Το τηλεφωνημα σήμανε συναγερμό: "ο μπαμπάς δεν είναι πολύ καλά". Προτεραιότητες, καθημερινότητα, όλα υπό αναθεώρηση. Το ταξίδι "βαρύ". Γιατί συνειδητοποιείς πως εφτασε η στιγμή που οι ρόλοι αλλάζουν...
Το τηλεφωνημα σήμανε συναγερμό: "ο μπαμπάς δεν είναι πολύ καλά". Προτεραιότητες, καθημερινότητα, όλα υπό αναθεώρηση.
Το ταξίδι "βαρύ". Γιατί συνειδητοποιείς πως εφτασε η στιγμή που οι ρόλοι αλλάζουν.
Ευτυχώς, όλα αντιμετωπίσιμα. Προχωράμε.
Όταν πάντως, πριν λίγες μέρες, έγραφα τις παρακάτω σκέψεις στην εφημερίδα Η Εποχή, δεν φανταζόμουν πόσο σύντομα θα έπαιρναν τέτοιον βιωματικό χαρακτήρα 😔 ΓΕΡΝΑΣ; ΠΕΡΙΣΣΕΨΕΣ Ένα αποτροπιαστικό βίντεο –ούτε το πρώτο, ούτε το μόνο– που δείχνει 98χρονο πάσχοντα από άνοια, στη Χίο, να κακοποιείται από την οικιακή βοηθό, ήταν η αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις.
Γιατί τέτοιες εικόνες κακοποίησης δεν είναι «μεμονωμένα περιστατικά» ούτε «παρεκτροπές» κάποιων ασυνείδητων ατόμων.
Είναι συμπτώματα μιας κοινωνικής οργάνωσης που αντιμετωπίζει τη ζωή με όρους χρησιμότητας, παραγωγικότητας και κόστους και όπου οι ηλικιωμένοι –ιδίως όσοι πάσχουν από άνοια ή Αλτσχάιμερ– μετατρέπονται εύκολα από υποκείμενα με δικαιώματα, σε «περιττά σώματα». Τα διαθέσιμα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.
Διεθνείς μελέτες εκτιμούν ότι έως και το 42,6% των ανθρώπων με άνοια –στην Ελλάδα εκτιμάται ότι περίπου 250.000 άνθρωποι ζουν με κάποια μορφή άνοιας, με τον αριθμό να αυξάνεται δραματικά τις επόμενες δεκαετίες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού– υφίστανται κάποια μορφή κακοποίησης, με συχνότερη την ψυχολογική βία.
Αυτό σημαίνει ότι αυτό που εμφανίζεται ως «σοκαριστική εξαίρεση» στα βίντεο, είναι στην πραγματικότητα μια ευρύτατα διαδεδομένη εμπειρία αποκαλυπτική μιας κοινωνίας που αποτυγχάνει συστηματικά να προστατεύσει τους πιο ευάλωτους.
Αχρείαστοι στο σύστημα Η παρατήρηση δεν είναι καινούργια.
Ήδη από το έργο της Σιμόν ντε Μποβουάρ για τα γηρατειά, επισημαίνεται ότι οι ηλικιωμένοι μετατρέπονται σε «Άλλους» μέσα στην ίδια την κοινωνία που τους παρήγαγε: απομακρύνονται από τον κοινωνικό ιστό, καθίστανται αόρατοι, και τελικά αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα προς διαχείριση.
Η σύγχρονη, δε, πραγματικότητα μοιάζει να επιβεβαιώνει με τον πιο ωμό τρόπο αυτή τη διαπίστωση καθώς η νεοφιλελεύθερη συνθήκη έχει αναδιατάξει ριζικά τη θέση τους.
Σε ένα σύστημα που θεοποιεί την «ενεργή ηλικία» και την αγορά εργασίας, ο συνταξιούχος παύει να έχει αναγνωρίσιμη κοινωνική αξία.
Δεν παράγει, άρα «κοστίζει». Δεν καταναλώνει με τους ρυθμούς των νεότερων, άρα «βαραίνει» την οικονομία.
Η ζωή αποτιμάται λογιστικά, και όταν η αξία της υπολογίζεται με όρους οικονομικής απόδοσης, οι ηλικιωμένοι βρίσκονται εκτός ισολογισμού.
Εδώ ακριβώς, η ανάλυση του Ζίγκμουντ Μπάουμαν για τους «περιττούς ανθρώπους» αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, γράφει, ορισμένες κατηγορίες πληθυσμού καθίστανται «απόβλητες» όχι επειδή απέτυχαν ατομικά αλλά επειδή το ίδιο το σύστημα δεν έχει πλέον θέση γι’ αυτές.
Οι ηλικιωμένοι, ιδίως όταν είναι ασθενείς, εντάσσονται όλο και περισσότερο σε αυτή την κατηγορία: δεν είναι απλώς μη παραγωγικοί, αλλά πλεονάζοντες.
Και αυτός ο υποβιβασμός δεν είναι μόνο συμβολικός αλλά υλικός.
Οι συνεχείς περικοπές στις συντάξεις, η διάλυση της δημόσιας υγείας, η απουσία δομών φροντίδας, δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση των ηλικιωμένων εξαρτάται από ιδιωτικούς πόρους ή οικογενειακά δίκτυα.
Όταν αυτά λείπουν, η εγκατάλειψη είναι σχεδόν δεδομένη.
Και όταν υπάρχουν, συχνά λειτουργούν υπό πίεση, μέσα σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, με τη φροντίδα να μετακυλίεται σχεδόν αποκλειστικά στις γυναίκες, αναπαράγοντας έναν αόρατο κύκλο απλήρωτης εργασίας και ψυχικής εξουθένωσης.
Η συγκατοίκηση πολλών γενεών, που συχνά παρουσιάζεται ως «επιστροφή στις αξίες της οικογένειας», είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα οικονομικού καταναγκασμού.
Νέοι άνθρωποι που δεν μπορούν να ζήσουν αυτόνομα επιστρέφουν στο πατρικό, ενώ ηλικιωμένοι που δεν μπορούν να αυτοσυντηρηθούν παραμένουν ή μεταφέρονται στα σπίτια των παιδιών.
Το σπίτι μετατρέπεται σε έναν χώρο συνύπαρξης εξαντλημένων ανθρώπων, όπου οι ρόλοι συγχέονται και οι εντάσεις πολλαπλασιάζονται.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ηλικιωμένοι συχνά χάνουν τον ενεργητικό τους ρόλο.
Από υποκείμενα με εμπειρία, μνήμη και κοινωνική συμμετοχή, περιορίζονται είτε σε ρόλους φροντιστών (κρατώντας εγγόνια για να καλύψουν τα κενά του κοινωνικού κράτους) είτε σε ρόλους εξαρτώμενων.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι ομαλή ούτε αξιοπρεπής.
Είναι βίαιη, γιατί συνοδεύεται από απώλεια αυτονομίας, εισοδήματος και κοινωνικής αναγνώρισης.
Όταν, δε, προκύπτει ασθένεια –και ιδίως νευροεκφυλιστικές παθήσεις όπως το Αλτσχάιμερ– η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά.
Ο ασθενής δεν θεωρείται πλέον απλώς «μη παραγωγικός», αλλά «βάρος». Η φροντίδα του απαιτεί χρόνο, χρήμα και συναισθηματική αντοχή, που το σύστημα δεν παρέχει.
Έτσι, η βία –λεκτική, ψυχολογική, σωματική– δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως ακραία εκδήλωση μιας καθημερινής πίεσης.
Φροντίδα με ταξικό πρόσημο Η απουσία δημόσιων δομών φροντίδας είναι καθοριστική.
Οι ελάχιστες υπάρχουσες μονάδες είναι υποστελεχωμένες, υποχρηματοδοτούμενες και συχνά απρόσιτες για τα χαμηλά εισοδήματα.
Η ιδιωτική φροντίδα, από την άλλη, είναι πανάκριβη και λειτουργεί με όρους αγοράς.
Έτσι, η φροντίδα μετατρέπεται σε εμπόρευμα και η αξιοπρέπεια σε προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν.
Ενώ η ίδια η κακοποίηση, όπως δείχνουν έρευνες, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη και υποαναφερόμενη καθώς τα θύματα φοβούνται την εγκατάλειψη ή τα αντίποινα.
Η φράση «σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» δεν είναι απλώς μια μεταφορά.
Συμπυκνώνει μια βαθιά αντικοινωνική λογική: όταν ένα σώμα παύει να είναι χρήσιμο, καθίσταται αναλώσιμο.
Στον καπιταλισμό της ύστερης νεωτερικότητας, η αξία της ζωής δεν είναι εγγενής αλλά εξαρτημένη.
Και αυτό ανοίγει τον δρόμο όχι μόνο για την παραμέληση, αλλά και για τη σιωπηρή αποδοχή της.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η ηθικολογία ούτε η ατομική ευθύνη.
Δεν αρκεί να «γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι». Απαιτείται μια ριζική αναδιάταξη προτεραιοτήτων: ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, δημιουργία ολοκληρωμένων δομών μακροχρόνιας φροντίδας, στήριξη των φροντιστών, αναγνώριση της φροντίδας ως κοινωνική εργασία.
Και, πάνω απ’ όλα, μια ιδεολογική μετατόπιση που θα επαναφέρει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο κέντρο.
Η κοινωνία κρίνεται από το πώς φέρεται στους πιο ευάλωτους.
Και σήμερα, η εικόνα δεν αφήνει περιθώρια ωραιοποίησης.
Οι ηλικιωμένοι δεν είναι «περισσευούμενοι», είναι το παρελθόν που μας συγκροτεί και το μέλλον που μας περιμένει. Αν τους αντιμετωπίζουμε ως βάρος, στην πραγματικότητα προετοιμάζουμε τον τρόπο που θα αντιμετωπιστούμε κι εμείς.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους