[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ευχαριστώ/ούμε τον Νίκο Ξένιος - Νίκος Ξένιος, ο οποίος γράφει για την παράστασή μας "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται" του Νίκου Καζαντζάκη: " Είδα, στο Θέατρο Σταθμός, την τολμηρή θεατρική διασκευή και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ευχαριστώ/ούμε τον Νίκο Ξένιος - Νίκος Ξένιος, ο οποίος γράφει για την παράστασή μας "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται" του Νίκου Καζαντζάκη: " Είδα, στο Θέατρο Σταθμός, την τολμηρή θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του μυθιστορήματος Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη από τον Μάνο Καρατζογιάννη.

Η πίστη και η εξουσία του κλήρου, το θρησκευτικό συναίσθημα και ο φόβος, ο ανθρωπισμός και η θυσία, χαρακτήρες διεφθαρμένοι και προδοτικοί σε μια πατρίδα ρευστή, χωρίς αυτοπροσδιορισμό, χαρακτήρες αγνοί της ελληνικής υπαίθρου, η συνάντηση της Ανατολής με το συνεκτικό νεοελληνικό φαντασιακό της κοινότητας: ένα έργο που θίγει όλη σχεδόν τη γκάμα των σπουδαίων υπαρξιακών ζητημάτων του τόπου μας στον εικοστό αιώνα, γραμμένο σε μια γλώσσα ιδιότυπη, αναγνωρίσιμη, θεατρικά μεταπλάσιμη, και σε έναν μοναδικό ιστορικό ενεστώτα. Η Ηλέκτρα Γεννατά εξυφαίνει την αφήγηση από την αρχή και μπαίνει δυναμικά στον ρόλο της ανώνυμης Γυναίκας/αφηγήτριας και Γυναίκας/επικεφαλής των προσφύγων.

Εξαιρετικός ο Κώστας Φαλελάκης στον ρόλο του αγά που καπνίζει το τσιμπούκι του και πίνει ρακή: ο ξέχειλος, παιδεραστικός του ερωτισμός, ο πόθος του για το Γιουσουφάκι και η πληθωρική του προσωπικότητα αποδίδονται με δυναμισμό και χιούμορ: «Μεγάλος μάστορας είναι ο Αλλάχ, μουρμούρισε συγκινημένος, μεγάλος μάστορας, μερακλής· κόβει το μυαλό του· πώς του ήρθε τώρα κι έκαμε τη ρακή και το Γιουσουφάκι!» Ως Γιουσουφάκι και ως καλλίφωνος ερμηνευτής τραγουδιών εντυπωσιάζει με τη γλυκύτητά του και τη σκηνική του φρεσκάδα ο νέος ηθοποιός Μιχαήλ Εφραίμ Τσούμπος.

Στον ρόλο της Κατερίνας η ΄Ελενα Μαυρίδου δίνει μια διάσταση ανάλογη της αείμνηστης Νίκης Τριανταφυλλίδη: το αισθησιακό γρέζι της φωνής της, η σεξουαλικότητα που αναδίδει, αλλά και το αυτοθυσιαστικό πορτραίτο που οικοδομεί στο δεύτερο μέρος της παράστασης είναι αξιοθαύμαστα.

Εξίσου πειστικά περνά στους ρόλους της Μαριορής και της Γριάς Μάρθας.

Στους ρόλους των προεστών της Λυκόβρυσης, πολύ καλός ο Θανάσης Χαλκιάς (παπα-Γρηγόρης), εξαιρετικός ο Κώστας Φαλελάκης και στον ρόλο του Πατριαρχέα, πολύ καλός ο Βαγγέλης Ζάππας στον ρόλο του Δασκάλου.

Τους τρεις νέους χωρικούς (Αποστόλους εντός μύθου) υποδύονται θαυμάσια ο Πολύκαρπος Φιλιππίδης (Γιαννακός), ο Πάνος Κούλης (Μιχελής) και ο Βαγγέλης Ζάππας (Κωνσταντής). Στους ρόλους του γερο Λαδά, του γερο Πανάγου και του γέρου καντηλανάφτη, ο Στρατος Χρήστου.

Αρρενωπή και αρκούντως σκληρή η παρουσία του Σπύρου Μαραγκουδάκη στον ρόλο του Παναγιώταρου-Ιούδα.

Είναι εντυπωσιακά κάποια ομαδικά «στησίματα» μετωπικά (σαν παλιές φωτογραφίες), όπως και η χορογραφία της Ζωής Χατζηαντωνίου πάνω σε κλασικά κομμάτια που όλοι τραγουδούμε, σε μουσικές επιλογές του Γιώργου Μαυρίδη, πάνω σε απαγγελία χορικού χαρακτήρα της «Ρωμιοσύνης» του Ρίτσου και πάνω στον ρυθμό κάποιων ριζίτικων, που δίνουν τον τόνο της «κρητικής» κοινωνίας που γαλούχησε τον συγγραφέα. Ο Μάνος Καρατζογιάννης στον ρόλο του Μανολιού υιοθετεί έναν απόλυτα εσωτερικό τόνο και παραμένει στη σκιά, ενώ σταδιακά γίνεται επικεφαλής της δράσης, ώστε να περάσει στη δύσκολη τιράντα της τελικής κορύφωσης: εδώ έχουμε μια μοναδική περίπτωση δημόσιου λόγου/μανιφέστου που ξεσηκώνει τις μάζες και αφυπνίζει τις συνειδήσεις κατά της εκμετάλλευσης και της αδικίας. Ο Καζαντζάκης είναι ενδιαφέρων γιατί είναι χαώδης, μη κατασταλαγμένος ως προς τις απόψεις, σαφέστατα όμως επαναστατικός ως προς τις δηλώσεις: κατ’ αυτόν, η ηθική είναι ένας σταυρός που καθένας φέρει ατομικά, με την ευθύνη όλη δική του, αντίθετα με τις παραισθήσεις συλλογικότητας του παρελθόντος.

Mε τον εμβόλιμο τίτλο «Αδερφοφάδες» ο σκηνοθέτης κάνει τη σύνδεση με τα ιδεολογικά αδιέξοδα του Εμφυλίου, ενώ με τον τίτλο «Ο τελευταίος Πειρασμός» κάνει ευθεία αναφορά στον αιρετικό χαρακτήρα του όλου καζαντζακικού έργου.

Η ευαίσθητη αυτή παράσταση, με μια κινηματογραφική αποτεμάχιση των σκηνών και με συμβολικά «περάσματα» από τη μία στην άλλη, αναδεικνύει την αλληγορική διάσταση του μυθιστορήματος: στην εποχή μας υπάρχει, όπως και σε όλο το παρελθόν μας, παντελής απουσία δικαιοσύνης.

Ανεβάζοντας αυτό το έργο εβδομήντα δύο χρόνια μετά την παράσταση του Μάνου Κατράκη, ο Καρατζογιάννης σχολιάζει τον ρόλο του Σφαγίου/Εσταυρωμένου με τον καλύτερο τρόπο: κάθε πρόσφυγας (η κοινότητα των προσφύγων που αποπέμπεται από τον διεφθαρμένο ιερέα), καθένας που συγκρούεται με τον κυρίαρχο Λόγο της εξουσίας (εδώ ο Μανολιός, όπως στον Φτωχούλη του Θεού ο Φραγκίσκος της Ασσίζης), ο αρχετυπικά δίκαιος που αποκλίνει του μέσου όρου, όλοι πατάσσονται ως επικίνδυνοι και απειλητικοί για το status quo των Γραμματέων και των Φαρισαίων της πολιτειακής ηγεσίας. Η Ναταλία Αστυπαλίτη και η Δήμητρα Σαρρή στα λιτά σκηνικά, η Δήμητρα Σαρρή και η Βασιλική Σύρμα με χιτώνες και κουκούλες διαχρονικές, ο Λάμπρος Παπούλιας με παραμυθικούς φωτισμούς και εναλλαγές σκοταδιών, μια μάσκα του προσώπου του Ιησού πολύ λειτουργική, η κόκκινη κλωστή της ανέμης του παραμυθιού και μια αφήγηση σαν ομηρική, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ο Ερωτόκριτος, λίγα σκαμνιά, μια καμπάνα και ένα βαρύ μαδέρι που παραπέμπει στο Τίμιο Ξύλο: αυτά είναι τα σκηνικά στοιχεία που επιστρατεύει ο σκηνοθέτης στην τίμια αυτή δραματοποίηση του εμβληματικού έργου, που στη συνείδηση του Νεοέλληνα έχει εγγραφεί ανεξίτηλα από την τηλεοπτική σειρά του Νότη Περγιάλη – η εποχή προβολής εκείνης της σειράς ήταν η μεταπολιτευτική εποχή αναζήτησης του «νεοελληνικού εαυτού», ανάκτησης της εμπιστοσύνης στους πολιτειακούς θεσμούς, η αρχή της πολιτικής ρητορείας και του λαϊκισμού, μια εποχή μοναδικά κατάλληλη ώστε ο Έλληνας να οικοδομήσει το φαντασιακό της ταυτότητας που θα τον ακολουθούσε σε όλη τη μελλοντική του πορεία.

Ενώ εκ πρώτης όψεως το κλασικό έργο του Καζαντζάκη παραπέμπει σε ηθογραφία -με όλα τα γνωρίσματα του ωμού ρεαλισμού-, αίφνης αναδύονται εκ του μηδενός κάποια υπερρεαλιστικά και ονειρικά στοιχεία (αυτό το άγνωστο χωριό της Λυκόβρυσης στα βάθη της Μικράς Ασίας, ή το μεταφυσικό σημάδι στο πρόσωπο του Μανολιού), έντονος ερωτισμός (γνώρισμα του νατουραλισμού και του σύγχρονου θεάτρου), ένα έντονο πολιτικό μανιφέστο για τον Σοσιαλισμό (η κατηγορία για τον «Μόσκοβο» και τους «μπολσεβίκους»), καθώς και συνεχή λεκτικά οξύμωρα και αντιθέσεις που δεν ταιριάζουν σε οποιοδήποτε υπαρκτό ελληνόφωνο χωριό της Τουρκοκρατίας.

Χωρίς αλλαγή σκηνικού, ο Μάνος Καρατζογιάννης αποτίει φόρο τιμής στην αφηγηματική τεχνική του Καζαντζάκη, εστιάζοντας διαδοχικά στον ένα χαρακτήρα μετά τον άλλο, γεγονός που διευκολύνει τη διανομή πολλών ρόλων σε έντεκα μόνον ηθοποιούς, με χρήση ενός υφάσματος, μιας μάσκας, μια αλλαγή στάσης του σώματος και της φωνής, με μια μικρή μετακίνηση στον χώρο.

Η πρόθεσή του είναι σαφώς πολιτική: η συμβολική αυτάρκεια του κειμένου του δίνει το έναυσμα για να μιλήσει για την πανανθρώπινη αδικία, για τη θυματοποίηση των κάθε λογής αθώων ανά τον πλανήτη, γίνεται το εφαλτήριο για να προσδώσει παγκοσμιότητα στον ήδη οικουμενικό λόγο του Καζαντζάκη." * Τελευταίες προγραμματισμένες παραστάσεις μέχρι τις 24 Μαΐου.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences