γιόρτασε την αναχώρηση της θείας με μία τριήμερη μάχη με σφουγγαρίστρα και πανί.
Και μόλις συνήλθαν, να σου και η πλευρά του Πέτρου. – Πετράκηηη, έρχομαι για λίγο, – τον συνέθλιψε αγκαλιά ο ξάδερφος ο Δημήτρης. – Και δουλειές να κανονίσω, και να ξεσκάσουμε! – Ναι αλλά εσύ γιατί δεν έρχεσαι μόνος; – ρώτησε ο Πέτρος. – Μα έχω οικογένεια! Άμα τους αφήσω πίσω στο χωριό, πάει, θα βρω κανέναν μπελά! Και η γυναίκα να με ελέγχει! – Γι’ αυτό ‘φερες και τα παιδιά; – ρώτησε ο Πέτρος. – Μόνος θα τα απασχολώ; Άσε να διαλύσουν και τον τόπο! – του έριξε μια σταυρωτή ο Δημήτρης. – Δημήτρηηηη! – τσίριξε η Σοφία απ’ το διάδρομο. – Εγώ θα διαλύσω τα πάντα στο τέλος! Μία ώρα μετά, η Βαλάντω είχε πέσει με ημικρανία.
Τα παιδιά έκαναν πατινάζ στο διάδρομο, η Σοφία ούρλιαζε σε όλες τις συχνότητες, και ο Δημήτρης ήθελε να βγει για καφέδες και λουκούμια μες στη νύχτα. – Πέτρο, είσαι μοναχοπαίδι νομίζω; – ψιθύρισε η Βαλάντω πνιγμένη στο μαξιλάρι της. – Ξάδερφος από της μάνας μου τη μεριά, – γκρίνιαξε ο Πέτρος. – Αλλά αυτός είναι το χειρότερο. – Δεν με νοιάζει πώς τον λες! Διώξ’ τον, κάπως! – Αν μπορούσα, θα το είχα κάνει πριν! Αλλά αν τον διώξω, η μάνα μου θα κάνει μαραθώνιο ψυχολογικού πολέμου! Δεν έλεγαν να συνέλθουν από τη μία επίσκεψη και εμφανιζόταν η επόμενη.
Η θεία Νατάσα με τον Κωστή όλο βόλτες για δουλειές στην Αθήνα. Ο Δημήτρης με το σόι του κάνα δυο φορές το μήνα για “εκκρεμότητες” στην πρωτεύουσα.
Οι μαμάδες από κοντά.
Η μία έβγαζε το λάδι στον γαμπρό, η άλλη στη νύφη.
Ένα σπιτικό που έμοιαζε με εξαντλητική ολυμπιάδα φιλοξενίας, ψυχολογική κατρακύλα guaranteed.
Όσο για παιδιά; Εδώ ούτε να σκεφτείς, όχι να κάνεις. *** – Να αλλάξουμε διαμέρισμα; – πρότεινε δειλά η Βαλάντω. – Μετακόμιση σε νοσηλευτήριο θες; – μουρμούρισε ο Πέτρος. – Εκεί μας βλέπω σε λίγο! – Όχι, – χαμογέλασε η Βαλάντω. – Να το αλλάξουμε με μιας ίδιας κατηγορίας, σε άλλη περιοχή.
Με το που μετακομίσουμε, να μην μάθει κανείς πού βρισκόμαστε! – Μέχρι να μας βρουν! Κι ο ξάδερφος μου και η θεία σου θα ανακρίνουν τα νέα παιδιά κι άκρη θα βρουν στο τέλος… μας έχουν στο μάτι! – Κι αν έχουμε λίγο χρόνο να κάνουμε και παιδί; – ρώτησε με ελπίδα η Βαλάντω. – Να κάνουμε και να προλάβουμε να το γεννήσουμε… σ’ αυτά τα σόγια ούτε η κοιλιά δε σταματάει κανέναν! – αναστέναξε ο Πέτρος. – Άμα είναι, να φύγουμε κι απ’ το σπίτι, – θρηνήσε η Βαλάντω. – Να τη βγάλουμε κάνα μήνα σε φίλους; – Λες για τον Βαλέρια και την Κατερίνα; – ρώτησε ο Πέτρος. – Ναι, – κούνησε το κεφάλι η Βαλάντω. – Έχουν ελεύθερο δωμάτιο! – Εκεί μένει η Τέρα, – χαμογέλασε πονηρά ο Πέτρος. – Ξέχασες; – Καλύτερα μένω με λυκόσκυλο παρά με τους συγγενείς μας! – είπε η Βαλάντω βαριά. – Περίμενε! – φώναξε ο Πέτρος και άρπαξε το τηλέφωνο. – Βαλέρια, μπορείς να μας δανείσεις το σκυλί; – Ρε φίλε, σωτήρη! Είμαστε να φύγουμε για διακοπές και κανείς δεν κρατάει την Τέρα! Σας αγαπάει κιόλας! Της φέρνω … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους