Ξέρεις, Κατερίνα σκεφτόταν πόσο διαφορετική είχε γίνει η καθημερινότητά της, από εκείνη τη στιγμή που η πεθερά της, η κυρία Μαρία Παπαδοπούλου, εγκαταστάθηκε στο σπίτι τους εδώ και τρεις βδομάδες...
Ξέρεις, Κατερίνα σκεφτόταν πόσο διαφορετική είχε γίνει η καθημερινότητά της, από εκείνη τη στιγμή που η πεθερά της, η κυρία Μαρία Παπαδοπούλου, εγκαταστάθηκε στο σπίτι τους εδώ και τρεις βδομάδες.
Θυμάσαι πόσες φορές σου έχω πει για αυτό το αίσθημα κόμπου στο λαιμό; Εκείνο το αβάσταχτο, όταν απλά θέλεις να κάνεις κάτι δικό σου, αλλά νιώθεις ότι σε παρακολουθούν, ή σε κρίνουν πριν κάνεις οτιδήποτε; Εκείνο το πρωινό λοιπόν, πριν καλά-καλά ακουμπήσει το φλυτζάνι στον πάγκο της κουζίνας, ήρθε το πρώτο σχόλιο. - Πάλι παραέβαλες το αλάτι, είπε η κυρία Μαρία, χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα της από το πιάτο.
Σαν να ανέφερε τον καιρό, έτσι, ψυχρά και θέμα-τελειωμένο. Η Κατερίνα στεκόταν στη γωνιά της κουζίνας.
Κοιτούσε τη δεμένη κοτσίδα της πεθεράς της, πιασμένη με ένα μαύρο κλιπ, τους ίσιους ώμους της κάτω από την κρέμ ζακέτα.
Για μια στιγμή, σκέφτηκε αν άξιζε καν να απαντήσει. - Νομίζω πως είναι εντάξει, της είπε ήρεμα. - Εσύ νομίζεις, επανέλαβε η πεθερά της, δένοντας ηθελημένα τον τόνο στη τελευταία λέξη. - Παύλο, έλα να δοκιμάσεις. Ο Παύλος, ο άντρας της Κατερίνας, κάθισε ακριβώς απέναντι από τη μητέρα του κι έτρωγε.
Όταν ένιωσε τα δυο ζευγάρια μάτια πάνω του, σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. - Καλή είναι, μαμά. - Καλή... Για ποιον; Για στρατόπεδα ίσως, είπε και γύρισε πάλι στο φαγητό. Η Κατερίνα άρχισε να σκουπίζει τα χέρια της με την πετσέτα, ένα ένα τα δάχτυλα προσεκτικά.
Τελευταία, είχε καταφέρει να μην τρέμουν τα χέρια της μόνο αν τα απασχολούσε.
Κάποιο μυστικό ρουτινίδιο για τις κρίσιμες στιγμές. Θυμάσαι; Η κυρία Μαρία είχε πει ότι θα μείνει πέντε μέρες.
Μετά έγιναν επτά.
Κι ύστερα είπε ότι δεν νιώθει πολύ καλά, και ο Παύλος την κοίταξε σα μικρό παιδί που μείνανε τα διαγωνίσματα για την άλλη εβδομάδα – ανακούφιση κι ανησυχία μαζί.
Τώρα είχανε συμπληρώσει τρεις βδομάδες παρέα. - Θα βγω λίγο, είπε η Κατερίνα, κρεμώντας την πετσέτα στη θέση της.
Κανείς δεν της είπε τίποτα.
Πέρασε στο υπνοδωμάτιο, έκλεισε την πόρτα αθόρυβα.
Δεν χτύπησε.
Μόνο άκουσε το χαρακτηριστικό μικρό «κλικ» και κράτησε τη ματιά της πάνω στα πάντα – τακτοποιημένα κομοδίνα, τις λάμπες, το κρεβάτι, όλα όπως έπρεπε.
Μόνο που πια αυτό το «όπως πρέπει» ήταν διακόσμηση, όχι ζεστασιά.
Σαν να μην ανήκει στο σπίτι, αλλά σε μια έκθεση.
Στάθηκε λίγο στην άκρη του κρεβατιού, κοίταξε έξω στο παράθυρο – η Αθήνα του Μαρτίου μουντή, με κάτι λασπωμένα απομεινάρια βροχής στα πεζοδρόμια.
Κάποτε της άρεσε αυτή η αβεβαιότητα πριν την πραγματική άνοιξη.
Τώρα σκεφτόταν πόσο πρέπει να βγάλει την αναφορά το βράδυ, ότι η κυρία Μαρία σίγουρα θα της ζητήσει να πεταχτεί αύριο ως το My Home στο Περιστέρι για χαρτοπετσέτες (εκεί είναι καλύτερες, «να το ξέρεις!»). Έπιασε τους κροτάφους της χωρίς να το καταλάβει.
Από την κουζίνα έφτανε η φωνή της πεθεράς.
Κάτι έλεγε στον Παύλο, εκείνος χαχάνιζε.
Ανάσες, μισές λέξεις, βαριά καθημερινότητα.
Καλή γνώριζε την κυρία Μαρία έξι χρόνια.
Της είχε φανεί αυστηρή, λίγο παλιομοδίτισσα, αλλά νορμάλ.
Στον γάμο τους χάρισε ένα σερβίτσιο και ευχήθηκε αγάπη και συμβουλή. Η Κατερίνα ήξερε να χαμογελά.
Σου είπα, ήταν καλή σ’ αυτά – να διαλέγει τα καλά στους ανθρώπους, να περιμένει, να υπομένει τον δύστροπο τόνο.
Η μαμά της το έλεγε «υπομονή», η ίδια «ωριμότητα». Τώρα, στα τριάντα δύο της, αναρωτιόταν αν τελικά αυτά τα δυο είναι το ίδιο πράγμα.
Ξανά το γέλιο του Παύλου απ’ έξω.
Πήγε στον καθρέφτη, κοίταξε το πρόσωπό της: σκουρόχρωμα μαλλιά λίγο κάτω από τους ώμους, ανοιχτά μάτια, κουρασμένα, όχι απ’ τον ύπνο.
Μια παράξενη κούραση, που δεν φεύγει με ύπνο.
Πήρε το κινητό.
Έστειλε μήνυμα στη φίλη της, Άννα: «Αύριο;». Άννα απάντησε γρήγορα: «Φυσικά.
Τι ώρα;» «Μεσημέρι.
Θα περάσω από το γραφείο σου.» Έβαλε το κινητό και γύρισε στην κουζίνα.
Έπρεπε να μαζέψει το τραπέζι.
Ένα απ’ τα τόσα που πλέον γίνανε υποχρέωση, αν και κάποτε ήταν μέρος της ρουτίνας.
Η κυρία Μαρία απολάμβανε το δικό της κύριο σημείο – την πολυθρόνα της Κατερίνας στο παράθυρο, που έβλεπε όλο τον δρόμο.
Εκεί διάβαζε η Κατερίνα τα βράδια.
Τώρα, διαβάζει στο κρεβάτι.
Η πολυθρόνα πια είναι... κατειλημμένη. - Κατερίνα, είπε η πεθερά της όταν πέρασε. – Το τσάι που σου ζήτησα δεν το πήρες; - Το παράγγειλα στο ίντερνετ.
Θα έρθει μεθαύριο. - Στο ίντερνετ, χαμογέλασε ειρωνικά. - Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά.
Να ‘ρθεις σε κανονικό μαγαζί, να το μυρίσεις, να το δεις. - Δεν υπάρχει στα μαγαζιά εδώ κοντά. - Ψάξε καλύτερα. Ο Παύλος σκρόλαρε στο κινητό στον καναπέ. Η Κατερίνα τον κοίταξε.
Μετά την πεθερά. - Μάλιστα, κυρία Μαρία.
Θα ψάξω καλύτερα.
Άρχισε να μαζεύει το τραπέζι.
Εκεί, μέσα στο ζεστό της νερό, έπλυνε τα πιάτα, σκεφτόμενη πως η οικογενειακή ψυχολογία δεν είναι μόνο αν έχεις αγάπη ή όχι.
Έχει να κάνει με το ποιος κάνει πίσω όταν του παίρνουν τον χώρο. Ο Παύλος δεν ήταν κακός.
Ήξερε να είναι τρυφερός και έξυπνος.
Όμως, όταν η μητέρα του έμπαινε στο σπίτι, γινόταν πάλι ο μικρούλης της, σαν τις φωτογραφίες που είχε η κυρία Μαρία στο άλμπουμ της.
Με το άσπρο μπλουζάκι και το χαμένο ύφος.
Πιάνοντας τις λεπτομέρειες, σκέφτηκε πως ο Μάρτιος νύχτωνε νωρίς στην Αθήνα.
Πρέπει ν’ αλλάξουν επιτέλους τις λάμπες στο σαλόνι, να πάρουν αυτές τις ζεστές που ονειρεύεται τόσο καιρό, αλλά ποτέ δεν έβρισκε χρόνο.
Η «καλή μας» από το σαλόνι: - Παυλάκη, ίσιωσε την κουβέρτα στο παράθυρο, κάνει ρεύμα.
Ξανά στέγνωσε τα χέρια της.
Ένα σφίξιμο μέσα στο στήθος, όχι πόνος, αλλά σαν κάποιος να πατάει διακριτικά, να της θυμίζει πως κάτι πάει στραβά.
Την άλλη μέρα με την Άννα, στο γνωστό μικρό λογιστικό γραφείο της στη Νέα Σμύρνη, όπου συναντιόντουσαν κάθε δυο βδομάδες για καφέ και ξεμούδιασμα μυαλού – αν δεν το έκαναν, οι λογαριασμοί τούς έπνιγαν.
Κάθισαν στην ήσυχη καφετέρια στο Παγκράτι, με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου μάφιν στον αέρα. - Πες μου, είπε η Άννα. - Είναι τρεις βδομάδες εδώ... Η Άννα δεν απορήσε.
Ήξερε για την κυρία Μαρία. - Ο Παύλος; - Όπως πάντα.
Δεν βλέπει τίποτα, ή αν βλέπει, κάνει τον Κινέζο.
Πραγματικά, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο. - Μίλησες μαζί του; - Προσπάθησα.
Μου είπε πως η μαμά του είναι μόνη, πρέπει να έχουμε υπομονή. - Και τι κάνει πράγματι; Της μιλάει; - Απλά παραπονιέται για την υγεία της.
Αλλά μόλις χρειαστεί να φύγει βόλτα, ξαφνικά αναρρώνει. Την Τετάρτη πήγε για υφάσματα στο κέντρο, τρεις ώρες σου λέω.
Κι ύστερα γύρισε και είπε πως κουράστηκε... Η Άννα σήκωσε το φρύδι. - Τρεις ώρες για υφάσματα. - Και μετά, χώθηκε στις ντουλάπες μου, χώρισε τα σεντόνια, χωρίς καν να με ρωτήσει.
Τα ανοίγω και ψάχνω να βρω τι είναι αυτό… - Ρε, πες της! - Πώς να της το πώ; Εσύ μιλάς, εγώ να πω “μην ακουμπάτε τα πράγματά μου”; Θα γίνει φασαρία, θα πει ότι ήθελε να βοηθήσει, έτσι έκαναν παλιά, και ο Παύλος μετά θα πει ότι πρέπει να ήμουν πιο πολιτισμένη.
Ότι η μαμά του δεν το κάνει επίτηδες. - Και τι κάνεις; - Βάζω ήσυχα τα σεντόνια πίσω στη θέση τους και το αφήνω να περάσει. Η Άννα σιώπησε λίγο. - Έχεις κουραστεί. - Έχω, είπε η Κατερίνα.
Και μόνο που το είπε, ένιωσε λίγο ελαφρύτερη. - Πόσο ακόμη θα μείνει; - Δεν έχω ιδέα. Ο Παύλος λέει να περιμένουμε.
Θα θελήσει να γυρίσει κάποια στιγμή. - Αυτή είναι απάντηση; - Ξέρω ότι δεν είναι. Η Άννα την κοίταξε βαθιά. - Χρειάζεται μια συζήτηση πραγματική.
Όχι απ’ αυτές τις …επιφανειακές. - Δεν ξέρω αν μπορεί να καταλάβει όταν είναι δίπλα της.
Αλλιώς γίνεται. - Βρες τρόπο να μείνετε μόνοι.
Πες της να βγει, να πάει ακόμη μια βόλτα για υφάσματα.
Εσύ μίλα μαζί του.
Έξω περπάτησε μια κυρία με ένα μικρό τσιουάουα.
Το σκυλάκι πορευόταν σε μια κατεύθυνση, η κυρία σε άλλη∙ τραβούσε ο ένας, αντιστεκόταν η άλλη.
Καταλαβαίνεις. - Ξέρεις τι με φοβίζει πιο πολύ; ρώτησε σιγά η Κατερίνα.
Όχι εκείνη.
Εμένα με τρομάζει το πώς έχει αλλάξει ο Παύλος. Η Άννα δεν απάντησε.
Μερικές φορές το καλύτερο είναι η σιωπή.
Μετά το μεσημεριανό, οι δυο φίλες χωρίστηκαν στον κρύο αέρα της άνοιξης. Η Κατερίνα ανακάτεψε το γιαούρτι στο θερμός της στο μετρό, σκεπτόμενη ότι το βράδυ πρέπει να κάνει κάτι για εκείνον τον έλεγχο και πρέπει να βρει χρόνο να πάρει τηλέφωνο τη μαμά της.
Και ότι η Άννα έχει δίκιο.
Μια αληθινή κουβέντα χρειάζεται.
Στο σπίτι, η μυρωδιά των αρωμάτων είχε αλλάξει.
Όχι αυτά που φορούσε εκείνη – η κυρία Μαρία φορούσε το «Απογευματινό Φως», βαρύ, γλυκό, σαν ντουλάπα γεμάτη ρούχα άλλης εποχής. - Ήρθες; είπε η πεθερά.
Έκανα πατάτες, μα μπορείς να τηγανίσεις. Η Κατερίνα έβγαλε το παλτό, το κρέμασε, ισιώνοντας έτσι το ύφασμα ώστε να μην πει τίποτα η πεθερά. - Ευχαριστώ, κυρία Μαρία. - Ο Παύλος είπε θα αργήσει.
Μέχρι τις 8. Κάτι στη δουλειά. - Το ξέρω, μου έστειλε.
Στο μπολ, οι πατάτες ήταν κομμένες άτσαλα και χοντρές, ενώ η Κατερίνα πάντα κατέληγε με φέτες διαμαντένιες, ομοιόμορφες.
Πήρε το μαχαίρι, άρχισε να τις ξανακόβει. - Τι κάνεις εκεί; γρύλισε η κυρία Μαρία στην πόρτα. - Τις κόβω λεπτότερα. - Γιατί; Τις έχω κόψει εγώ ήδη. - Τηγανίζονται καλύτερα έτσι. - Εμένα πάντα έτσι τις έψηνα, και ποτέ δεν παραπονέθηκε κανείς. Η Κατερίνα συνέχισε, πιο πεισματάρα πλέον. - Κατερίνα, είπε η πεθερά, με φωνή παγωμένη και κοφτή. - Σας ακούω, ευχαριστώ.
Αλλά θα το τελειώσω όπως το συνηθίζω. Παύση.
Και η κυρία Μαρία έφυγε. Η Κατερίνα έβαλε το τηγάνι.
Έριξε το λάδι, το κοίταξε να ζεσταίνεται, διάφανο και σχεδόν να τρεμοπαίζει.
Το έριξε τις πατάτες κι άκουσε το φσσσ… Σκεφτόταν «όρια». Μια λέξη που σου τη λένε συνέχεια στα σεμινάρια, αλλά καταλαβαίνεις το νόημά της μόνο όταν εκείνη διατάζει στην κουζίνα σου.
Δεν είναι μόδα, είναι αναφαίρετο δικαίωμα. Ο Παύλος κατά τις εννιά ήρθε, εξαντλημένος, με εκείνο το βαρύ ύφος της δουλειάς.
Τη φίλησε νερόβραστα και προχώρησε στο σαλόνι. - Μαμά, εσύ πώς είσαι; - Καλύτερα, καλύτερα.
Μια χαρά. - Ωραία. - Κατερίνα, έχουμε τίποτα για φαγητό; - Οι πατάτες είναι στον πάγκο, να τις ζεστάνω; Έφαγαν.
Συζήτηση για τη δουλειά του Παύλου.
Η κυρία Μαρία να ρωτάει και εκείνος να απαντά. Η Κατερίνα παρούσα, σχεδόν διανοητικά απούσα.
Μετά το βραδινό, πήρε το λάπτοπ και χώθηκε στην κρεβατοκάμαρα να τελειώσει τις αναφορές.
Ύστερα από λίγο, ο Παύλος ήρθε, ξάπλωσε δίπλα της. - Είσαι καλά; - Ναι, τέλειωσα. - Η Μαμά λέει ότι πάλι δεν έχεις καλή διάθεση. Η Κατερίνα έκλεισε το λάπτοπ. - Απλά κουράστηκα. - Από τη δουλειά; - Όχι μόνο. - Από τι άλλο; - Παύλο, καταλαβαίνεις ότι πέρασαν τρεις βδομάδες; - Η μαμά δεν νιώθει καλά. - Τρεις βδομάδες πριν, ναι... Τώρα γυρνάει σε όποιο μαγαζί θέλει. Ο Παύλος έμεινε σιωπηλός. - Θέλει να είναι κοντά... - Καταλαβαίνω. Αλλά, Παύλο, αυτό το σπίτι είναι δικό μας. - Είναι και δικό της... - Όχι.
Είναι για εμάς τους δύο. - Τι να κάνω; Να της πω να φύγει; - Να της μιλήσεις, να βάλεις ένα χρονοδιάγραμμα. - Θα το κάνω. - Πότε; - Θα βρω τη στιγμή. Η Κατερίνα στράφηκε στο ταβάνι. «Θα βρεις τη στιγμή». Το ίδιο πάντα.
Για τους γονείς της, για τον αναμίκτη του μπάνιου, για τα παιδιά που συζητούσαν κάθε τόσο.
Ήξερε τι σημαίνει: αναβολή για πάντα.
Άργησε να κοιμηθεί.
Το πρωί, από εκείνα που στην Αθήνα νιώθεις να ξημερώνουν αργά, η κυρία Μαρία έκανε πρωινό.
Κάτι το ένιωσε σαν χειρονομία, όχι σαν συμφιλίωση.
Στον πάγκο υπήρχε κουάκερ με σταφίδες, φρυγανιές, βούτυρο, όλα τακτοποιημένα. - Έτσι το έφτιαχνα πάντα στον Παύλο, όταν ήταν μικρός, ενημέρωσε χαμογελαστά η κυρία Μαρία. - Ευχαριστώ. - Του αρέσει με σταφίδες, το ξέρεις; - Το ξέρω, είπε η Κατερίνα, που ετοίμαζε κουάκερ για τον Παύλο τρία χρόνια τώρα.
Αλλά μικρή σημασία πλέον. - Εσύ τι τρως; - Καμιά φορά κάνω τοστ με φέτα. - Δεν βρήκα καλό τυρί σ’ εσάς εδώ.
Τι φέτα παίρνεις; Αυτός εδώ δεν πιάνεται… - Αυτό που μας αρέσει.
Η κυρία Μαρία γύρισε το στόμα, αλλά δεν σχολίασε άλλο. Ο Παύλος ήρθε αργοξυπνημένος, χάρηκε με τη θέα του κουάκερ. - Μπράβο μαμά, κουάκερ! Κατερίνα, δοκίμασες; Η μαμά το κάνει ωραίο. - Δοκίμασα.
Ήταν πολύ γλυκό για τα γούστα της, αλλά το έφαγε σιωπηλή.
Η κουβέντα περιστρεφόταν γύρω από τον καιρό και την πρόθεση της πεθεράς να πάνε την Κυριακή στον Βοτανικό Κήπο.
Εκείνη δέχτηκε αμέσως, αλλά η Κατερίνα ρώτησε «θα αντέξετε τόσο περπάτημα;», παίρνοντας ως απάντηση «το περπάτημα κάνει καλό!» Το Σαββατοκύριακο αποφάσισε να ασχοληθεί με καθάρισμα – δικιά της άμυνα.
Η τάξη βοηθάει πάντα το μυαλό.
Πέρασε όλο το σαλόνι, τακτοποίησε ράφια, ξανά τοποθέτησε αντικείμενα που είχανε γλιστρήσει αλλού – ένα ξύλινο αγαλματάκι που είχαν πάρει στο Παζάρι με τον Παύλο πριν δύο χρόνια, είχε πάει πιο μπροστά, το έβαλε στη θέση του.
Ακόμη και στην είσοδο το παλτό της πια είχε χαθεί πίσω από τη γούνινη παλτό της κυρίας Μαρίας.
Το ξαναέβαλε στη θέση του – και τότε ήρθε εκείνος ο τόνος. - Τι κάνεις εκεί; - Καθαρίζω. - Γιατί έπιασες το παλτό μου; - Με ενοχλούσε, απάντησε αμέσως η Κατερίνα. - Σου πάνε όλα στραβά σε αυτό το σπίτι… Ανέμεινε απάντηση, δεν πήρε. Η Κατερίνα πήρε το βουρτσάκι παπουτσιών και συνέχισε.
Το βράδυ, ο Παύλος πρότεινε να παραγγείλουν πίτσα.
Η κυρία Μαρία απέκρουσε κατηγορηματικά: πίτσα είναι ανθυγιεινή, να φάτε κανονικό φαΐ. - Μαμά, η Κατερίνα είναι κουρασμένη, είπε ο Παύλος. - Από τι; Από το σπίτι είναι όλη μέρα. - Εργάζομαι από το σπίτι.
Δεν είναι διακοπές. - Κι εγώ δούλεψα μια ζωή και πάντα προλάβαινα… - Κυρία Μαρία, είπε η Κατερίνα, διατηρώντας την ψυχραιμία της (που όλο και δυσκολότερα διατηρούσε). – Σήμερα βράδυ θα φάμε πίτσα.
Μετά παραγγείλαν, έφαγαν στην κουζίνα οι δυο τους, η κυρία Μαρία έφτιαξε ένα τοστ και τους γύρισε πλάτη. - Πάρε ένα κομμάτι αν θέλεις, της προτείνανε. - Όχι, ευχαριστώ.
Προτιμώ κανονικό φαΐ, απάντησε αυστηρά κι έφυγε στην «δική της» πια, πρώην γραφείο, τώρα δωμάτιο. - Είχες πει θα της μιλήσεις, θύμισε η Κατερίνα στον Παύλο. - Όχι τώρα, στο φαγητό. - Πότε λοιπόν; Πάντα υπάρχει κάτι πιο σημαντικό. - Κατέρινα... λίγη υπομονή.
Θα φύγει μόνη της. - Γιατί το πιστεύεις; - Έτσι κάνει πάντα. - Και εγώ μόνη μου νιώθω. - Τι εννοείς; - Αυτό που είπα.
Εκείνος έφαγε τη πίτσα του σαν να μην μιλούσαν καν.
Η γενιά μας λένε όλοι πως διαφέρει στην οπτική, αλλά στην πραγματικότητα είναι θέμα χώρου και λόγου.
Αν ανήκει το σπίτι σου σε όλους ή μόνο σε σένα.
Αν εγκρίνεις σιωπηρά ή παίρνεις θέση.
Την επόμενη, Κυριακή, πήγαν στη Βοτανικό στα Πατήσια.
Όλα μόνοι τους, τα μάτια πάντα πάνω στη Μαρία, που με το μπράτσο στον γιο, έκανε βόλτες ανάμεσα στα γυμνά δέντρα, και μιλούσε για κάποιον ξάδερφο στην Κόρινθο με κτήμα, και «να, τα ίδια δέντρα έχουμε». - Κατερίνα, μου χαμογέλασε λίγο, μην περπατάς σαν να πας σε στέψη, είπε σε κάποια στιγμή. - Έτσι περπατώ παντού, κυρία Μαρία, απάντησε η Κατερίνα ήρεμα.
Στο καφέ, τσάι και καφές στα φλυτζάνια. - Να σε ρωτήσω κάτι, Κατερίνα, ήρθε ξανά.
Με τα παιδιά τι γίνεται, εσείς σκέφτεστε να κάνετε; Η Κατερίνα την κοίταξε στα μάτια. - Είναι προσωπικό το θέμα.
Αν αποφασίσουμε κάτι, θα το πούμε εμείς. - Εγώ είμαι μάνα, δικαιούμαι να ξέρω, είπε πεισματικά. - Μα είναι θέμα δικό μας με τον Παύλο.
Όχι δικό σας.
Μια μικρή παύση αρκούσε.
Η κυρία Μαρία σιώπησε, ο Παύλος κοίταζε τις φουσκάλες στον καφέ.
Γύρισαν σπίτι.
Για μέρες μετά, η Κατερίνα χώθηκε στις εργασίες της.
Επίσης, παρατήρησε κάμποσα πράγματα αλλαγμένα στις ντουλάπες της.
Δεν είπε τίποτα, απλώς, μια μέρα, πήγε ευθεία στη Μαρία: - Κυρία Μαρία, παρακαλώ να μην αγγίζετε τα πράγματά μου στην ντουλάπα.
Δεν χρειάζεται, εγώ τα φτιάχνω όπως θέλω. - Ήθελα μόνο να βοηθήσω.
Υπήρχε μπερδεμένος όγκος. - Δεν υπήρχε μπέρδεμα, δικό μου ήταν το τακτοποίημα. - Ε, ο καθένας με τη σειρά του, είπε στεγνά∙ Κατερίνα απάντησε μόνο: - Ακριβώς.
Αυτό παρακαλώ.
Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρώς, αλλά ήταν ικανοποιημένη που το είπε καθαρά, χωρίς φωνές.
Εκείνη τη βδομάδα, ο Παύλος ήρθε μ’ ένα κουτί γλυκό από το αγαπημένο ζαχαροπλαστείο της Κατερίνας στο Κολωνάκι.
Λεμονόπιτα – την αγαπημένη της. - Ήθελα να σου κάνω ένα χατίρι, είπε λίγο αμήχανα.
Ήπιαν τσάι μόνοι στο σαλόνι, πρώτη φορά μετά από τόσες εβδομάδες.
Για λίγο χρόνος τους άνηκε. - Καλά είσαι; ρώτησε ο Παύλος. - Ευχαριστώ. - Σκέφτομαι αυτά που είπες... Για τη μοναξιά. - Και; - Έχεις δίκιο, απλώς δεν έχω μάθει πώς να της το πω. - Απλά να της το πεις.
Σ’ αγαπάμε, αλλά χρειάζεται χώρος.
Μπορούμε να της το πούμε καλά. - Αν της το έλεγες εσύ… - Όχι, Παύλο.
Γιατί αν το πω εγώ, θα είμαι η «κακιά νύφη». Αν το πεις εσύ, είσαι εκείνος που βάζει όρια με αγάπη.
Κοίταξε την Κατερίνα βαθιά. - Έχεις δίκιο.
Το ίδιο βράδυ, κάτι άλλαξε στην ατμόσφαιρα.
Ελάχιστα, αλλά αρκετά ώστε να μπορείς να ανασάνεις.
Η κυρία Μαρία βγήκε από τη κουζίνα αργά, είπε «πάω να ξαπλώσω» και το έκανε. Ο Παύλος ψιθύρισε, «Θα της μιλήσω. Αύριο...» Δεν έγινε και τόσο γρήγορα.
Το επόμενο πρωί, η κυρία Μαρία ανακοίνωσε τραπέζι.
Πραγματικό με μουσακά και γαλατόπιτα.
Σηκώθηκε, βγήκε για τα ψώνια της, κατέλαβε τη κουζίνα.
Κατερίνα ξύπνησε απ’ τη μυρωδιά του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού.
Βρήκε τη πεθερά αποφασισμένη, τα υλικά έτοιμα, την κατσαρόλα στη φωτιά. - Γιατί να βοηθήσεις; Το κάνω μόνη μου, είπε η Μαρία. - Αυτή είναι η δική μου κουζίνα, κυρία Μαρία. - Τώρα μαγειρεύω εγώ. Η Κατερίνα πήρε τον καφέ και έφυγε. Ο Παύλος την περίμενε στο διάδρομο. - Τα άκουσες; - Τι; - "Μη μπλέκεσαι" στην κουζίνα μου, είπε. - Κατερίνα… - Θα της μιλήσεις σήμερα; - Θα της μιλήσω.
Ο τραπεζιός του μεσημεριού ήταν ελληνική οικογενειακή σκηνή – όλα υπέροχα μαγειρεμένα, η κυρία Μαρία καμαρωτή, όλοι κούραση κι αγωνία μαζεμένη κάτω από τις κουβέντες.
Σέρβιρε, περήφανη. - Εσύ θα μπορούσες να με βοηθήσεις, είπε στη Κατερίνα, που απάντησε ήρεμα: "Εσείς με διώξατε από την κουζίνα". Εκείνη αντάλλαξε μια ματιά με τον Παύλο.
Μετά το φαγητό, ο Παύλος βγήκε στο μπαλκόνι να καπνίσει. Η Κατερίνα μάζεψε τα πιάτα.
Η πεθερά στάθηκε πλάι της. - Σου κρατάω κακία, είπε σχεδόν ανεπαίσθητα. - Όχι, απλά σκέφτομαι προτεραιότητες, απάντησε η Κατερίνα.
Η κυρία Μαρία αναστέναξε.
Όχι από απόγνωση, αλλ’ έτσι, δήθεν. - Εσείς οι νέοι… Σκέφτεστε πολύ.
Εμείς κάποτε απλά ζούσαμε. - Το πιστεύετε πραγματικά; - Το πιστεύω. Η Κατερίνα τη κοίταξε στα μάτια. - Είστε έξυπνη.
Έχετε κάτι που δεν έχω.
Αλλά εγώ θέλω να ζήσω με τον δικό μου τρόπο. Θέλω σωστές σχέσεις, αλλά και όρια… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους