[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

O τεράστιος Franco Purini έγραψε πριν από 30 χρόνια για την Αριστοτέλους που δεν σταματά στην Εγνατία Η λαμπρή ράχη Όχι η αντικατάσταση του υπαρκτού αλλά η μεταβολή του, είναι εδώ και μερικά χρόνια...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

O τεράστιος Franco Purini έγραψε πριν από 30 χρόνια για την Αριστοτέλους που δεν σταματά στην Εγνατία Η λαμπρή ράχη Όχι η αντικατάσταση του υπαρκτού αλλά η μεταβολή του, είναι εδώ και μερικά χρόνια μια ευρέως αποδεκτή στρατηγική επέμβασης στην πόλη.

Έχουν από καιρό υποχωρήσει οι φαντασιώσεις των σφαιρικών ανακατασκευών μέσα από αφηρημένες και βάναυσες tabule rasae λεκορμπουσιανής προέλευσης, ενώ με τον ίδιο τρόπο έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς επίσης οι τεχνικιστικές προτάσεις που βασίζονταν στις μεγάλες διαστάσεις των κτιρίων και τον υπερβολικό τονισμό των υποδομών.

Οι παρουσίες των μεγάλων κατασκευών για την κυκλοφορία, περιπετειώδεις και ανησυχητικές, που διαμορφώνονται στην κλίμακα σημασίας τους ως μια καινούρια τεχνητή φύση μια απροσπέλαστη και επικίνδυνη γεωγραφία η οποία πρέπει να εξερευνηθεί με εσωτερικές τελετές διάβασης.

Καθώς τέτοιες παλινγενετικές και ολοκληρωτικές προοπτικές αποκαθηλώθηκαν, προχώρησε η ιδέα πως οποιαδήποτε μεταβολή της πόλης θα πρέπει να θεμελιώνεται πρώτα απ’ όλα στην κατανόηση της δομής της, της μνήμης της, των σημαντικών της τόπων, των τυπολογικών θεμελίων του αστικού ιστού της.

Κατανόηση που πρέπει να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα μιας καθεαυτής ερμηνευτικής της πόλης, η οποία ξεκινώντας από το σχεδιάγραμμα - που αποτελεί μια αυθεντική γήινη γραφή και ταυτόχρονα το κύριο στοιχείο συνέχειας της πόλης - προχωρά έπειτα προς την αποκάλυψη των συχνά μυστικών σχέσεων ανάμεσα στην οικιστική εγκατάσταση και στα οικοδομικά άτομα, στην αναζήτηση εκείνου του μοναδικού και ανεπανάληπτου χαρακτήρα, ο οποίος αποτελεί το genius loci κάθε αστικού οργανισμού, ή καλύτερα το σημείο που του προσδίδει ταυτότητα.

Αφού αποκτηθούν αυτές οι γνώσεις οι οποίες είναι βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, προγραμματικές, θα είναι δυνατόν να επιχειρηθούν επανασυνδέσεις, συγκλίσεις, μετρήσεις και διαχωρισμοί μέσα από μια διακριτική διαδικασία, δηλαδή βασισμένη σε επεμβάσεις ομοιόμορφων διαστάσεων προσανατολισμένες από υποδειγματικά και συνεπή σχέδια, ικανά να εσωτερικεύσουν στην αρχιτεκτονική τους ποιότητα τις σύνθετες και αντιφατικές ιστορίες που μια πόλη προσφέρει σε όποιον ξέρει να την αναγνώσει.

Στην ουσία η διαδικασία αυτή συνίσταται σε τρεις χρόνους, δηλαδή στην αναγνώριση του υπαρκτού, στην ιδιοποίησή του και στην αναγωγή του σε ένα σύστημα διαφορών.

Σ’ αυτή την τριπλή πράξη αποδοχής , που είναι πρώτα ανθρώπινη και μετά αρχιτεκτονική, και στην οποία το σχέδιο ορίζεται, ολοκληρώνει, θα λέγαμε, το υπαρκτό.

Αυτό είναι που, πρώτα αποκαλύπτεται - και άρα ξεφεύγει από μια μηχανική και ακίνητη υλικότητα (‘’φυσικότητα’’), μια υλικότητα που το αφήνει δίχως καμία σημασία εάν δεν υπερβαίνεται από μια γνωστική σκοπιμότητα - ώστε έπειτα να γίνει όχι μόνο ορατό αλλά ένα αντικείμενο/υποκείμενο, το οποίο έχει συνείδηση μιας ενέργειας που επιδιώκει τη μεταβολή του.

Με αυτή την έννοια, το υπαρκτό δεν πρέπει να θεωρείται ως ένα απλό ζην στην πόλη των κτιρίων και των τόπων αλλά ως αίτημα που αυτές οι αστικές πραγματικότητες θέτουν με τη μορφή επιτακτικών και, πολλές φορές, δραματικών ερωτημάτων. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη απόλυτα μοναδική, η οποία στη μακρά και εξαιρετική ζωή της έχει να επιδείξει ίχνη εμφανή μαζί με άλλα σημάδια πιο κρυφά.

Η μακεδονική πρωτεύουσα είναι ένα από τα πιο υψηλά πρότυπα αυτού που καλείται διαστρωμάτωση, δηλαδή η ταυτόχρονη παρουσία περισσότερων πόλεων σε μια πόλη, περισσότερων ιδανικών εξελίξεων σε μια πραγματική εξέλιξη, περισσότερων διακοπτόμενων αστικών μορφών (‘’formae urbis’’) σε μια μόνο αναγνωρίσιμη μορφή, εικονικές και δομικές προβολές, που ξεχειλίζουν από συμβολικές αναφορές, επάλληλα τοποθετημένες σε ένα σχήμα ισχυρά δυναμικό και ασυμπτωτικό.

Όπως σε ένα μεγάλο μυθιστορηματικό έπος, η Θεσσαλονίκη απαριθμεί ένδοξα γεγονότα, μοναδικές προσωπικότητες, αριστοτεχνικά οικοδομήματα, αλλά μπορεί επίσης να μιλά τη θερμή γλώσσα της καθημερινότητας, στην οποία ο κάθε επισκέπτης αναγνωρίζεται αμέσως, ακόμα και ο πιο μακρινός από τον πολιτισμό στον οποίο εκφράσθηκε. Η Θεσσαλονίκη δεν περιορίζεται πάντως μόνο στην ιστορική διάσταση.

Στην αναρχική πυκνότητα των πρόσφατων επεκτάσεών της ξέρει να μιλά τις τραχείς διαλέκτους της σύγχρονης μεγαλούπολης μέσα από ένα λαχανιασμένο μοντάζ θραυσμάτων χώρου και απότομων οπτικών σημαδιών.

Η ενέργεια που εκπέμπει από τους δρόμους και τα κενά της ξετυλίγεται με κινήσεις μαγματικές, διαπλεκόμενες, λαβυρινθικές, οι οποίες δημιουργούν την εντύπωση πως μπορείς να χαθείς σ’ αυτήν όπως όταν ασκείς μια τέχνη, μπενζαμινιανή δυνατότητα που μόνον οι, αγκαλιασμένες από ατελείωτες διηγήσεις ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον, πόλεις ξέρουν να προσφέρουν.

Αγκυροβολημένο σε ένα χώρο που ακόμη συμπίπτει στο σύνολό του με το αρχικό τοπίο της, η Θεσσαλονίκη, σταυροδρόμι στο χρόνο και στο χώρο διαφορετικών πολιτισμών, βρίσκει στον άξονα της Οδούς Αριστοτέλους την οργανωτική της αρχή, το ζωντανό της τμήμα, τη λαμπρή ράχη που δένει τις σελίδες της χιλιετούς της ύπαρξης.

Παρά την απόλυτη και αναμφισβήτητη κεντρικότητα στην υποστήριξη της οικιστικής εγκατάστασης της Θεσσαλονίκης, ο άξονας της Οδούς Αριστοτέλους υποφέρει σήμερα από ένα θάμπωμα της εικόνας της, η οποία είναι ακόμη πολύ ισχυρή και κυρίως όταν είναι στραμμένη προς την ιστορία.

Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιος θα είναι ο ρόλος και η μορφή της στη μελλοντική Θεσσαλονίκη και με ποιόν τρόπο αυτός ο ρόλος θα παιχτεί.

Το πολυποίκιλο περιβάλλον που ο άξονας συγκεντρώνει και οργανώνει και που σήμερα μοιάζει να αντιστέκεται σε μια ασφαλή πρόγνωση, θα πρέπει να αναμετρηθεί με ένα νέο ρόλο που θα αποδοθεί στην παρουσία της αρχαιολογίας, αλλά πρώτα απ’ όλα θα κληθεί να προνοήσει για όλα όσα η πληροφόρηση γύρω από τις σε εξέλιξη αστικές διαδικασίες, αν τη δούμε ως μια μόνιμη αισθητική ροή, θα απαντήσει στο ίδιο επίπεδο της αρχιτεκτονικής της πόλης.

Η αρχαιολογία δεν είναι πλέον ο ιδανικός τόπος για στοχασμό πάνω στο παρελθόν αλλά ο εννοιολογικός χώρος της σκηνοθεσίας του μέλλοντος.

Μέσα από ένα είδος χρονικής αντιστροφής μόνον τα ίχνη αυτού που υπήρξε μοιάζουν να είναι σε θέση να παραστήσουν με ένταση και πειστικότητα την υποτιθέμενη μορφή αυτού που θα έρθει.

Αυτό το αρχαίο μέλλον θα αντιπαρατεθεί έπειτα με τα υλικά που παράγονται από την πόλη μέρα με τη μέρα, υλικά που θα χρειαστεί να συμπαραταχθούν με το επικοινωνιακό τους είδωλο σε μια σημασιακή κυκλικότητα που θα κάνει κάθε αστικό κέντρο, σκηνή μιας πιο δημοκρατικής αυτοαναπαράστασης των κατοίκων της.

Η πληροφόρηση θα ακολουθήσει έτσι την εξέλιξη της αστικής ζωής σε ένα συναγωνισμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο επικοινωνιακό της αντίγραφο, όπου το διακύβευμα είναι ολοένα μεγαλύτερη αυτοσυνείδηση των ρόλων και των σκοπών.

Μέσα στο τοπίο της παγκοσμιοποίησης, αυτή η διαλεκτική θέτει σε άλλους ανώτερους όρους το ζήτημα της αστικής ταυτότητας.

Υπό το φως αυτής της προοπτικής δόθηκε καίρια το έναυσμα για μια συμβουλευτική διαδικασία με στόχο να οριστούν, στο εσωτερικό μιας ασυνεχούς συνέχειας οι τρόποι αυτού του επανασχεδιασμού του άξονα που δομεί τη Θεσσαλονίκη, μα που αντανακλά την ισχύ του πολύ πέρα από την πόλη και τα επίπεδα σημασίας του αστικού χώρου. Ο Διαγωνισμός για τον επανασχεδιασμό του αστικού άξονα της Θεσσαλονίκης έφτασε ασφαλώς σε επίπεδα ποιότητας ανάλογα με τις σημαντικές δυσκολίες του θέματος.

Παρά τις μοναδικότητές τους, κάποτε αδιαπραγμάτευτες και συχνά με τάσεις ιδιαίτερου τονισμού τους, σχεδόν όλες οι προτάσεις τοποθετήθηκαν σε μια οπτική ούτε βιαστικά ρεαλιστική αλλά ούτε και επιφανειακά αυτοαναφερόμενη.

Αν και μερικές πλήρωσαν ακριβά μια επικοινωνιακή παρουσίαση, στην οποία η μαχητικότητα του σλόγκαν και η οπτική σαγηνεία επισκίασαν τα περιεχόμενα, όλες τους απέδωσαν μια πειστική και συχνά υποβλητική εικόνα της Θεσσαλονίκης, συλληφθείσα μέσα στη σημερινή, θετική κατάστασή της, υβριδική και μεταβατική, σ’ ένα ταξίδι προς μια μελλοντική κατάσταση δυναμική ισορροπίας.

Πέρα από ουτοπικές παραπλανήσεις ή ιδεολογικές αποδράσεις η πόλη επιβεβαιώνεται στην πολλαπλή της ταυτότητα, αλλά η σημασία της υφίσταται μια ολίσθηση και μια δόνηση, προτεινόμενη στον κάτοικο και στον επισκέπτη με την αποξένωση που οφείλεται σε ένα άλλο βλέμμα, είτε όταν αυτό οφείλεται στη ματιά του αρχιτέκτονα του τόπου είτε στην εκ του αντίποδα παρατήρηση που προέρχεται από μια μεγάλη απομάκρυνση.

Η πρόταση που επικράτησε, με τον τίτλο A la recherche du temps perdu ενεργοποιεί έναν πολύτιμο ιστό από λεπτές περιβαλλοντικές αναφορές και βαθιές θεματικές αντηχήσεις.

Με ελαφρύ άγγιγμα η πρόταση αποκομίζει από τη χωρική ύφανση της Οδούς Αριστοτέλους αστικές αρμονίες που πριν δεν είχαν τύχει προσοχής, οι οποίες αναδεικνύουν το ρόλο του κεντρικού τόπου.

Συγκροτημένη με σύνεση στην κορυφή του άξονα, στο σημείο όπου η καμπύλη ανάμεσα σε δύο κατηφόρες τη δημιουργεί, η προοπτική δύναμη που τη ζωντανεύει οργανώνεται με μινιμαλιστική αυστηρότητα μέχρι να σβήσει στο πλατύ υπόγειο περιβάλλον, ένα χώρο διευρυμένο και μυστηριακό, που διαλύεται στο φως, και ποιητικά αναζητεί το γειτονικό επίπεδο της θάλασσας, σαν να επαναφέρει την πόλη σε έναν από τους βασικούς λόγους ύπαρξής της.

Επιβλητική σαν προπατορικό δάσος η μεγάλη υπόστυλη αίθουσα – ένα πλήθος από διαφανείς κολώνες που θυμίζει το εξαϋλωμένο περιβάλλον που ο Giuseppe Terragni είχε αφιερώσει στον Παράδεισο, στο Danteum – συσσωρεύει την ποιητική δύναμη της πόλης με τη μορφή μιας μαγεμένης και ανησυχητικής μεταφυσικής σιωπής. ... Τη στιγμή που η Ευρώπη ενοποιεί δομές και αντιπροσωπεύσεις εν’ όψει της επανασυγκρότησης των διαφορών της σε μια νέα πολιτισμική και πολιτική σύνθεση, η ενδυνάμωση της ταυτότητας των πιο σημαντικών της πόλεων γίνεται θεμελιώδες ζήτημα.

Είναι ολοένα και πιο απαραίτητο αυτές οι θρυλικές της πόλεις να κομίσουν στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι το ίχνος μιας ταυτότητας η οποία δεν μπορεί πλέον να είναι εκείνη που όλοι γνωρίζουν μέχρι σήμερα.

Πρέπει να ανασχεδιασθεί, αντιπαραβάλλοντας την σε μια ταυτότητα εξωτερική και διαφορετική, που αποτελείται από τα κοινά στοιχεία όλων των άλλων αστικών ταυτοτήτων.

Ταυτότητες, εξάλλου, οι οποίες δεν είναι προσηλωμένες σε μια σειρά από στερεότυπα αλλά είναι μόνιμα μεταβαλλόμενες, ευμετάβλητες ως προς τις εικόνες που εκπέμπουν και τους στόχους που θέτουν.

Εάν η προοπτική της παγκοσμιοποίησης πέρα από την οικονομική έχει και μια ανώτερη σημασία, μέσα ακριβώς σ’ αυτή την αναγκαιότητα να ξανά-ονομάσουμε τον κόσμο αυτή η σημασία πρέπει να ξαναβρεθεί: πρόκειται για τη χάραξη των ορίων μιας νέας οικουμενικότητας επικεντρωμένης όχι πλέον στην αποδοχή του άλλου, αλλά στη συμβίωση με αυτό που είναι διαφορετικό και που γίνεται παράδειγμα αναγκαίο για τον καθορισμό οποιασδήποτε ταυτότητας ως συνείδηση της διαφοράς.

Εάν η Θεσσαλονίκη θα καταφέρει να μην παρασυρθεί από τη διαφημιστική έμφαση που παγίδεψε το μεγάλο εγχείρημα της Ολυμπιακής Βαρκελώνης και αν συνετά αποφύγει το θεαματικό ορυμαγδό και τα ειδικά εφέ της αρχιτεκτονικής high-tech που παραβιάζει και τον πιο απόμερο και σκεπτόμενο πυρήνα των αστικών κέντρων της ηπείρου, της οποίας είναι μια πόλη σύμβολο, θα μπορέσει δίχως αμφιβολία να στείλει στην Ευρώπη και ολόκληρο τον πλανήτη ένα προφητικό μήνυμα για το μέλλον των πόλεων στην επόμενη χιλιετία. Ξεκινώντας ακριβώς από αυτό το Διαγωνισμό, ελπίζουμε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences