Γερόντισσα Σοφία Χοτοκουρίδου Τὰ ροῦχα της πάμφτωχα. Καμία φορὰ τὸ καταχείμωνο ἔριχνε στὴν πλάτη της μία τρύπια κουβέρτα ἢ κανένα ποντικοφαγωμένο σάλι. Καινούργιο ροῦχο δὲν φόρεσε οὔτε κράτησε ποτὲ...
Γερόντισσα Σοφία Χοτοκουρίδου Τὰ ροῦχα της πάμφτωχα. Καμία φορὰ τὸ καταχείμωνο ἔριχνε στὴν πλάτη της μία τρύπια κουβέρτα ἢ κανένα ποντικοφαγωμένο σάλι.
Καινούργιο ροῦχο δὲν φόρεσε οὔτε κράτησε ποτὲ δεύτερη ἀλλαξιά.
Στὸ κεφάλι εἶχε πάντα μαύρη μαντήλα.
Τὰ μαλλιά της, ἀπὸ τὸν Πόντο ἀκόμα, οὔτε τὰ ἔλουσε οὔτε τὰ χτένισε καὶ εἶχαν γίνει σκληρὰ σὰν τὴν οὐρὰ τοῦ ἀλόγου.
Ἀπὸ τὸ κεφάλι της ἔβγαινε εὐωδία. (Κάποτε για να βλέπει τα έκοψε με κλαδευτήρι). Τὰ βράδυα, καθισμένη στὸ τζάκι, συνήθως ἔβαζε ὅποιον ἤξερε ἀνάγνωση, νὰ τῆς διαβάζει βίους ἁγίων, ἀπὸ μικρὰ φυλλαδιάκια, ποὺ φύλαγε μὲ προσοχὴ ἀνάμεσα στὰ πράγματά της.
Ὅταν ἔκανε πολὺ κρύο, οἱ ἐπισκέπτες ποὺ τὴν ἔβλεπαν ξυπόλητη, τὴν παρακαλοῦσαν νὰ βάλουν κανένα ξύλο στὰ λίγα κάρβουνα.
Τότε αὐτὴ φώναζε ἕνα μακρόσυρτο «Ὄχιιιι», ποὺ ἀκόμα ἠχεῖ στὰ αὐτιά τους καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουν δακρύζοντας.
Στὸ μοναστήρι ἀνέβηκε ὅταν ἦταν σαραντατεσσάρων ἐτῶν.
Γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίζει μὲ τὴν ὀμορφιά της μαύριζε καὶ μουτζούρωνε τὸ ὡραῖο της πρόσωπο μὲ γάνες καὶ κάπνες ἀπὸ τὰ καζάνια.Ἔπιανε τὰ ἀναμμένα κάρβουνα μὲ τὰ χέρια χωρὶς μασιά.
Ἡ τροφή της πάντα νηστεία.
Κόκκινες πιπεριὲς ἢ κανένα πράσσο ψημμένα στὴν χόβολη τοῦ τζακιοῦ, λίγο τουρσὶ ντομάτα πράσινη, μουχλιασμένη καὶ σὲ μέρες ἀρτύσιμες κανένα παστὸ ψαράκι.
Μαγείρευμα γιὰ τὸν ἑαυτό της ἡ ἴδια δὲν μαγείρευε.
Μόνον ὅταν περίμεναν κόσμο, ἔβαζε τὶς γυναῖκες νὰ βράσουν φασόλια ἢ κριθαράκι, ἄλλοτε λαδερὸ καὶ ἄλλοτε δίχως λάδι, καὶ τὸ φαγητό, ὅσο καὶ ἂν ἔβαζαν στὴν κατσαρόλα, ἔβγαινε τόσες μερίδες ὅσες ἀκριβῶς χρειαζόταν.
Τὰ ἀγριοχόρταρα, τὰ μανιτάρια καὶ τὰ μούσκλια ποὺ μάζευε ἀπὸ τὰ δέντρα τὰ ἔτρωγε σκέτα μὲ μπόλικο ἁλάτι. Τὸ Σαββάτο καὶ τὴν Κυριακὴ ἔβαζε ἀπὸ μία κουταλιὰ λάδι στὸ φαγητό της, ὅ,τι εἶχε.
Ἄλλες φορὲς ἄνοιγε καμία κονσέρβα ψάρι καὶ τὴν ἔτρωγε ὕστερα ἀπὸ μέρες, ἀφοῦ εἶχε πιάσει ἕνα δάχτυλο μούχλα. 'Ἔβραζε φύλλα ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ φτέρη.
Τὰ σταφύλια δὲν τὰ καθάριζε ἀπὸ τὰ μερμήγκια, οὔτε πετοῦσε τὶς σάπιες ρῶγες.
Καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ ποτὲ δὲν πάθαινε τίποτε.
Πάντα ἦταν εὐχαριστημένη καὶ μὲ βαθειὰ δοξολογικὴ χαρὰ ἔλεγε «εὐφράνθη ἡ καρδία μου». Ποτὲ δὲν πλήγωσε οὔτε καὶ στενοχώρησε ἄνθρωπο.
Ὅταν καταλάβαινε πὼς κάποιος δυσκολευόταν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ποὺ τὸν τυραννοῦσαν, περνοῦσε διακριτικὰ ἀπὸ δίπλα του.
Ἔλεγε μιά-δυὸ κουβέντες, κάτι σὰν σύνθημα, χωρὶς νὰ καταλάβουν ἢ νὰ ἀκούσουν οἱ ἄλλοι καὶ πάλι ἀπομακρυνόταν.
Ἐκεῖνος καταλάβαινε καὶ τὴν ἀκολουθοῦσε.
Τότε οἱ δυό τους καθισμένοι μόνοι ἀπόμερα, ὥστε νὰ τοὺς βλέπουν ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς ἀκοῦν, χωρὶς νὰ φανερώσει τὴν ἁμαρτία ἢ τὸ πρόβλημα, πρῶτα παρηγοροῦσε κι ὕστερα συμβούλευε μὲ ψυχωφέλιμα στοργικὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.
Ἄλλες φορὲς ἡ ἴδια ἔλεγε: «αὐτοὶ ἦρθαν μαῦροι στὴν Παναγία καὶ φεύγουν ἄσπροι». Ἰδιαίτερα νοιαζόταν γιὰ τὰ ἀνύπαντρα κορίτσια, ποὺ τύχαινε νὰ παραστρατήσουν.
Τὰ μάζευε κοντά της καὶ τὰ νουθετοῦσε καλύτερα ἀπὸ μάννα.
Τὰ ἔλεγε νὰ μὴ ξαναμιλήσουν γιὰ τὴν πτώση τους, καὶ φρόντιζε νὰ τὰ καλοπαντρέψει, δίνοντάς τα καὶ προίκα ἡ ἴδια ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἄλλοι τῆς ἔδιναν. " Ἡ Παναΐα κι θὰ χάντ’ σας"δὲν θὰ σᾶς χάσει ἡ Παναγία), συμπλήρωνε.
Χρήματα ἀπὸ τὰ χέρια της πέρασαν πολλά.
Τὰ ἔπαιρνε καὶ τὰ ἔβαζε ὅπου τύχαινε.
Σὲ θάμνους, κάτω ἀπὸ πέτρες, μέσα σὲ τρύπες, στὰ ντουβάρια, στὰ ξύλα τῆς σκάλας, κάτω ἀπὸ τὰ κεραμίδια.
Μόλις ὅμως τὰ χρειαζόταν, ἀμέσως τὰ εὕρισκε, καὶ τὰ ἔδινε ὅπου ἔπρεπε.
Εἶδε πολλὰ σκάνδαλα ἀπὸ λαϊκοὺς καὶ μοναχοὺς καὶ ἱερεῖς.
Ποτὲ κανέναν δὲν κατηγόρησε. «Νὰ σκεπάζετε, νὰ σᾶς σκεπάζει ὁ Θεός» ἔλεγε.
Πάντα γλυκομίλητη καὶ ἂς ἦταν τόσο σοβαρὸ καὶ βαθυστόχαστο τὸ βλέμμα της.
Ἡ θωριά της πολλοὺς τοὺς τρόμαζε.
Ἀγαπημένη φράση της ἦταν: «Πολλὰν ὑπομονὴν νὰ κάμνετε, πολλὰν ὑπομονήν». Τὴν ἔλεγε καὶ τὴν ξανάλεγε αὐτή, ποὺ ἡ ζωή της ἦταν μόνο ὑπομονὴ καὶ σκληρὸς ἀγώνας γιὰ τὸν Χριστό.
Πολλὰν ὑπομονήν.
Κάποτε ἡ Σοφία ἀσθένησε βαρειά.
Διπλώθηκε στὴν μέση ἀπὸ τὸν πόνο.
Ἄνοιξε ἡ κοιλιά της ἀπὸ τὴν πάθηση – μᾶλλον σκωληκοειδίτιδα, ποὺ ἔσπασε ἢ κήλη ἢ κάποιο ἀναπνευστικὸ πρόβλημα – καὶ αὐτὴ ἡ μακαρία στούπωνε στὴν πληγὴ πανιὰ καὶ φυτίλια ἀπὸ τὶς κανδῆλες.
Ἄρχισε νὰ σαπίζει.
Μύριζε, ἀλλὰ δὲν δεχόταν καμία βοήθεια οὔτε περιποίηση. «Θά ‘ρθει ἡ Παναγία νὰ μὲ πάρει τὸν πόνο.
Μοῦ τὸ ὑποσχέθηκε», ἔλεγε.
Σὲ λεωφορεῖο μὲ εὐλαβεῖς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ὅπως σώζεται σὲ μαγνητοταινία, διηγεῖται ἡ ἴδια τὸ ἀπίστευτο γεγονός· «Ἦρθε ἡ Παναγία μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ καὶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο· ἦταν καὶ ἄλλοι ἅγιοι.
Εἶπε ὁ ἀρχάγγελος· θὰ σὲ κόψουμε τώρα.
Ἐγὼ εἶπα· εἶμαι ἁμαρτωλή, νὰ ἐξομολογηθῶ, νὰ κοινωνήσω καὶ νὰ μὲ κόψεις.
Δὲν θὰ πεθάνεις,εἶπε, ἐγχείρηση θὰ σὲ κάνουμε· εἶπε καὶ μὲ ἄνοιξε». Τὰ διηγοῦνταν ἀθώα καὶ ἁπλοϊκά, σὰν νὰ ἔγινε τὸ πιὸ φυσικὸ πράγμα.
Καὶ σήκωνε χωρὶς καμία ντροπὴ τὴν μπλούζα ἢ τὸ φόρεμά της, γιὰ νὰ δείξει τὴν τομὴ ποὺ ἔκλεισε μόνη της. Ἀμφιβολία στὰ λόγια τῆς Σοφίας δὲν χωροῦσε καμία ἀπολύτως.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους