[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κάποιος φίλος μου ζήτησε να γράψω για τους Fields of the Nephilim, κάτι που δεν είχα σκεφτεί πριν από αυτό. Πρόκειται για ένα συγκρότημα που μου άρεσε πολύ επειδή τους έβρισκα πρωτότυπους ηχητικά...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κάποιος φίλος μου ζήτησε να γράψω για τους Fields of the Nephilim, κάτι που δεν είχα σκεφτεί πριν από αυτό.

Πρόκειται για ένα συγκρότημα που μου άρεσε πολύ επειδή τους έβρισκα πρωτότυπους ηχητικά, μιας και συνδύαζαν διάφορες επιρροές και τους παρακολούθησα φανατικά μέχρι το τρίτο τους άλμπουμ, το Elizium του 1990, στο οποίο έκανε παραγωγή ο ηχολήπτης των Pink Floyd και του David Gilmour, Andy Jackson.

Μάλιστα ένα μέρος του Elizium ηχογραφήθηκε στο στούντιο Astoria, ένα μεγάλο πλωτό σπίτι στο Hampton, έξω από το Λονδίνο, που κατασκευάστηκε το 1911 για τον ιμπρεσάριο Fred Karno, και διαμορφώθηκε σε στούντιο ηχογράφησης από τον ιδιοκτήτη του, τον David Gilmour.

Άρα, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς, έχει πολύ Φλοϋδικά στοιχεία αυτός ο δίσκος… Το θεωρώ αριστουργηματικό άλμπουμ αλλά μετά από αυτό απομακρύνθηκα από το συγκρότημα για άλλους λόγους, που δεν είναι ακριβώς μουσικοί λόγοι αλλά με ενόχλησαν κάπως και είχε να κάνει με το management τους.

Συμπτωματικά, από τους Fields of the Nephilim αποχώρησε και ο τραγουδιστής τους, ο Carl McCoy.

Επανενώθηκαν το 1998 και επέστρεψαν με δύο ακόμα άλμπουμ.

Το όνομά τους έχει να κάνει με το Νεφιλιμ, μια Εβραϊκή λέξη που έχει να κάνει με μια βιβλική ράτσα αγγέλων και ανθρώπων.

Όπως εύκολα (και πάλι) μπορεί να καταλάβει κανείς, η θεματολογία του συγκροτήματος έχει να κάνει με το υπερφυσικό και αυτό οφείλεται στον Carl McCoy και το θρησκευτικό του υπόβαθρο μιας και η μητέρα του, ήταν ευσεβές μέλος των Μαρτύρων του Ιεχωβά.. Ο ίδιος άλλωστε σε κάποια συνέντευξή του δήλωσε πως: «Οι Fields of the Nephilim ήταν μια απάντηση στη θρησκευτική μου ανατροφή.

Από εκεί προέρχονται όλα.

Νομίζω ότι αν κάτι καταπιεστεί ακόμα και ελάχιστα, κάπου πρέπει να βγει.

Πρέπει να το χρησιμοποιήσεις στην τέχνη και στη μουσική σου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Αλλά δεν μετανιώνω για το από που έχω έρθει ή το τι έχω κάνει.

Είναι όλα μέρος του μονοπατιού σου και νομίζω ότι αν αλλάξω κάτι, αυτό θα με έκανε πιθανότατα να γίνω κάποιος άλλος και πιθανότατα δεν θα έκανα αυτό που κάνω τώρα.

Δεν θα ήθελα να αλλάξω, αλλά πέρασα προφανώς δύσκολα ως παιδί.

Προσπαθώντας να συναναστραφώ άλλα παιδιά που δεν ήταν θρησκευόμενα και οι οικογένειές τους δεν ήταν θρησκευόμενες.

Ξέρετε, η μητέρα μου ήταν πολύ αυστηρή και θρησκευόμενη, οπότε παραδέχομαι πως μου αφαίρεσε τα παιδικά μου χρόνια». Οι Fields of the Nephilim δημιουργήθηκαν το 1984 στο Stevenage, μια πόλη στα βόρεια του Λονδίνου και άρχισαν να κάνουν συνεχώς εμφανίσεις για να κερδίσουν κοινό.

Χωρίς την υποστήριξη του Τύπου, του ραδιοφώνου ή των δισκογραφικών ή δημοσίων σχέσεων, έβγαλαν μόνοι τους τα αρχικά τους EP και δεν προσπάθησαν ποτέ να ταιριάξουν με τις επικρατούσες μουσικές τάσεις ενώ ήταν πιθανότατα η τελευταία μεγάλη μπάντα που ταυτίστηκε με την υποκουλτούρα του post-punk και του gothic, που εκείνη την περίοδο ήταν σε φθίνουσα δημοτικότητα.

Το αυξανόμενο μέγεθος του κοινού τους, έκανε τον μουσικό τύπου να τους προσέξει. NME, Sounds και Melody Maker έστρεψαν το βλέμμα τους προς το Burning The Fields E.P που το συγκρότημα κυκλοφόρησε το 1985 με την βοήθεια της Jungle Records.

Εδώ υπάρχει η ιδρυτική σύνθεση της μπάντας: Carl McCoy – φωνητικά, Tony Pettit – μπάσο, Paul Wright – κιθάρα, Gary Whisker – σαξόφωνο και Nod Wright – τύμπανα.

Αν κάποιος ψάχνει να βρει την σχέση του gothic με το post-punk, αυτές οι πρώτες κυκλοφορίες των Fields of the Nephilim είναι η ξεκάθαρη απόδειξη.

Στιχουργικά ο McCoy έχει μπει στο θέμα του, μιλώντας για ειδωλολάτρες, αναφερόμενος στην Gehenna (μια ιστορική γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται στα νότια της Ιερουσαλήμ η οποία αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και σύμφωνα με τις αφηγήσεις είναι ο τόπος της αιώνιας πύρινης Κόλασης, όπου θα τιμωρηθούν, μετά θάνατο, οι αμαρτωλοί και αμετανόητοι άνθρωποι). Όταν το 1986 υπέγραψαν με την Situation Two, ο μουσικός τύπος, αδικώντας τους, άρχισε να τους συγκρίνει με τους διαλυμένους, εκείνη την εποχή, Sisters of Mercy, με τους οποίους είχαν το ίδιο κοινό αλλά δύσκολα μπορείς να πεις πως οι πρώτοι έκλεβαν τους δεύτερους και στο post-punk ύφος του συγκροτήματος έρχονται να προστεθούν progressive rock στοιχεία σε τραγούδια όπως είναι το «Laura II», τραβώντας τον ήχο της μπάντας ακόμα πιο μακριά από εκείνον των Sisters of Mercy.

Ο ήχος των Fields of theNephilim ήταν ένας συνδυασμός σκοτεινού ροκ με ατμοσφαιρικές επιρροές από συνθέτες που έγραφαν μουσική για ταινίες, όπως ο Ennio Morricone με μια αδιαπέραστη γεύση μυστικισμού και αποκρυφιστικής μυθολογίας.

Όλα έντυναν τα γρυλίσματα του McCoy που αντλούσε έμπνευση μέσα από τις ιστορίες του HP Lovecraft ή μελετώντας τα γραπτά του Aleister Crowley, σκοτεινά βιβλικά απόκρυφα ή ταινίες τρόμου.

Ένας φίλος μου που το συγκρότημά του είχε παίξει με τους Fields of the Nephilim, μου είχε πει πως πριν να βγουν στην σκηνή έβλεπαν ταινίες western του Sergio Leon και έριχναν πάνω τους χώμα για να μοιάζουν σαν καουμπούηδες που ήρθαν από κάποιο ερημικό τοπίο.

Ο ίδιος ο McCoy έλεγε πως επειδή τα μέλη του συγκροτήματος ήταν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, αυτός ήταν ένας τρόπος να φαίνονται ομαδοποιημένοι.

Να έχουν όλοι τους ένα σημείο αναφοράς.

Το χώμα ή το αλεύρι.

Ανάλογα με το τι έριχναν πάνω τους.

Στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, το Dawnrazor, που κυκλοφόρησαν το 1987 με την Situation Two, την παραγωγή είχε αναλάβει ο Bill Buchanan, που δούλευε περισσότερο με indie, metal και goth μπάντες, ενώ την μίξη έκανε ο John Fryer, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τον ήχο των συγκροτημάτων της 4AD και ιδρυτής με τον Ivo Vox, των This Mortal Coil και είχα την τιμή να συνεργαστώ κι εγω μαζί του στο άλμπουμ Ninouki που κυκλοφόρησα φέτος ως Nexus. To Dawnrazor ανοίγει με μια διασκευή στο «The Harmonica Man» του Ennio Morricone από την ταινία Once Upon a Time in the West δίνοντας μια καουμπόυκη πινελιά τόσο στην μουσική όσο και στο image τους.

Από την μπάντα έχει αποσυρθεί ο σαξοφωνίστας Gary Wisker και την θέση του πήρε ο κιθαρίστας Peter Yates ενώ στο άλμπουμ υπάρχουν τραγούδια όπως το ομότιτλο, με μεγαλύτερη διάρκεια από έξι λεπτά ή το επτάλεπτο «Vet For The Insane» απομακρύνοντας τον ήχο τους από τις post-punk συνήθειες και πηγαίνοντάς τους ακόμα περισσότερο προς την αγκαλιά του prog-rock.

Το δεύτερο άλμπουμ τους ανοίγει με ένα ηχητικό δείγμα από την ταινία Το Όνομα του Ρόδου, όπου ακούγεται η κραυγή του χαρακτήρα Salvatore (τον υποδυόταν ο ηθοποιός Ron Rearlman) να φωνάζει «Penitenziagite». Θα σταθώ λίγο εδώ, για να βγω λίγο εκτός θέματος αλλά δείχνει και τα θέματα που επηρέαζαν τον McCoy: Το Penitenziagite ("Μετανοείτε ") προέρχεται από το λατινικό "Poenitentiam agite", έχει ερμηνευτεί ως παράφραση του ελληνικού «πένητες διάγετε» που αποδίδεται στον Χριστό και σημαίνει «ζω τη ζωή σαν φτωχός» και υπάρχει στο βιβλίο του Umberto Eco, Το Όνομα του Ρόδου.

Η φράση χρησιμοποιήθηκε από το κίνημα των Δουλκινιανών που ιδρύθηκε από τον Gerard Segarelli τον 13ο αιώνα, ένα κίνημα που πήρε το όνομά του από τον μαθητή Fra Dolcino.

Ηχητικά το συγκρότημα εξέλιξε τον ήχο του, γράφοντας ακόμα μεγαλύτερα σε διάρκεια τραγούδια, αλλά σε πιο χαμηλές ταχύτητες, φτιάχνοντας έτσι μια πιο ιδιαίτερη μουσική ταυτότητα.

Το σινγκλ, «Moonchild», έφτασε στο νούμερο 28 στα βρετανικά charts τον Μάιο του 1988.

Ταυτόχρονα, το αλεύρι που έριχναν πάνω στα καπέλα και στις καμπαρντίνες τους πριν βγουν στη σκηνή έκανε την αστυνομία να ψάχνει το βαν που τους μετέφερε, πεπεισμένη ότι οι σακούλες με την εν λόγω λευκή σκόνη ήταν στην πραγματικότητα κοκαΐνη.

Αυτό που τους έφερε ακόμα πιο κοντά στους Pink Floyd, ήταν το δεκάλεπτο «Psychonaut (Lib.

III)» το οποίο κυκλοφόρησε σε σινγκλ το 1989 σε παραγωγή και πάλι του Bill Buchanan αλλά αυτή την φορά, αυτό το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Real World Studios του Peter Gabriel.

Εδώ πλέον αποκτά την δική του προσωπικότητα και ο ήχος του μπάσου του Tony Pettitt, με το stereo delay να παίζει τον ρόλο του sequencer, τραβώντας την μπάντα σε μια δική της ηχητική πραγματικότητα, στο σκοτάδι της οποίας συνυπήρχαν οι Tangerine Dream και η χορευτική industrial μουσική.

Το σινγκλ έφτασε μέχρι το νούμερο 35 στα τσαρτ και το 1990 κυκλοφόρησε το «For Her Light» το πρώτο single του τρίτου και τελευταίου άλμπουμ του πρώτου κεφαλαίου της μπάντας.

Ήταν ο προάγγελος του άλμπουμ Elizium, κυκλοφόρησε από την Beggars Banquet και δεν κατάφερε να μπει στα τσαρτ.

Με αριστουργηματικά τραγούδια όπως το «Submission» που ενώ ξεκινά με ένα dub μπάσο, μεταμορφώνεται σε ένα από τα πιο σκληρά τραγούδια που έγραψαν ποτέ οι Fields of the Nephilim.

Ψυχεδελικό, σκοτεινό, αποκρυφιστικό, πρόκειται για ένα τεράστιο άλμπουμ το οποίο πιστεύω πως διέφυγε της προσοχής του ευρύτερου Ελληνικού ροκ κοινού, όχι επειδή είναι δύσκολο αλλά επειδή δεν προωθήθηκε ώστε να έχει μεγαλύτερη μερίδα κόσμου την ευκαιρία να το ανακαλύψει.

Ίσως σήμερα, 36 χρόνια αργότερα, να ήρθε η ώρα.

Την εποχή εκείνη ήμουν στην Γερμανία και έφυγα από το Βερολίνο για να επισκεφτώ στο Trier το συγκρότημα Catastrophe Ballet.

Έμεινα μαζί τους για λίγο καιρό, όντας απογοητευμένος που είχα χάσει την ευκαιρία να δω τους Fields of the Nephilim που είχαν παίξει λίγες μέρες πριν φτάσω, στο Europahalle της πόλης. Οι Catastrophe Ballet με πληροφόρησαν πως ο μάνατζερ των Άγγλων είχε βγει και είχε πει πως «όποια μπάντα θα έδινε 2000 Γερμανικά μάρκα, θα άνοιγε την συναυλία των Nephilim». Τελικά επικράτησαν οι Rausch, μια μπάντα από την Κολωνία που είχε συμβόλαιο με την Vertigo και προσέφεραν 3000 μάρκα.

Εκεί ήταν που κάτι έσπασε μέσα μου για τους Fields of the Nephilim.

Ίσως να είμαι άδικος, επειδή υπάρχουν και άλλα συγκροτήματα που κάνουν τέτοιους πλειστηριασμούς, αλλά κάτι με στεναχώρησε.

Λίγο αργότερα, o McCoy αποχώρησε από το συγκρότημα και όλα είχαν λήξει για εμένα.

Στην δεκαετία του ’90 πετάχτηκα από την θέση μου όταν το είδα να παίζει σε μια ταινία με τίτλο Hardware… Μετά την διάλυση, το 1991, άρχισε μια προσπάθεια από όλους τους μαζί ή ξεχωριστά, να κάνουν κάτι ανάλογο μέχρι που το 1998 επανασυνδέθηκαν αλλά δεν με ενδιέφεραν πια.

Από τις μπάντες που δημιούργησαν τα διάφορα μέλη, θεωρώ ανώτερη από όλες τους Eden House που ουσιαστικά είναι δημιούργημα του Pettitt και του Stephen Carey των This Burning Effigy (θα μου άρεσε να γράψω μια μέρα γι αυτούς). Μου αρέσουν πάρα πολύ και έχω ότι έχουν κυκλοφορήσει.

Εάν είστε «νεφιλιμικοί» θα σας τους πρότεινα ανεπιφύλακτα, μόνο να ξέρετε πως για τα φωνητικά οι Eden House χρησιμοποιούν Κυρίες (βάζω στα σχόλια ένα τραγούδι τους). Επίσης μου αρέσει πάρα πολύ και το συγκρότημα Last Rites που δημιούργησαν οι αδερφοί Wright (βάζω στα σχόλια ένα κι από αυτούς). Κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ και σας προτείνω ανεπιφύλακτα το ντεμπούτο τους, Guided By Light του 2001.

Πέρα από το gothic κοινό, τους Fields of the Nephilim προσεταιρίστηκε και μια μερίδα του μέταλ κοινού, κυρίως λόγω κάποιων κυκλοφοριών και συνεργασιών που έκανε ο Carl McCoy με metal μπάντες, ενώ το γκρουπ επανασυνδέθηκε, σκλήρυνε τον ήχο του, ξαναδιαλύθηκε ξανα και ξανά το 2002, το 2007, το 2012 και το 2017 μέχρι σήμερα.. Και με αυτά, ένα ακόμη σεντόνι, έφτασε στο τέλος του. Καληνύχτα σας

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences