[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η οικογένειά μου – Παναγία μου, Μαριάννα, τι πανέμορφη που είσαι! – η Σοφία άφησε έναν αναστεναγμό θαυμασμού μπαίνοντας στο δωμάτιο της κόρης της. Η Μαριάννα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, ενώ η...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η οικογένειά μου – Παναγία μου, Μαριάννα, τι πανέμορφη που είσαι! – η Σοφία άφησε έναν αναστεναγμό θαυμασμού μπαίνοντας στο δωμάτιο της κόρης της. Η Μαριάννα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, ενώ η φίλη της, η Έλενα, και κομμώτρια part-time, προσπαθούσε να στρώσει τη φανταχτερή πέπλο της.

Οι τελευταίες φουρκέτες μπήκαν στα μαλλιά και η Μαριάννα γύρισε προς τη μητέρα της. – Αλήθεια, μαμά; Είμαι καλά; – Υπέροχη, κοριτσάκι μου! Η πιο όμορφη νύφη! – είπε η Σοφία και ασυναίσθητα χαμογέλασε.

Κάποτε κι η δική της μητέρα της είχε πει ακριβώς το ίδιο… Άραγε, όλες οι μαμάδες λένε στην κόρη τους πως είναι η πιο όμορφη νύφη; Το φόρεμα το διάλεξαν μετά από οδύσσεια. Η Μαριάννα πάντα ήθελε το δικό της, τίποτε το τυποποιημένο ή της μόδας.

Ούτε που την ένοιαζε τι θα πει ο κόσμος, αρκεί να της άρεσε.

Πάντα είχε γούστο και το σώμα της στήριζε τις επιλογές της, οπότε κανείς ποτέ δεν τόλμησε να την επικρίνει για το ντύσιμό της.

Έτσι κι αυτό το νυφικό δεν ήταν ούτε φανταχτερό, ούτε ανοιχτόχρωμο, αλλά κάπως... αλλιώς.

Οι πωλήτριες στον οίκο νυφικών σήκωναν τα χέρια.

Ώσπου εμφανίστηκε η Κατερίνα, η ιδιοκτήτρια. – Νομίζω, έχω κάτι κατάλληλο για σένα.

Βγήκε μια στιγμή και γύρισε με ένα ακόμα καλυμμένο φόρεμα.

Από τη στιγμή που το ξεδίπλωσε, η Μαριάννα αναφώνησε.

Αυτό ήταν! Ήταν λιτό, χωρίς περιττές λεπτομέρειες.

Καλή ποιότητα. Η Μαριάννα γυρίστηκε στον καθρέφτη και – ήξερε! Της ταίριαζε λες και ράφτηκε πάνω της. – Τι λες; – Το παίρνω! Η Κατερίνα χαμογέλασε.

Για μια στιγμή πέρασε από τα μάτια της μια σκιά στεναχώριας, μα την έδιωξε αμέσως.

Τι να της πει τώρα, πως το είχε διαλέξει για τη δική της χαμένη ευτυχία; Να παντρευτεί χωρίς εμπιστοσύνη και αγάπη δεν γίνεται.

Αν λείπει το ένα, χάνεται και το άλλο.

Ας είναι, όμως.

Τα παλιά να πάνε βρόντο. – Υπάρχει κι ένα πέπλο υπέροχο που ταιριάζει τέλεια.

Το φέρνω. Η Μαριάννα έκλεισε το μάτι στη μητέρα της. – Δε στο είχα πει ότι θα βρω το ιδανικό; Η Σοφία της ανταπέδωσε το βλέμμα.

Δεν είναι και λίγο να βλέπεις το παιδί σου ευτυχισμένο.

Εκείνη θυμήθηκε τις δικές της δυσκολίες, εκείνα τα χρόνια που το νυφικό σου το έραβαν η κολλητή της μαμάς από το ραφτάδικο και καμιά θείτσα που πάλευε να βρει υφάσματα και κουμπιά.

Υπέροχο είχε βγει, αλλά τύχη δεν της έφερε.

Ο μπαμπάς της Μαριάννας, ο Γρηγόρης, πήγε για τσιγάρα κι άργησε να επιστρέψει – βασικά, δεν επέστρεψε ποτέ. Η Σοφία έμεινε να μεγαλώνει τη Μαριάννα μόνη, με τον μπαμπά να στέλνει μόνο τα ευρώ κάθε μήνα – για το θεαθήναι. – Δε χρειάζομαι παραπάνω μπελάδες, είχε πει κάποτε. Η Σοφία δεν πίεσε παραπάνω.

Καλύτερα κανένας, παρά μπαμπάς από το μαρτυροχώρι.

Έπειτα, προσπάθησε να φτιάξει τη ζωή της, αλλά κι ο επόμενος της βγήκε «παιδόφοβος». Μόλις πρότεινε να επιστρέψουν τη μικρή στον βιολογικό πατέρα της, η Σοφία του μάζεψε τα πράματά του μέσα σε ένα τεράστιο σακίδιο και του τα άφησε έξω από την πόρτα. – Μόνοι μας θα τα καταφέρουμε, Μαριάννα μου.

Και, να σου πω κάτι; Καλύτερα! Η Μαριάννα δεν καταλάβαινε και πολλά – παρά μόνο πως η μαμά διάλεξε εκείνη.

Κι αυτό, ω, το θυμόταν καλά.

Ίσως γι’ αυτό κι όταν μεγάλωσε δεν είχαν ποτέ τους τρελές κόντρες μάνας–κόρης που μαθαίνεις στο σχολείο οι υπόλοιπες.

Για τη Μαριάννα, μητέρα ήταν το «πάντα». – Μαριάννα, ώρα! Θα αργήσετε! – η Σοφία τη φίλησε στο μέτωπο και ίσιωσε απαλά τη φούστα. – Μη μαμά... Θα κλαίω και θα με μαζεύει η Έλενα καμιά ώρα.

Πάλεψε να με βάψει σαν τάχα δεν είμαι βαμμένη – θα τρέξω σαν τη μασκαράτα! Η αγκαλιά τους ήταν γεμάτη υπόσχεση: "Θα κάνω το καλύτερο". Η μέρα του γάμου πέρασε αστραπή. Η Σοφία κλείδωσε το άδειο διαμέρισμα.

Να τελειώσαμε δηλαδή. Η Μαριάννα θα πήγαινε να μείνει στο διαμέρισμα της γιαγιάς, που της το έδωσε σαν δώρο. Ο Πέτρος –ο γαμπρός– δεν είχε καν εκείνος σπίτι (οι τιμές στην Αθήνα δεν είναι και καραμέλα). Όταν άκουσε ότι θα μείνουν με τους δικούς του, δεν είπε τίποτα, αλλά μόλις έφυγε ο Πέτρος, έδωσε η μάνα στα κρυφά το κλειδί στη γυναίκα της ζωής της. – Να πάτε στο δικό σας, κορίτσι μου.

Μην τρέχετε στους ξένους. – Ναι μαμά, αλλά οι ενοικιαστές; – Μην ασχολείσαι, το κανόνισα.

Άλλωστε, τι να τα κάνω τα λεφτά στην ηλικία μου; Εγώ βολεύομαι, εσείς να είστε καλά. Η Μαριάννα χοροπήδησε, κρατώντας τα κλειδιά: – Μαμά, τώρα πια το όνειρό μου για δικό μου σπιτικό είναι ένα βήμα παρακάτω! – Σπίτι; – Ναι! Μεγάλο, φωτεινό και με τρία παιδικά δωμάτια! – Πολλά ζητάς; – Όσα και να 'ναι, αρκεί να'μαστε καλά! Κρατούσε τα όνειρά της στα χέρια.

Όπως το λέει κι η γιαγιά, μακάρι να έχουμε την υγειά μας.

Δεν είπε τίποτα στη Μαριάννα για το προηγούμενο τραπέζι με τα "συμπεθέρια". Έγινε όπως τα παλιά: η πρόταση του γάμου στο σπιτικό της νύφης, με τη Σοφία να βράζει κατσαρόλες.

Είχε ευκαιρία να ανοίξει τις μαγειρικές φτερούγες της.

Οι γονείς του Πέτρου φάνηκαν μια χαρά στην αρχή, αλλά η πεθερά, η Φωτεινή, έσκασε τη μούρη της μόλις ψάχτηκε στην πιατέλα. – Χμ... Δεν είναι «σαν τα δικά μας». Η Σοφία ανασήκωσε το φρύδι.

Η καλογεμισμένη τσιπούρα που έστελνε την πολυκατοικία να σαλιαρίζει δεν άρεσε στη Φωτεινή.

Ο μπαμπάς του Πέτρου έτρωγε βουβός, κοίταζε να μοιράσει το ρόλο «να μη μαλώσουμε». Η πεθερά συνέχισε το ρεσιτάλ της: – Η Μαριάννα μαγειρεύει; Θα πρέπει να της τα δείξω όλα εγώ.

Αλλά, εντάξει... Σπίτι έχουμε να τους βολέψει όλους... Καλύτερα να έρθει μαζί μας, να αράζει ο Πέτρος, είναι κακομαθημένος... Εντάξει, και η δικιά σας μοναχοκόρη; – Ναι. – Και χωρίς πατέρα; – Έτσι τα έφερε ο δρόμος. Η Σοφία κράτησε την ψυχραιμία της, γιατί η κόρη της την κλωτσούσε ελαφρά κάτω από το τραπέζι. "Μη μιλάς, μαμά". Όταν μαζεύανε τα πιάτα, ήρθε και το "ιδιωτικό κατηχητικό" στη Σοφία. Η Φωτεινή ήθελε να ξέρει τα πάντα για την οικογένεια, τα γονίδια, τα κουσούρια, όλα – για να μάθει άμα το μωρό τους βγάλει μουστάκι είναι… δικό τους. Η Σοφία έκανε την υπομονή της βράχο και τελικά της είπε διπλωματικά ότι «περί υγείας, δεν υπάρχει πρόβλημα, χαλαρά». Μην ανησύχειτε, κουμπάρα, όλα καλά! Ούτε που ξαναβρέθηκαν μέχρι το γάμο. Η Μαριάννα και ο Πέτρος δούλευαν και οργάνωσαν τα πάντα μόνοι τους.

Το σπίτι το ξεκίνησαν δυο χρόνια ύστερα, πουλώντας το πατρικό διαμέρισμα και αγοράζοντας οικόπεδο – επένδυση καλή, αν αντέχεις τους εργολάβους και τη γιαγιά στο κεφάλι σου κάθε μέρα! Η Μαριάννα, έγκυος ήδη, είχε μπει για τα καλά στα χωράφια του εργοδηγού, και οι μάστορες την έκαναν πλάκα, αλλά έδεναν τη μοίρα τους στα δικά της γούστα.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν τα έργα κι όταν ήρθε το μωρό, η μικρή Σοφία, ο Πέτρος τη γύρισε στο σπίτι της μάνας της. – Συγγνώμη που σε φορτώνουμε κι εσένα... – ψιθύρισε βάζοντας το μωρό στη σάλα. – Καλά έκανες! – η Σοφία χαμογέλασε. – Μπαμπάς είσαι πια, την αλλάζεις εσύ! – Τρέμω... – Άπαξ και είναι δικό σου, δεν το χαλάς με τίποτα! Η Σοφία έδινε χώρο στους νέους γονείς να γεμίσουν χτυπήματα και αγωνίες με τη δική τους σειρά – κάθε γιαγιά ξέρει την αλήθεια αλλά κάνει την πάπια. Η Σόνια μεγάλωνε, χοντρούλα και σκανταλιάρα.

Γιορτάσαν το νέο σπίτι, μετά από ενάμιση χρόνο, και η Μαριάννα σκεφτόταν για δεύτερο παιδί – αλλά τότε ήρθαν τα δύσκολα. – Μαμά, η Σόνια έχει πυρετό... Η φωνή έτρεμε. Η Σοφία το πήρε κατάκαρδα.

Έφτασε σαν ασθενοφόρο, με το αυτοκίνητο γεμάτο προσευχές.

Δυο μέρες η Σόνια σε μονάδα εντατικής, οι ελπίδες σταγόνα-σταγόνα. Ο Πέτρος ανάμεσα στη δουλειά και το νοσοκομείο, η Μαριάννα άγαλμα στην πόρτα της εντατικής, η Σοφία να φέρνει καφέδες και κουλούρια με το ζόρι.

Κάποια στιγμή, έσκασε κι η πεθερά – η Φωτεινή. – Τι έγινε; Από πού το έπαθε; Είναι γονιδιακό; Είναι κληρονομικό; – Φωτεινή, άσε μας σε παρακαλώ! – πρώτη φορά έχασε το χιούμορ της η Σοφία. Η Σόνια τελικά βγήκε από το τούνελ και το έριξε στη μανούλα της.

Λίγες μέρες μετά, κάθισε η οικογένεια με τη Σοφία: – Μαμά, μπορείς να μείνεις μαζί μας όσο η Σόνια αναρρώνει; Μόνη δεν προλαβαίνω, δεύτερο παιδί... – Κι εγώ να γίνω εσωτερικός νοσοκόμος; – έκανε την αυστηρή. – Ε, δεν θα σκάσω κιόλας! Μόνο για λίγο. – Εγώ θα ήθελα για πάντα... – αναστέναξε η Μαριάννα. – Εγώ είμαι πάντα δίπλα σας, αλλά δεν γίνονται όλα! Να ‘χουμε και τον καθένα τον χώρο του.

Έτσι κι έγινε. Η Φωτεινή, βέβαια, δεν το χώνεψε και πολύ, την πήρε αμέσως τηλέφωνο. – Μα να προτιμάνε εσένα για τα παιδιά από τη μάνα του Πέτρου; Ανεπίτρεπτο! – Φωτεινή, δεν το διάλεξα εγώ.

Άραξέ το. – Είχες πάει συχνότερα στη Σόνια, τα κάνεις όλα εσύ, εγώ τίποτα. Η Σοφία χαμογέλασε αινιγματικά.

Ξέρει πως το να κρατήσεις τη γαλήνη θέλει και λίγη τέχνη... Όσο κι αν δεν καταλαβαίνουν οι άλλοι, η ζωή είναι αλλιώς όταν σου χρειάζονται τα χέρια.

Χρόνια μετά. – Γιαγιά, σήμερα θα με πας εσύ ή η γιαγιά Φωτεινή στο μπαλέτο; – Σήμερα εγώ.

Η γιαγιά Φωτεινή είναι βόλτα με τον Παυλάκη.

Η μαμά δουλεύει. – Θα φαω σπίτι σου; Έχεις εκείνα τα ωραία ρολάκια; – Αν σου άρεσαν, θα τα κάνω πάλι. – Γιαγιά... – Τι είναι, αγάπη μου; – Το Σάββατο στο ζωολογικό πάμε με εσένα ή με τη γιαγιά Φωτεινή; – Όλοι μαζί.

Και θα πάρουμε και τον παππού μαζί. – Θα μου πάρεις μπαλόνι; – Και παγωτό και μαλλί της γριάς! – Γιαγιά... – Ναι; – Θέλω να σου πω ένα πολύ μεγάλο μυστικό… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences