«Βασίλη, θα μιλήσουμε ποτέ ξανά σαν άνθρωποι; Ή μήπως η σιωπή σου είναι η απάντησή σου;» Η φωνή μου έσπασε τη νύχτα, διαπερνώντας το μικρό μας διαμέρισμα στο Παγκράτι. Ο Βασίλης, καθισμένος στον...
«Βασίλη, θα μιλήσουμε ποτέ ξανά σαν άνθρωποι; Ή μήπως η σιωπή σου είναι η απάντησή σου;» Η φωνή μου έσπασε τη νύχτα, διαπερνώντας το μικρό μας διαμέρισμα στο Παγκράτι. Ο Βασίλης, καθισμένος στον καναπέ με το βλέμμα καρφωμένο στην τηλεόραση, δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. «Μαρίνα, είμαι κουρασμένος.
Άσε με λίγο ήσυχο.» Αυτή η φράση ήταν η καθημερινότητά μας τα τελευταία χρόνια.
Κάποτε, γελούσαμε μέχρι αργά, μιλούσαμε για τα όνειρά μας, σχεδιάζαμε ταξίδια στα νησιά, ονειρευόμασταν παιδιά.
Τώρα, το μόνο που μοιραζόμασταν ήταν η σιωπή και οι λογαριασμοί.
Ήμουν 34 χρονών, παντρεμένη εδώ και επτά χρόνια, και ένιωθα πιο μόνη από ποτέ.
Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, με έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο: «Μαρίνα, πότε θα κάνετε παιδί; Μην αφήνεις τον καιρό να περνάει έτσι!» Μα πώς να φέρεις ένα παιδί σε μια σχέση που έχει πεθάνει; Θυμάμαι την πρώτη φορά που γνώρισα τον Βασίλη.
Ήταν καλοκαίρι, σε μια ταβέρνα στην Αίγινα.
Με είχε μαγέψει το χαμόγελό του, η ζεστασιά του.
Ήταν ο άνθρωπος που με έκανε να νιώθω ασφάλεια, που μου έλεγε πως θα με προσέχει για πάντα.
Τώρα, όμως, έβλεπα μόνο έναν άντρα που είχε παραδοθεί στη ρουτίνα, που δεν είχε όρεξη ούτε να με κοιτάξει στα μάτια.
Κι εγώ; Εγώ είχα γίνει σκιά του εαυτού μου, παλεύοντας να κρατήσω κάτι που είχε χαθεί. «Μαμά, δεν είναι όλα όπως φαίνονται», της είπα ένα απόγευμα που πήγα να τη δω. Καθόταν στην κουζίνα, καθαρίζοντας φασολάκια. «Τι εννοείς, παιδί μου; Ο Βασίλης είναι καλό παιδί.
Μήπως φταις κι εσύ; Μήπως τον πιέζεις;» Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου.
Πάντα έφταιγα εγώ.
Γιατί δεν γελάω αρκετά, γιατί δεν είμαι αρκετά υπομονετική, γιατί δεν κάνω υποχωρήσεις.
Κανείς δεν έβλεπε τη δική μου μοναξιά, κανείς δεν άκουγε τη σιωπή που με έπνιγε κάθε βράδυ.
Ένα βράδυ, μετά από άλλη μια άκαρπη προσπάθεια να μιλήσω στον Βασίλη, βγήκα στο μπαλκόνι. Η Αθήνα απλωνόταν μπροστά μου, φωτισμένη και αδιάφορη.
Έκλαψα σιωπηλά, μην με ακούσει.
Δεν ήθελα να του δώσω άλλη μια αφορμή να με απορρίψει.
Την επόμενη μέρα, στη δουλειά, η φίλη μου η Σοφία με ρώτησε: «Τι έχεις, Μαρίνα; Έχεις χάσει το φως σου.» Δεν άντεξα και της τα είπα όλα.
Για τη σιωπή, για τη μοναξιά, για το πώς νιώθω ότι πνίγομαι. «Και γιατί δεν φεύγεις;» με ρώτησε. «Γιατί φοβάμαι.
Φοβάμαι τι θα πει ο κόσμος, τι θα πει η μάνα μου, τι θα πει ο ίδιος ο Βασίλης.
Φοβάμαι ότι αν φύγω, θα μείνω για πάντα μόνη.» Οι μέρες περνούσαν και τίποτα δεν άλλαζε. Ο Βασίλης γινόταν όλο και πιο απόμακρος.
Μια μέρα, τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο.
Η φωνή του ήταν ζωντανή, γεμάτη ενθουσιασμό.
Δεν ήμουν εγώ στην άλλη γραμμή.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Όταν τον ρώτησα, μου είπε ψέματα. «Ήταν ο Νίκος από τη δουλειά.» Ήξερα ότι δεν ήταν αλήθεια, αλλά δεν είχα τη δύναμη να το ψάξω παραπάνω. Ήμουν ήδη τόσο κουρασμένη από όλα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους