[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ Ο Έλληνας ιστορικός των Μεσαιωνικών και νεότερων χρόνων στο βιβλίο του ΄΄ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΕΝ ΤΗ ΔΥΣΕΙ΄΄, γράφει ότι τα στρατιωτικά δημοτικά τραγούδια...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ Ο Έλληνας ιστορικός των Μεσαιωνικών και νεότερων χρόνων στο βιβλίο του ΄΄ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΕΝ ΤΗ ΔΥΣΕΙ΄΄, γράφει ότι τα στρατιωτικά δημοτικά τραγούδια είναι από τα παλαιότερα άσματα του ελληνικού λαού. Οι Κρητικοί λέει ο Σάθας τα αποκαλούν τραγούδια της >. Τα τραγούδια αυτά συνεχίζει ο Σάθας όπως και τα τραγούδια του Ακριτικού Κύκλου κατά την βυζαντινή περίοδο εξυμνούν τους αγώνες των Βυζαντινών κατά των Αράβων-Σαρακηνών τον αγώνα δε αυτό ουδέποτε ελησμόνησε ο Ελληνικός λαός, αφού ακόμα και στο τραγούδι του Ερωτόκριτου ζωηρά εμφανίζεται το άσβεστο μίσος πρός τον εν Ασία προαιώνιον εχθρόν Καραμανίτη που δεν είναι μόνο ο σημερινός Καραμανίτης Τούρκος αλλά ο βάρβαρος Ασιάτης των στεπών της Ασίας.

Για τον Ασιάτη αυτό βάρβαρο είναι γνωστό το παρακάτω Κρητικό τραγούδι του Ερωτόκριτου.

Δεν επροσκύνα ούδ' ούρανόν, ούδ' άστρα, ούδέ σελήνην, τόν κόσμον εφοβέριζε με την θωριάν εκείνην, είς το σπαθί του ΄πίστευεν, εκείνο επροσκύνα, πάντα πολέμους κ' έχθρηταις, πάντα μαλιαίς εκίνα, ήτονε κακοσύβαστος και δύσκολος περίσσα, είς την μαλιά εχαίρετο και την αγάπην 'μίσα Αναφέρω τον Ερωτόκριτο από τα δημοτικά άσματα γιατί στο τραγούδι αυτό εμφανίζεται όχι μόνο η ανόθευτη εθνική μας γλώσσα αλλά και η καρδιά του ελληνικού έθνους.

Όταν γράφει ο Σάθας με το πέρασμα του χρόνου αναπτυχθεί πραγματικά η ιστορική συνείδηση του ελληνικού έθνους και της πραγματικής ελληνικής γλώσσας τότε τραγούδια όπως ο Ερωτόκριτος θα τεθή σε ίση μοίρα με τα Ομηρικά ποιήματα, γιατί ο Ερωτόκριτος αποτελεί τον συνδετικό κρίκο που συνδέει τον νεώτερο με τον αρχαίο ελληνισμό. Ο Σάθας θεωρεί ότι, ο Ερωτόκριτος είναι καθαρά Στρατιωτικό ποίημα, που ο αρχικός του πυρήνας θα πρέπει να αναζητηθεί εκτός της Κρήτης, στην Αθήνα, η στξ Θεσσαλία, από όπου μετανάστευσε στην Κρήτη, όπου και μεταπλάστηκε από τον ποιητή Ενετοκρητικό Κορνάρο.

Το ποίημα του Κορνάρου περιστρέφεται περί τον έρωτα και την μονομαχία δυο επεισόδια αλληλένδετα και κοινά με την ιπποτική ποίηση της Δύσης.

Η μονομαχία του Κρητικού Χαρίδημου με τον Σπιθαλέοντα αποτελεί χωριστό επεισόδιο, και προσωποποιούν την πάλη του ελληνισμού προς τον Ασιατικό βαρβαρισμό.

Αλλά λέει, ο Σάθας άν ο Ερωτόκριτος καταδεικνύει την ηρωική επιφάνεια του στρατιωτικού βίου, τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια παρασταίνουν με όλη την γυμνότητα τους τας οικιακάς πληγάς των Στρατιωτών.

Οταν ο Στρατιώτης των παρελθόντων βυζαντινών και μεταμεσαιωνικών χρόνων λαμβάνη την πρόσκληση από τον Βασιλέα είναι έτοιμος να υπακούση στην τιμή του, και να προσφέρη το σώμα και το αίμα του στον Αυτοκράτορα που έχει ορκιστεί να τον υπακούη χάριν των δοθέντων προνομίων που έχει λάβει απ' αυτόν, (τιμάρια-κτήματα κ.λ.π. Ο νέος αυτός τρυφερός πατέρας και σύζυγος κουφός στα δάκρυα και τους θρήνους πρέπει να ξενιτευτεί στις εσχατιές της αυτοκρατορίας και να μεταβληθεί σε απλό αριθμητικό νούμερο του στρατιωτικού καταλόγου, Στα μεσαιωνικά αυτά χρόνια ο δεσμός των συζύγων ήταν τόσο στενός ώστε το λεγόμενο ανδρόγυνο αποτελούσε δυο όντα συνεζευγμένα σε μια αδιαχώριστη ζυγήν, το οποίο ο λαός το αποκαλούσε ταίρι.

Η απώλεια του ενός καθιστούζε τη ζωή αβίωτη, γιατί έχανε το ένα το άλλο ταίρι. Η Ζυγή διαιρείτο σε δυο ημίση, διό και η συζυγική απουσία λέγεται ακόμη 'μισευμός και το απουσιάζω ΄μισεύω. Στα Ελληνικά δημοτικά τραγούδια η αποδημία (μισεμός) θεωρείται το πιο πικρό δηλητήριο.

Ο μισευμός είναι κακός, το έχε' γειά φαρμάκι.

Τα ταξίδια στα χρόνια εκείνα δεν ήταν όπως είναι σήμερα απόλαυση και τέρψι, αλλά ήταν μια αληθινή κατάρα γιατί εξέθεταν τον στρατιώτη ή τον οδοιπόρο σε μύριες στερήσεις και κινδύνους, και ο στρατιώτης που πήγαινε στον πόλεμο θα ήταν ευτυχής άν στον γυρισμό του (αν γυρνούσε) εύρισκε την δική του Πηνελόπη παραμένουσα πιστή ή θα έβρισκε στο σπίτι του Αίγιστους και Κληταιμνήστρες.

Τα δημοτικά τραγούδια υμνούν τις φοβερές συνέπειες της συζυγικής απιστίας, διότι από τα χρόνια του Τρωικού πολέμου μέχρι στις μέρες μας η εκδίκηση της τιμής είναι το μόνο αίσθημα που αποθηριώνει την λεπτή φύση της ελληνικής καρδιάς.

Ιδού γράφει ο Σάθας πως τα δημοτικά τραγούδια Ψέλνουν δυο δράματα του Στρατιωτικού βίου. Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικροπαντρεμένος τον Μάϊ φυτειάν εφύτεψε, τον Μάϊ γυναίκα πήρε, Τον Μάϊ τούρθε μήνυμα να πάγη' ς το σεφέρι (εκστατεία) τον παραστέκ' η κόρη του και η στεφανωτικιά του. --Μισεύεις, Κωνσταντάκη μου, κ' εμένα που μ' αφήνεις; --Πρώτα σ' αφίνω 'ς το θεό, και δεύτερο 'ς τσ' αγίους, και τρίτο 'ς τη μανούλα μου, 'ς τα δυο γλυκά μ' αδέρφια.

Μήτ' ένα μίλι λείπ' ο νειός, μήτ' ένα μήτε δύο, 'ς τή σκάνιο την εβάλανε, και την τριχοκουρέψαν, της κόψαν τα ξανθά μαλλιά, την ώμορφη πλεξίδα, της δίνουν γιδοπρόβατα κ' εκείνα ψωριασμένα. της δίνουνε κ' ένα σκυλί, κ' εκείνο λυσσασμένο, της δίνουνε και τρία ψωμιά, κ' εκείνα μουχλιασμένα, κι' από το χέρι την κρατούν και τσ' άμοιρης της λένε: --Θωρείς εκείνο το βουνό, το βαρυχιονισμένο, εκεί θα πας να βραδυαστής, κ' εκεί να κατοικήσης, κι' άν δεν χιλιάσης πρόβατα, κι' άν δεν μυριάσης γίδια 'ς τον κάμπο να μη καταιβής να τα περιβοσκήσης, και 'ς το ποτάμι μην ερθής να τα περιποτίσης.

Παίρνει την στράτα η ορφανή, παίρνει το μονοπάτι, κι' ώς τώθελεν η μοίρα της, τ' ωριό το ριζικό της, τ' αρνί τσ' αρνί της γένναγε, κ' η προβατίνα πέντε, κ' εχίλιασε τα πρόβατα, κ' εμύριασε τα γίδια.

Και σαν εχίλιασε τ' αρνιά, κ' εμύριασε τα γίδια, περάσαν χρόνιοι και χρονιαίς, και μήνες κ' εβδομάδες, 'ς τους κάμπους εκατέβηκε να τα περιβοσκήση, και ΄'ς το νερό του ποταμού να τα περιποτίση.

Νά σου κι' ο Κώστας πώρχουνταν 'ς τον κάμπο καβαλλάρης. -Γειά σου, χαρά σου, πιστικέ, -Καλώς το παλληκάρι. -Ποιανού ΄ν' αυτά τα πρόβατα, ποιανού 'ν' αυτά τα γίδια; -Τα πρόβατα 'νε της βροντής, της αστραπής τα γίδια. =Ποιανού 'ν' κι' ο χαϊδοπιστικός, πώχ' αηδονιού λαλίτσα; =Ο πιστικός που τα βοσκεί, του Κώστα η γυναίκα. -Καλά τώπ' η καρδούλα μου, καλά τώπ' η καρδιά μου.

Βουτσιά δίνει του μαύρου του,'ς το σπίτι του παγαίνει. -Γειά σου, χαρά σου, μάνα μου. -Καλώς το το παιδί μου -Μάνα, πούν' η γυναίκα μου; μάνα πούν' η καλή μου; -Παιδί μου, 'κείνη πέθανε εδώ και τόσους χρόνους. -Δείξε μου το μνημούρι της, να πάω να το συγκλάψω, -Εκείνο γυιέ μου, χόρτιασε, και γνωρισμούς δεν έχει. το πλάκωσε ξεραγκαθιά, το σκέπασε τσουκνίδα. -Κι' άν ήν, ακόμα ζωντανή, τη θέλεις να σου κάμω; -Άν ήν' ακόμα ζωντανή, κόψε μου το κεφάλι. -Μάνα μ' άξια η κρίσις σου, κι' ο Θεός να σ' το πληρώση Βουτσιά δίνει του μαύρου του 'ς τον κάμπο καταιβαίνει, κι' ο μαύρος εγονάτισε κ' η κόρη απάνω ευρέθη, πάλε βουτσιά του βάρεσε, 'ς το σπίτι του γυρίζει. -Μάνα, να η γυναίκα μου, μάνα, να η καλή μου. -Κώστα μου, σαν την εύρηκες, κόψε μου το κεφάλι.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences