"Για εκείνους που έπεσαν στη δροσιά της ομίχλης..." Η Μάγκι το είχε αποφασίσει να βάψει με αίμα τα χέρια της, αίμα Ιρλανδών επαναστατών. Με νομοσχέδια που ψηφίστηκαν σε μια νύχτα κατήργησε τη νομική...
"Για εκείνους που έπεσαν στη δροσιά της ομίχλης..." Η Μάγκι το είχε αποφασίσει να βάψει με αίμα τα χέρια της, αίμα Ιρλανδών επαναστατών.
Με νομοσχέδια που ψηφίστηκαν σε μια νύχτα κατήργησε τη νομική κατοχύρωση των πολιτικών κρατουμένων, εξανάγκασε τους φυλακισμένους μαχητές του IRA να φορέσουν τη στολή των ποινικών και να δικαστούν με νόμους ποινικού δικαίου, σε μια προσπάθεια να υφαρπάξει από πάνω τους την πολιτική τους ταυτότητα, την πολιτική τους υπόσταση. Ο Μπόμπι και οι σύντροφοί του αρνήθηκαν να αποδεχθούν ότι επρόκειτο για κοινούς εγκληματίες του ποινικού δικαίου.
Είχαν ζήσει στο πετσί τους τι σήμαινε η αγγλική αποικιοκρατία, είχαν βιώσει την ιμπεριαλιστική κατοχή από την ώρα που γεννήθηκαν, τον αποκλεισμό, τη φτώχια, την εξαθλίωση.
Δεν ήταν εγκληματίες, δεν ήταν τρομοκράτες.
Ήταν επαναστάτες, αυτό επέλεξαν να γίνουν μόλις μεγάλωσαν αρκετά ώστε να μπορούν να σηκώσουν όπλο, ώστε να μπορούν να κοιτάξουν κατάματα τις κατοχικές δυνάμεις, χωρίς φόβο και τρόμο.
Ήταν επαναστάτες που ονειρεύτηκαν και πάλεψαν για μια ελεύθερη Βόρεια Ιρλανδία, μια Ιρλανδία που δεν θα ήταν ακόμα ένα προτεκτοράτο της Αυτοκρατορίας, ένας ακόμα απόπατος για να πετάνε τα βρωμερά τους λύματα στις πλάτες ελεύθερων-πολιορκημένων οι Άγγλοι κεφαλαιοκράτες. Κανένας Βόρειο-Ιρλανδός δεν θα ήταν ελεύθερος όσο ο βρετανικός στρατός και οι παρακρατικοί τρομοκρατούσαν τις πόλεις και τα χωριά τους, όσο σκότωναν τους ανθρώπους τους, βίαζαν, έκλεβαν το βιός τους, απειλούσαν και βούλιαζαν στην πείνα και την εξαθλίωση έναν ολόκληρο λαό.
Ήταν αποφασισμένοι να σπάσουν ολοκληρωτικά εκείνη την "Κόκκινη Χείρα" του Όλστερ που τους έπνιγε τον λαιμό για αιώνες, να τη διαλύσουν άρθρωση την άρθρωση.
Την ήξερε καλά την πείνα ο Σαντς, όπως και οι σύντροφοί του, όπως και ο λαός του.
Δεν την φοβόταν.
Και ας είχε εκλεγεί βουλευτής με το Sin Fein, το σοσιαλιστικό κόμμα των Δημοκρατικών.
Ούτε φοβόταν εκείνη την ωρυόμενη Σκύλα που χτυπούσε με μανία το γοβάκι της στα έδρανα της Βουλής των Λόρδων, φωνάζοντας πως "Δεν υπάρχει κοινωνία", ότι "το έγκλημα είναι έγκλημα, είναι έγκλημα, είναι έγκλημα" και γι'αυτό δεν θα "υπέκυπτε" στις απαιτήσεις των μαχητών απεργών πείνας.
Γνώριζε πως δεν θα του τη χάριζε, έπρεπε να δημιουργήσει ένα παράδειγμα, έναν εφιάλτη για να τρομάζουν τα παιδιά του Μπελφαστ και του Ντέρι.
Γνώριζε, όμως, ο Μπόμπι πολύ καλά και τι σημαίνει κοινωνία, εκείνη που φοβόταν η Σκύλα όταν την έβρισκε μπροστά της στους μαχητές του IRA, όταν τη βρήκε μπροστά της στους απεργούς ανθρακωρύχους.
Εκείνη την κοινωνία που ενωμένη μάχεται για έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς ιμπεριαλιστικές μπότες, χωρίς εξαθλίωση και ταπείνωση από διάφορες Σκύλες της ιστορίας.
Την κοινωνία που φοβόταν η Μάγκι και τα πρωτοπαλίκαρά της και προσπαθούσε να συντρίψει με κάθε τρόπο. 66 μέρες απεργίας πείνας άντεξε ο Σαντς και οι σύντροφοί του στα κελιά τους στο κολαστήριο Μέιζ της Βόρειας Ιρλανδίας.
Κάτισχνοι, αποστεωμένοι, τυλιγμένοι με κουβέρτες γιατί αρνούνταν να φορέσουν τη στολή των ποινικών, έφυγαν από τη ζωή στις 5 Μαϊου του 1981.
Δολοφονήθηκαν από την Μάργκαρετ Θάτσερ. "Ποιος ενδιαφέρεται εάν ένας τρομοκράτης είναι ζωντανός ή νεκρός;", ούρλιαζε στους Λόρδους της.
Παλικαρίσια πάλεψε με τη Σκύλα, με όλο το νεοφιλελεύθερο σύστημα που τους ήθελε νεκρούς, που μας θέλει όλους μας υποταγμένους και με σκυμμένα τα κεφάλια, χωρίς όνειρα, χωρίς εναλλακτικές.
Αλλά ο Μπόμπι είχε ήδη νικήσει. "Η εκδίκηση μας θα είναι το γέλιο των παιδιών μας". Είχε πάρει, όμως, ήδη την εκδίκηση του.
Περήφανος μέχρι το τέλος.
Όταν ξεφτίλισε και έθαψε με το δικό του γέλιο τη Σκύλα και το χαφιεδότσουρμό της. Πάντα και για πάντα στις καρδιές όλων εκείνων που αγωνίζονται. Μπόμπι Σαντς. Παρών.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους