[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κάποιες συμπυκνωμένες σκέψεις: τι πολιτικό τραγούδι είχαμε, έχουμε και θέλουμε να έχουμε...Aκούγεται πολλές φορές ότι «το τάδε τραγούδι είναι ωραίο γιατί έχει ωραίους στίχους». Και δίπλα στους...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κάποιες συμπυκνωμένες σκέψεις: τι πολιτικό τραγούδι είχαμε, έχουμε και θέλουμε να έχουμε...Aκούγεται πολλές φορές ότι «το τάδε τραγούδι είναι ωραίο γιατί έχει ωραίους στίχους». Και δίπλα στους στίχους, η μουσική κερδίζει πόντους που πολλές φορές δεν αξίζει.

Φαινόμενο συχνό, όταν ακούμε αναφορές σε πολιτικά τραγούδια που είναι μελοποιημένα ποιήματα.

Πολλές φορές τυχαίνει να επαινείται ένα τραγούδι για το «περιεχόμενό» του, (όπου σαν «περιεχόμενο», λανθασμένα, νοούνται οι στίχοι του) ενώ την ίδια στιγμή περνάει στα αζήτητα η καλλιτεχνική αξία της μορφής (που συνήθως, λανθασμένα, θεωρείται η μουσική). Μια τέτοια αντιστοιχία του στίχου στο περιεχόμενο και της μουσικής στη μορφή έχει ήδη σχηματοποιήσει και - γι’ αυτό - καταλύσει τη σχέση τους.

Πρέπει να απαγκιστρωθεί κοινό και καλλιτέχνες απ’ τη λογική της μορφής – «ρούχο». Η τέχνη δεν πρέπει να ξεπέφτει σε μιαν εργαλειακή χρήση μόνο και μόνο για να δείξουμε κάτι που κάλλιστα μπορούμε να το κάνουμε και χωρίς αυτήν.

Με τα παρακάτω παραδείγματα μπορεί καλύτερα να αποσαφηνιστεί αυτή η σκέψη: Στο ποίημα «Οι Μοιραίοι» , ο Βάρναλης, με κάποιον τρόπο υπαινίσσεται στην αρχή ότι συμπάσχει με τους Μοιραίους.

Ταυτόχρονα όμως υπαινίσσεται και το αντίθετο.

Η αντίφαση αυτή ζει μέσα στο ποίημα.

Υπάρχει η «στριγκλιά της λατέρνας» (απόσταση) – υπάρχουν όμως και τα «γαρούφαλλα του δειλινού» (εγγύτητα). Ώσπου καταλήγει στην πικρή κοροϊδία («προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα»). Στο τραγούδι του Θεοδωράκη, το μόνο που έχουμε είναι μια μονομερής ταύτιση – συμπάθεια προς τους Μοιραίους.

Αυτή η αλήθεια δεν συνίσταται μόνο στο γεγονός της εξαφάνισης των τελευταίων στίχων απ’ το τραγούδι.

Η ίδια η μουσική, με τα εκφραστικά της μέσα έχει ακριβώς προεξοφλήσει την απουσία του κωμικού και την εξάλειψη όλων των αντιφάσεων.

Είναι το τραγούδι ωραίο; Είναι.

Δεν είναι όμως οι Μοιραίοι.

Άλλο παράδειγμα: «Μην καρτεράτε να λυγίσωμε / μήτε για μια στιγμή / μηδ’ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι / έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει». Το ποίημα του Φώτη Αγγουλέ μελοποιήθηκε απ’ το Θωμά Μπακαλάκο και χωριστά απ’ τον Πάνο Τζαβέλα.

Το κομμάτι του Τζαβέλα έχει έναν εμβατηριακό χαρακτήρα.

Οι στίχοι υπάρχουν μόνο συγκυριακά στο κομμάτι.

Το ίδιο συμβαίνει και στο κομμάτι του Μπακαλάκου, αν και εδώ είναι καλύτερα συνυφασμένη η μουσική με το λόγο.

Ωστόσο, στο ποίημα πάλι ζει η αντίφαση.

Οι πρώτοι δύο στίχοι, και ιδίως ο δεύτερος, έχουν μέσα τους τη στιγμή του δισταγμού.

Αυτό νομίζω ότι κάνει τον ηρωισμό πραγματικό ηρωισμό.

Ακόμα και ο τελευταίος στίχος δεν είναι μονολιθικός κι επιστεγάζει με έναν σχετικά απροσδόκητο τρόπο τους πρώτους στίχους.

Αν λειτουργούσε κανείς αντίστροφα και προσπαθούσε να ντύσει τη μουσική των παραπάνω συνθετών, θα έπρεπε να γράψει: «Γεννηθήκαμε ήρωες / δε θα λυγίσουμε ποτέ». Τα παραδείγματα είναι πολλά.

Δεν αναφέρονται εδώ για να αποδειχθεί ότι οι συνθέτες του πολιτικού τραγουδιού του παρελθόντος ήταν «λίγοι». Κάθε άλλο, η συνεισφορά τους ήταν πολύτιμη στο οικοδόμημα που ερχόμαστε σήμερα εμείς να «κρίνουμε». Ωστόσο, υπάρχουν λόγοι γι’ αυτές τις αναφορές: 1) Πρέπει να μπει ένα τέρμα στο μύθο ότι αν δεν γίνονταν αυτές οι μελοποιήσεις, σήμερα δε θα ήξερε κανένας τους ποιητές που μελοποιήθηκαν.

Κάλλιστα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς το ανάποδο.

Ποιος θα ήξερε τους συνθέτες αυτούς αν δε χρησιμοποιούσαν τα ποιήματα κορυφαίων ποιητών στα τραγούδια τους; Άρα μιλάμε για μια σύμπραξη μουσικών και ποιητών, απ’ την οποία βγήκαν πολλά αριστουργήματα, αλλά και πολλές «πλαστογραφίες». 2) Χωράει πολλή συζήτηση για το αν μουσικοί και ποιητές παίξανε στο ίδιο γήπεδο από άποψη αισθητικής αντίληψης.

Κι ας υπάρχουν οι γνωστοί κοινωνικοί, πολιτικοί και καλλιτεχνικοί λόγοι που «μαρτυρούν» το αντίθετο. 3) Η μουσική, ως τέχνη, έχει εκφραστικά μέσα που της δίνουν τη δυνατότητα να επεξεργάζεται και να ολοκληρώνει τα δικά της νοήματα με μιαν αυτοτέλεια, χωρίς να υπάρχουν στίχοι.

Αυτό είναι καίριο: Είναι πολύ εύκολο να φτιάξει κανείς μια μουσική φόρμα που να ολοκληρώνει ένα δικό της νόημα και έπειτα να τη συνταιριάξει με ένα ποίημα που έχει παρεμφερή μετρική.

Έτσι προκύπτει, με μια σχετικά αβασάνιστη καλλιτεχνική προσπάθεια, ένα τραγούδι που δίνει την εντύπωση της ολοκλήρωσης, ενώ το ίδιο το ποίημα έχει προσεγγιστεί πολύ επιφανειακά. 4) Ένα πολιτικό τραγούδι που επιδιώκει να παρέμβει στη λαϊκή συνείδηση, πρέπει να αποφεύγει στρογγυλεύσεις και αγιοποιήσεις.

Ίσα – ίσα, μπορεί να έχει «γωνίες»; Να τσαλακώνει; Να ενοχλεί; Να προκαλεί οργή με έναν ψίθυρο; Μέχρι στιγμής το ελληνικό τραγούδι (όχι μόνο το κατεξοχήν πολιτικό) στο μεγαλύτερο μέρος του - χωρίς να υποτιμώνται οι φωτεινές εξαιρέσεις - λειτουργεί σε μια συγκεκριμένη νόρμα.

Αυτή καταρχήν - είτε εμμένει σε μιαν επιφανειακή «βιωματικότητα» είτε γενικεύει το υλικό της ζωής - επιδιώκει την τάυτιση του ακροατή με το τραγούδι ή και με τον ίδιο το δημιουργό του.

Ο τραγουδοποιός επιδιώκει τραγούδια μονολιθικά, που δε χωρούν αμφισβήτηση και κυρίως δεν επιτρέπουν την απόλαυση από ακροατές που δεν αποκοιμίζουν την κρίση τους κάτω από τη σκηνή.

Σ’ αυτά τα πλαίσια οι περισσότεροι τραγουδοποιοί προσπαθούσαν και προσπαθούν να εξαφανίσουν όλα τα στοιχεία που «χαλάνε τη σούπα». Εξαλείφουν όλες τις αντιφάσεις, αν και πραγματικές, και με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνουν το δικό τους «Αιώνιο» και «Απόλυτο». Μόνο που έτσι το τραγούδι λειτουργεί σα μια διαφυγή από την πραγματικότητα στον κόσμο της ιδέας.

Και σε αυτή τη διαφυγή ο μουσικός, άδολα πολλές φορές, παρασέρνει και το κοινό.

Διαμορφώνει γούστα, διαπαιδαγωγεί.

Στοιχεία όπως: η ανιστορικότητα γεγονότων, προσώπων κλπ, οι γυμνές αφαιρέσεις, η διαφυγή στα βοσκοτόπια της μεταφυσικής και του «ονείρου», και απ’ την άλλη μεριά, οι αλάνθαστοι γεννημένοι ήρωες (που παρουσιάζονται ως άνθρωποι χοντρόπετσοι), η φενάκη ότι τα δυνατά νοήματα θέλουν τηλεβόες για να ακουστούν κλπ, είναι ζητήματα που πρέπει να μπουν ξανά στην ημερήσια διάταξη.

Τι τραγούδι θέλουμε από δω και μπρος; Ας πούμε, γιατί να μην αποτυπώνεται η ιστορικότητα ενός έργου και στο ίδιο το έργο; Είναι ένας δείκτης της σοβαρότητάς ενός καλλιτέχνη το γεγονός ότι δεν παίρνει και τόσο «στα σοβαρά» το έργο του. (Δεν εννοώ ότι πρέπει να ξεπέσει κάποιος στη λογική των ληξιπρόθεσμων σουξέ). Στα έργα του Βάρναλη, για παράδειγμα, υποβόσκει πάντα ένας σαρκασμός για το ίδιο το έργο, για την ίδια την κίνηση ενός ανθρώπου που «ανεβαίνει πάνω στη σκηνή» για να μας πει κάτι. (βλέπε π.χ. στο «Ημερολόγιο της Πηνελόπης» τον τρόπο που παρουσιάζεται ο ποιητής Όμηρος) Ακόμη, η «καλή πρόθεση» της στράτευσης έχει από μόνη της αισθητική αξία; Ό,τι δεν αφορά στη δημιουργία, το καλύπτει άριστα και ένας συνεπής διανοητής, χωρίς να είναι καλλιτέχνης.

Το έργο πρέπει να έχει καλλιτεχνική αξία που δεν παίρνει διαπιστευτήρια απ’ την δήλωση στράτευσης ενός δημιουργού στο πλευρό των εργατών.

Η στράτευση πρέπει να έχει αισθητική, για να μην υποβιβαστεί σε μιαν απλή διακήρυξη.

Τέλος, η τέχνη του στρατευμένου δημιουργού είναι μια παρότρυνση για δράση, για την κατανόηση του κόσμου, με σκοπό την αλλαγή του.

Και κυρίως, όπως τόνιζε και ο Μπρεχτ, δημιουργεί στους ανθρώπους το κέφι γι’ αυτή την αλλαγή: ένα σημαντικότατο στοιχείο, που η απουσία του εύκολα μετατραπεί ένα τραγούδι σε άρθρο εφημερίδας.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences