[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Όχι, αυτή δεν είναι η Δραπετσώνα! Είναι όμως ένα λαμπρό παράδειγμα για το πως η προχειρότητα και η άγνοια στήνουν παιχνίδια. Όπως γράφει ο Πειραιώτης Νίκος Μπελαβιλας : Έχει πλημμυρίσει το διαδίκτυο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όχι, αυτή δεν είναι η Δραπετσώνα! Είναι όμως ένα λαμπρό παράδειγμα για το πως η προχειρότητα και η άγνοια στήνουν παιχνίδια.

Όπως γράφει ο Πειραιώτης Νίκος Μπελαβιλας : Έχει πλημμυρίσει το διαδίκτυο από προχθές από αυτή την εκπληκτική παλαιά εικόνα με παράγκες, πόνο, μιζέρια, λιμάνια και εργοστάσια.

Τιτλοφορείται "Δραπετσώνα 1923" και γράφουν από κάτω οι άνθρωποι εκατοντάδες σχόλια νοσταλγίας και μνήμης.

Αλλά ότι περιλαμβάνει όλα αυτά δεν είναι αυτομάτως η Δραπετσώνα.

Η συγκεκριμένη εικόνα μετά βεβαιότητας δεν είναι και όποιος/όποια γνωρίζει στοιχειωδώς τη διάταξη των ακτών γνωρίζει ότι αυτό το τοπίο δεν υπάρχει πουθενά στον Πειραιά.

Μπορεί να είναι η παραγκούπολη Villa Desocupación (γνωστή και ως Villa Esperanza) στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής κατά τον Μεσοπόλεμο ή κάποια παραγκούπολη στις ΗΠΑ κατά τη Μεγάλη Ύφεση-πάντως όχι η Δραπετσώνα.

Και ο απέναντι ηλεκτρικός σταθμός δεν είναι ούτε τα Λιπάσματα, ούτε η ΑΓΕΤ Ηρακλής ούτε ο ΑΗΣ του Άη Γιώργη.

Η fake εικόνα ανέβηκε από την ιστοσελίδα Ομφαλός της γης ΙΙ και κινδυνεύει να περάσει στην ιστορία ως πραγματική εικόνα της Δραπετσώνας.

Κάπως έτσι παρασύρθηκα κι εγώ κι έγραψα το πιο κάτω... Στη Δραπετσώνα δεν είχανε ...ζωη Να η Δραπετσώνα του ’23. Χώμα ξερό και τσίγκος που έκαιγε το μεσημέρι και πάγωνε τη νύχτα.

Ούτε ένα δέντρο να ακουμπήσει ο ίσκιος σου.

Μόνο η θάλασσα να θυμίζει κάτι από πριν… κι από την άλλη τα εργοστάσια να σου θυμίζουν τι σε περιμένει.

Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, εμείς. Ξεριζωμένοι. Ξυπόλητοι.

Μα ζωντανοί.

Η μάνα ξεφόρτωνε τα μπαούλα με χέρια που έτρεμαν, όχι από αδυναμία, αλλά από όσα άφησε πίσω.

Η παράγκα τρία μέτρα όλα κι όλα.

Λαμαρίνα για ουρανό, τσουβάλια για πόρτα.

Κι όμως, εκεί μέσα χώρεσε όλος μας ο κόσμος: το εικονοστάσι, η ραπτομηχανή, τέσσερα παιδιά κι ένα πείσμα που δεν χωρούσε πουθενά αλλού. «Σπίτι είναι όπου ανάβεις καντήλι, Μαρίκα», είπε.

Και το άναψε.

Και έγινε.

Ο πατέρας στα Λιπάσματα.

Πέντε δραχμές το μεροκάματο.

Γύριζε κάθε βράδυ αλλιώτικος άνθρωπος — μαύρος απ’ το θειάφι, σκυφτός απ’ την κούραση, με βήχα που δεν έλεγε να σωπάσει.

Κι όμως, κάθε Σάββατο άφηνε στο τραπέζι μισή οκά ψωμί και λίγες ελιές.

Η μάνα σταύρωνε τα χέρια της. «Δόξα σοι ο Θεός». Και μοιράζαμε.

Πάντα μοιράζαμε.

Εμείς τα παιδιά μέσα στις λάσπες.

Τον χειμώνα το νερό έμπαινε στην παράγκα σαν να ζητούσε κι αυτό μια γωνιά.

Το καλοκαίρι ο τσίγκος μας έκαιγε σαν τιμωρία.

Κι όμως… είχαμε τη θάλασσα.

Κατεβαίναμε στα Καρβουνιάρικα, ψάχναμε πετροκάραβα σαν να ήταν θησαυροί.

Η μάνα τα έβραζε με τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε. «Η φτώχεια θέλει φαντασία», μας έλεγε.

Κι εμείς χορταίναμε… όχι το στομάχι.

Την ψυχή.

Το σχολείο μια παράγκα κι αυτό.

Σαν τη δική μας.

Ο δάσκαλος από το Αϊβαλί, με μάτια που κουβαλούσαν περισσότερα απ’ όσα έλεγε.

Μας μάθαινε γράμματα με κάρβουνο πάνω σε τοίχους. «Μην ξεχάσετε», μας έλεγε. «Αλλά μάθετε να αγαπάτε ξανά». Κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο μάθημα.

Τα βράδια η γειτονιά γινόταν μια αγκαλιά.

Φωτιές άναβαν, φωνές έσμιγαν.

Οι γυναίκες έπλεκαν και μοιρολογούσαν χαμένες πατρίδες.

Οι άντρες έπιναν κρασί νερωμένο και κρατούσαν ζωντανές μνήμες με τραγούδια.

Κι εμείς… χορεύαμε.

Με άδεια στομάχια, αλλά μάτια που δεν είχαν μάθει ακόμα να σκύβουν.

Μια μέρα ήρθε ο χωροφύλακας. «Παράνομα χτίζετε», είπε.

Η μάνα στάθηκε μπροστά.

Μικρή, αλλά βουνό. «Παράνομη είναι η ζωή μας, αφέντη; Πού να πάμε;» Δεν ξαναήρθε.

Δεν χρειάστηκε.

Το ’26 ήρθε η χολέρα.

Και πήρε τον μικρό μας. Ο Γιωργάκης δεν ξαναγύρισε.

Τον αφήσαμε στη γη των Λιπασμάτων, χωρίς ψαλμούς, χωρίς λόγια πολλά.

Η μάνα δεν έκλαψε μπροστά μας.

Μόνο έραψε το σάβανο με χέρια σταθερά. «Η γυναίκα κρατάει το σπίτι όρθιο», μου είπε χαμηλά. «Ακόμα κι όταν όλα μέσα της γκρεμίζονται». Κι έτσι μάθαμε.

Ότι σπίτι δεν είναι οι τοίχοι.

Είναι το φως που επιμένεις να ανάβεις μέσα στο σκοτάδι.

Ότι πατρίδα δεν είναι μόνο εκεί που γεννήθηκες… αλλά κι εκεί που άντεξες.

Ότι πρόσφυγας δεν είναι αυτός που έχασε.

Είναι αυτός που σηκώθηκε και ξανάρχισε.

Από το μηδέν.

Από τον τσίγκο.

Από ένα καντήλι.

Να η Δραπετσώνα. Γυμνή. Σκληρή. Άσπλαχνη.

Κι όμως… εκεί μέσα, κρατήσαμε το σπίτι όρθιο.

Γιατί το είπε η μάνα. Και η μάνα δεν έκανε ποτέ λάθος. ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΟΜΩΣ ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΠΕΤΣΏΝΑ ❗❗❗

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences