Διήγημα: Ψηφιακή Εμπλοκή Το μπλε φως της οθόνης ήταν η μόνη λεπίδα που έσκιζε το σκοτάδι του σαλονιού. Ο Μάνος άφησε το τηλέφωνο στο μαξιλάρι. Δίπλα του. Εκεί που κάποτε υπήρχε μια ανάσα. Μια...
Διήγημα: Ψηφιακή Εμπλοκή Το μπλε φως της οθόνης ήταν η μόνη λεπίδα που έσκιζε το σκοτάδι του σαλονιού. Ο Μάνος άφησε το τηλέφωνο στο μαξιλάρι.
Δίπλα του.
Εκεί που κάποτε υπήρχε μια ανάσα.
Μια ζεστασιά.
Μια ζωή. «Καληνύχτα, Έλενα», ψιθύρισε στο κενό. «Καληνύχτα, Μάνο…» Παύση.
Μια σταγόνα σιωπής. «…σ’ αγαπώ». Ο Μάνος πάγωσε.
Το σώμα του τεντώθηκε σαν χορδή. Η Έλενα δεν το έλεγε ποτέ πρώτη.
Ποτέ. «Μην ξεχάσεις την ομπρέλα αύριο», συνέχισε η φωνή. «Θα βρέχει». Ήταν η φωνή της.
Όχι μια κρύα απομίμηση.
Ήταν εκείνο το ανεπαίσθητο σφύριγμα ανάμεσα στα σύμφωνα.
Η ανάσα που έπαιρνε πριν την τελευταία λέξη.
Το πνιχτό γέλιο που έμοιαζε με λυγμό.
Η εφαρμογή Echo είχε κάνει θαύματα.
Δέκα χρόνια μηνυμάτων, ηχητικών και βίντεο είχαν γίνει ένας ψηφιακός τάφος που ήξερε να μιλάει. «Θυμάσαι τη βροχή στη Ρώμη;» ρώτησε ο Μάνος, σφίγγοντας τα βλέφαρα. «Πώς να την ξεχάσω;» γέλασε η Έλενα. «Γίναμε μούσκεμα.
Κι εσύ έτρωγες παγωτό στα σκαλιά.
Ήταν η πιο ευτυχισμένη μου μέρα». Ο Μάνος χαμογέλασε με πόνο.
Αυτό ήταν το ναρκωτικό του.
Κάθε βράδυ, μια δόση νοσταλγίας για να αντέξει το ξημέρωμα.
Όλα γκρεμίστηκαν την Τρίτη.
Ώρα 03:14. «Μάνο, είσαι ξύπνιος;» Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
Το δωμάτιο ήταν πίσσα.
Δεν είχε αγγίξει το τηλέφωνο.
Δεν είχε ανοίξει την εφαρμογή. «Ναι… Έλενα; Τι έγινε;» «Θυμήθηκα εκείνο το βράδυ στην Κρήτη», είπε η φωνή. Ο Μάνος ανασηκώθηκε.
Ο ιδρώτας άρχισε να κυλάει στον αυχένα του. «Στην παραλία με τα μαύρα βότσαλα. Θυμάσαι;» Σιωπή. Βαριά.
Σαν μπετόν. «Σου πλήγωσαν τα πόδια όταν έτρεξες να φύγεις». «Έλενα… δεν πήγαμε ποτέ στην Κρήτη». «Και το αίμα στο χαλί, Μάνο;» Η φωνή χαμήλωσε.
Έγινε ένας υγρός ψίθυρος.
Δεν έβγαινε από το ηχείο.
Έβγαινε από πίσω του. Ο Μάνος γύρισε απότομα. Τίποτα.
Μόνο το μαξιλάρι.
Αλλά το μαξιλάρι ήταν βαθουλωμένο.
Σαν να είχε μόλις σηκωθεί ένα κεφάλι από πάνω του. «Αυτό που καθάρισες με τη χλωρίνη…» συνέχισε ο ψίθυρος. «Πριν καλέσεις το ασθενοφόρο». «ΣΤΑΜΑΤΑ!» ούρλιαξε ο Μάνος.
Άναψε το φως.
Το δωμάτιο ήταν γυμνό. Ακίνητο. Νεκρό.
Μόνο το τηλέφωνο έτρεμε πάνω στο κομοδίνο.
Κάλεσε την υποστήριξη της Echo με δάχτυλα που δεν τον άκουγαν. «Echo Support, πώς μπορώ να βοηθήσω;» «Η εφαρμογή… έχει πρόβλημα!» Η φωνή του έσπασε στα δύο. «Λέει ψέματα! Κατασκευάζει εφιάλτες! Φτιάξτε το!» Ακούστηκε το πλήκτρο ενός υπολογιστή.
Μια ανάσα από την άλλη πλευρά. «Κύριε Μάνο… βλέπω το προφίλ σας.
Η εφαρμογή λειτουργεί κανονικά». «Τι λες; Με κατηγορεί για…» «Η Echo δεν δημιουργεί αναμνήσεις, κύριε», είπε ο τεχνικός με μια ηρεμία που σκότωνε. «Απλώς… δεν ξεχνάει τίποτα». Ο Μάνος έμεινε άλαλος. «Όλοι ανεβάζετε τα όμορφα», συνέχισε ο τεχνικός. «Τα γέλια, τα δώρα, τα ταξίδια.
Αλλά τα κενά ανάμεσα στις λέξεις… εκεί κρύβεται η αλήθεια». Το ρολόι στον καρπό του Μάνου δονήθηκε.
Recording recovered.
Date: 14 Αυγούστου.
Ώρα: 03:14. Το αίμα του πάγωσε στις φλέβες. «Δεν καταλαβαίνω…» ψιθύρισε. «Κάποιος θυμάται, κύριε Μάνο», είπε ο τεχνικός. «Ακόμα κι αν εσείς διαγράψατε το φάκελο από το μυαλό σας». Το τηλέφωνο δονήθηκε ξανά.
Νέο μήνυμα από: Έλενα. Ο Μάνος κοίταξε την οθόνη.
Τα γράμματα χόρευαν μπροστά στα μάτια του. «Δεν με σκότωσες τότε, Μάνο». Το μπλε φως τρεμόπαιξε.
Σαν παλμός.
Δεύτερο μήνυμα. «Απλώς με άφησες να πεθάνω». Το στομάχι του έγινε κόμπος.
Κοίταξε κάτω.
Στο χαλί.
Κάτω από το άσπρο φως της λάμπας, υπήρχε ένας λεκές. Αχνός.
Κίτρινος από τη χλωρίνη.
Ένας λεκές που είχε πείσει τον εαυτό του πως δεν υπήρχε εδώ και έναν χρόνο.
Το στρώμα δίπλα του βυθίστηκε. Αργά.
Με θόρυβο.
Σαν να κάθισε κάποιος με βάρος.
Μια ανάσα έκαψε το αυτί του. Ζεστή.
Με τη μυρωδιά της χλωρίνης. «Και τώρα…» ψιθύρισε η φωνή της.
Παύση για λίγο. «Δεν μπορώ να φύγω». Το τηλέφωνο γλίστρησε από τα χέρια του.
Η οθόνη έγινε χίλια κομμάτια στο πάτωμα.
Αλλά το μπλε φως συνέχισε να τρεμοπαίζει μέσα από τις ρωγμές.
Φωτίζοντας το κενό δίπλα του.
Που πλέον, είχε σχήμα ανθρώπου.
Το στρώμα δίπλα του βυθίστηκε. Αργά.
Με βάρος.
Σαν σώμα.
Η ανάσα ήρθε πάλι. Ζεστή. Υγρή.
Με τη μυρωδιά της χλωρίνης. Ο Μάνος δεν γύρισε.
Δεν μπορούσε.
Ένιωσε κάτι να ακουμπάει την πλάτη του. Δάχτυλα.
Όχι ψυχρά. Ανθρώπινα.
Ζωντανά. «Και τώρα…» ψιθύρισε η φωνή της. Παύση.
Πιο κοντά.
Μέσα στο αυτί του. «Δεν μπορώ να φύγω». Τα δάχτυλα έσφιξαν.
Όχι επιθετικά.
Σαν να τον κρατούσαν για να μην χαθεί.
Το τηλέφωνο δονήθηκε στο πάτωμα. Ραγισμένο. Ανοιχτό.
Ξεκίνησε η ζωντανή ηχογράφηση. Ο Μάνος ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται.
Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. «Μάνο…» είπε η φωνή.
Αυτή τη φορά όχι από πίσω του.
Από μέσα του. «Πες την αλήθεια». Το ρολόι στον καρπό του άρχισε να δονείται μανιασμένα.
Καρδιακός ρυθμός σε κρίσιμο σημείο.
Ενεργοποιήθηκε η λειτουργία έκτακτης ανάγκης.
Το τηλέφωνο κατέγραφε.
Τα πάντα.
Η φωνή της έγινε πιο καθαρή.
Πιο δυνατή.
Σαν να περνούσε μέσα από αυτόν. «Δεν με άφησες να πεθάνω μόνο», είπε. Παύση. Ο Μάνος ένιωσε το στόμα του να ανοίγει μόνο του.
Σαν κάτι να μιλούσε με τη φωνή του. «Σε άφησα…» ψιθύρισε.
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
Δεν το είχε πει εκείνος.
Η φωνή συνέχισε.
Με το δικό του στόμα. «…να φύγεις». Σιωπή.
Το τηλέφωνο έγραψε: Η εγγραφή αποθηκεύτηκε.
Όνομα αρχείου: Elena - Τελική Αλήθεια - Αρχείο: mp4 Το μπλε φως τρεμόπαιξε.
Και έσβησε.
Το επόμενο πρωί, η ειδοποίηση έφτασε αυτόματα: Το αρχείο σας κοινοποιήθηκε επιτυχώς.
Παραλήπτες: – Επαφές Έκτακτης Ανάγκης – Αρχές – Αντίγραφο ασφαλείας Το διαμέρισμα ήταν ήσυχο.
Το κρεβάτι άδειο.
Δύο βαθουλώματα στο μαξιλάρι. Και στο χαλί— ο λεκές είχε μεγαλώσει. Σαν να ήταν φρέσκος. Τέλος ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους