Ρένη μας, ανήκεις σε εκείνη τη σπάνια γενεά ηθοποιών που δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τη σκηνή για να επιβεβαιώσουν τον εαυτό τους, αλλά για να τον βάλουν σε κίνδυνο, για να τον αφήσουν να ραγίσει, να...
Ρένη μας, ανήκεις σε εκείνη τη σπάνια γενεά ηθοποιών που δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τη σκηνή για να επιβεβαιώσουν τον εαυτό τους, αλλά για να τον βάλουν σε κίνδυνο, για να τον αφήσουν να ραγίσει, να μετακινηθεί, να παραμορφωθεί, να φωτιστεί αλλιώς, να περάσει μέσα από σώματα ξένα και όμως μυστικά οικεία.
Δεν πήγες στο θέατρο για να γίνεις «κάποια». Πήγες, νομίζω, για να αντέξεις να γίνεις πολλές, χωρίς ποτέ να χαθείς μέσα σε όλες εκείνες τις γυναίκες που σου εμπιστεύθηκαν οι ρόλοι.
Και αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, μου φαίνεται όλο και πιο σπάνιο, γιατί η μεγάλη ηθοποιός δεν είναι εκείνη που απλώς μεταμορφώνεται, ούτε εκείνη που σαγηνεύει με τη δεξιοτεχνία της, είναι εκείνη που ξέρει πως κάθε μεταμόρφωση πρέπει να αφήνει πίσω της ένα υπόλειμμα αλήθειας, κάτι που δεν εξηγείται, κάτι που δεν κλείνει, κάτι που εξακολουθεί να πάλλεται και μετά την υπόκλιση.
Σε εσένα υπήρχε πάντα αυτό το υπόλειμμα.
Μια παύση που δεν ήταν ποτέ απλώς παύση, αλλά ένας αόρατος εσωτερικός λυγμός.
Μια φωνή που δεν υψωνόταν για να κυριαρχήσει, αλλά κατέβαινε βαθιά, εκεί όπου ο λόγος δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα γίνει ομολογία ή άμυνα.
Ένα σώμα που δεν επιδείκνυε τη θεατρικότητά του, γιατί την είχε ήδη ενσωματώσει ως δεύτερη φύση, ως πειθαρχία, ως τραύμα, ως ευγένεια.
Από τα Εξάρχεια του Εμφυλίου, από εκείνο το σπίτι μιας μητέρας που έγραφε χωρίς να εκδίδεται και ενός πατέρα στρατιωτικού που ζωγράφιζε χωρίς να εκτίθεται, μοιάζει να ξεκινά ένα παράξενο οικογενειακό μάθημα: πως υπάρχουν άνθρωποι που φέρουν μέσα τους τέχνη χωρίς να της επιτρέπουν πάντα να φανεί.
Εσύ, αντίθετα, βρήκες έναν τόπο όπου αυτό το άρρητο πήρε φωνή, όχι κραυγή αυτάρεσκη, αλλά δύσκολη μορφή.
Σε σκέφτομαι να κουβαλάς μέσα σου μια ολόκληρη Αθήνα πριν ακόμη κατέβεις τα σκαλιά του Θεάτρου Τέχνης.
Χωμάτινοι δρόμοι, σφαίρες στους τοίχους, ο λόφος του Στρέφη, το μπακάλικο με το μοναδικό τηλέφωνο, τα θερινά σινεμά, η Ακρόπολη που ήθελες πάντα να βλέπεις, σαν να μην ήταν μόνο μνημείο αλλά προσανατολισμός. Η Αθήνα δεν υπήρξε για σένα απλώς τόπος καταγωγής.
Υπήρξε η πρώτη σου σκηνή.
Μια πόλη σκληρή, τραυματισμένη, μισοσοβατισμένη, όπου το παρελθόν κρύβεται κάτω από επιχρίσματα αλλά δεν εξαφανίζεται.
Και ίσως από εκεί να έρχεται αυτό το βλέμμα σου: η ικανότητα να βλέπεις κάτω από την επιφάνεια, να υποψιάζεσαι τι έχει σκεπαστεί, τι έχει ασβεστωθεί, τι μένει μέσα στον τοίχο σαν παλιά σφαίρα.
Δεν σε βρήκα ποτέ νοσταλγική.
Και αυτό είναι από τα πιο ωραία σου.
Η νοσταλγία κάνει το παρελθόν γλυκό κι εσύ το κρατάς δύσκολο.
Δεν επιστρέφεις για να συγκινηθείς εύκολα, δεν κάνεις την παιδική ηλικία σκηνικό αθωότητας.
Την αφήνεις να λειτουργεί υπόγεια, όπως λειτουργούν τα πράγματα που μας έφτιαξαν χωρίς να μας ζητήσουν άδεια.
Γι’ αυτό και η σκηνική σου παρουσία έχει κάτι από την παλιά Αθήνα χωρίς να γίνεται ποτέ γραφικότητα: μια μυστική ευγένεια, μια αστική πειθαρχία, μια νευρική εσωτερικότητα, μια λεπτή ειρωνεία απέναντι σε κάθε φασαρία που περνιέται για βάθος.
Σε φαντάζομαι στο Υπόγειο, με το πορτοκαλί φουστάνι, μαυρισμένη, με το κραγιόν που σου έσβησαν βιαστικά, με εκείνη την αθώα θρασύτητα των ανθρώπων που δεν έχουν ακόμη μάθει να σκηνοθετούν τον φόβο τους.
Και σκέφτομαι πως εκεί δεν άρχισε απλώς μια διαδρομή· άρχισε η μετακίνηση από την εικόνα στο σώμα, από την επιφάνεια στη φωνή, από την εμφάνιση στην εργασία. Το Θέατρο Τέχνης, όσο ζούσε ο Κουν, δεν παρήγαγε απλώς ηθοποιούς.
Δημιουργούσε μορφές σκηνικής συνείδησης.
Γυναίκες και άντρες που έμαθαν πως το θέατρο δεν είναι προβολή αλλά υπακοή σε κάτι πιο απαιτητικό από την προσωπική λάμψη, πως ο λόγος δεν λέγεται αλλά κατοικείται, πως η παύση δεν είναι τεχνική αλλά ήθος, πως το σώμα πρέπει να ξέρει πότε να αποσυρθεί για να φανεί η πληγή του κειμένου.
Εσύ προέρχεσαι από αυτή τη μήτρα, αλλά ποτέ δεν την κουβάλησες σαν παράσημο.
Δεν έκανες το Θέατρο Τέχνης πιστοποιητικό ανωτερότητας.
Το είχες μέσα σου σαν παλιά άσκηση, σαν άγρυπνη νουθεσία, σαν εκείνη τη φωνή που δεν σου επιτρέπει να ευκολυνθείς, να φλυαρήσεις, να πεις παραπάνω από όσο αντέχει η αλήθεια.
Και ίσως γι’ αυτό δεν έγινες ποτέ μνημείο του εαυτού σου, ενώ θα μπορούσες.
Είχες όλα τα δικαιώματα της διάρκειας, όλες τις αποδείξεις της αξίας, όλες τις μεγάλες συνεργασίες, όλες τις ιστορικές σκηνές, όλα τα πρόσωπα που θα επέτρεπαν σε μια ηθοποιό να εγκατασταθεί άνετα στο ύφος της και να περιμένει τον θαυμασμό.
Εσύ όμως έμεινες δύσπιστη απέναντι σε κάθε δάφνη.
Ξέρεις (και αυτό φαίνεται) πως τα «όπλα» του ηθοποιού, αν μείνουν πολύ καιρό στο χέρι, γίνονται μηχανισμοί αυτοπροστασίας.
Και η σκηνή δεν συγχωρεί την αυτοπροστασία.
Θέλει να σε βρίσκει εκτεθειμένη, όχι αφελή, αλλά διαθέσιμη.
Γι’ αυτό μπόρεσες να περάσεις από τον Κουν στον Βογιατζή, από τις παλιότερες αυστηρότητες στις νεότερες ανησυχίες, από τη μεγάλη παράδοση σε σκηνοθέτες που αναζητούν αλλιώς το σώμα και τον χρόνο, χωρίς να μοιάζεις ούτε ξένη ούτε αυτάρεσκη.
Δεν προσαρμόστηκες για να αρέσεις αλλά μετακινήθηκες για να μη νεκρωθείς.
Και αυτό είναι σπάνιο, γιατί πολλοί ηθοποιοί μεγαλώνουν προστατεύοντας αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά.
Εσύ μεγάλωσες υποψιασμένη απέναντι σε αυτό που ξέρεις.
Υπάρχει σε αυτό κάτι βαθιά συγκινητικό.
Σαν να λες κάθε φορά στον εαυτό σου: άφησέ το, μην το χρησιμοποιήσεις ακόμη, μην καταφύγεις εκεί όπου σε χειροκρότησαν ήδη, πήγαινε ξανά από την αρχή, εκεί όπου δεν είσαι ασφαλής.
Και ίσως γι’ αυτό το θέατρο σε εσένα δεν μοιάζει ποτέ με τόπο πληρότητας, αλλά με τόπο όπου η έλλειψη αποκτά μορφή.
Δεν παίζεις για να γεμίσεις ένα κενό.
Παίζεις για να του δώσεις ρυθμό, βλέμμα, αναπνοή.
Όταν λες πως, αν είχες ζήσει πιο τυχοδιωκτικά, αν είχες υπάρξει λίγο πιο αδίστακτη, αν είχες κάνει δέκα γάμους, ληστείες και φόνους, ίσως να μην είχες ανάγκη το θέατρο, εγώ δεν το ακούω ως ευφυολόγημα.
Το ακούω ως αποκάλυψη.
Γιατί το θέατρο υπήρξε για σένα ο τόπος όπου η ζωή μπορούσε να φτάσει στα άκρα χωρίς να καταστρέψει τον άνθρωπο που τα πλησίαζε.
Εκεί όπου η πραγματική ζωή δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να γίνει έγκλημα, απιστία, φυγή, υπερβολή, διάλυση, το θέατρο πρόσφερε μια νόμιμη παρανομία, μια πειθαρχημένη ανομία, μια μορφή κινδύνου που δεν ακύρωνε αλλά διεύρυνε το πρόσωπο.
Γι’ αυτό οι ρόλοι σου δεν φαίνονται φορεμένοι.
Μοιάζουν σαν προσωρινές κατοικήσεις της επιθυμίας.
Δεν υποδύεσαι απλώς άλλες γυναίκες αλλά περνάς μέσα από αυτές για να συναντήσεις εκείνο το κομμάτι του ανθρώπου που δεν μπορεί να ειπωθεί σε πρώτο πρόσωπο χωρίς να γίνει ψέμα.
Και μέσα στο σημερινό θέατρο, αγαπημένη μας Ρένη, όπου τόσο συχνά η προβολή προηγείται της εργασίας, όπου το ύφος προηγείται της ανάγκης, όπου η σκηνική ένταση μπερδεύεται με την υπερκινητικότητα και η τόλμη με την ευκολία του θορύβου, η παρουσία σου λειτουργεί σαν μια σχεδόν ενοχλητική υπενθύμιση.
Όχι επειδή καταγγέλλεις, όχι επειδή νοσταλγείς, όχι επειδή στέκεσαι στην άκρη και δείχνεις τους νεότερους με το δάχτυλο.
Αλλά επειδή υπάρχεις αλλιώς.
Και αυτό το «αλλιώς» είναι πιο αυστηρό από κάθε κριτική.
Η σκηνή σου δεν χρειάζεται να επιδείξει την ηθική της γιατί την έχει μέσα στην αναπνοή της.
Μας θυμίζεις πως η μεγάλη υποκριτική δεν είναι το να κάνεις πολλά, αλλά το να ξέρεις ποιο ελάχιστο πρέπει να γίνει αναπόφευκτο.
Πως η φωνή δεν είναι ένταση αλλά εσωτερικός προσανατολισμός.
Πως η σιωπή δεν είναι παύση ανάμεσα σε δύο φράσεις, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που δεν πρόλαβε ή δεν θέλησε να μιλήσει.
Πως το θέατρο δεν υπάρχει για να δίνει έτοιμες απαντήσεις στην κοινωνία, ούτε για να ντύνεται κάθε φορά με τις λέξεις της επικαιρότητας, αλλά για να συναντά μια ανάγκη που έχει προηγηθεί της ιδεολογίας, της αισθητικής, ακόμη και της γλώσσας.
Σήμερα, στη γιορτή σου, δεν θέλω να σου ευχηθώ μόνο με την ευπρέπεια που επιβάλλει η ημέρα.
Θέλω να σου πω κάτι που να μη σε μικραίνει.
Ότι υπήρξες και παραμένεις μια ηθοποιός που έκανε τη διάρκεια όχι συνήθεια, αλλά δοκιμασία.
Που δεν επέτρεψες στο ταλέντο σου να γίνει άδεια ευκολίας.
Που δεν μπέρδεψες ποτέ τη σκηνική παρουσία με την προσωπική κυριαρχία.
Που έμαθες από το Θέατρο Τέχνης τη σκληρή ευγένεια του μέτρου και κατόρθωσες, τόσα χρόνια μετά, να μη τη μετατρέψεις σε μουσειακή ευλάβεια.
Κουβαλάς την Αθήνα, το Υπόγειο, την Ακρόπολη, τα σινεμά, τους δρόμους, τις παλιές σφαίρες κάτω από τους σοβάδες, τους γονείς που είχαν μέσα τους τέχνη κρυμμένη, τους ρόλους που σου έδωσαν τη δυνατότητα να ζήσεις χίλιες ζωές χωρίς να προδώσεις τη μία.
Και αυτό είναι το πιο πολύτιμο: ότι μέσα από όλα αυτά δεν έγινες μια «ιερή» μορφή απόμακρη, αλλά μια γυναίκα παρούσα, εργαζόμενη, συχνά ειρωνική, ζεστή, άφοβη μέσα στον φόβο της, ικανή ακόμη να βουτά στο κείμενο με πάθος και αβεβαιότητα.
Χρόνια σου πολλά, αγαπημένη μας Ρένη.
Όχι σαν τυπική υπόκλιση σε μια μεγάλη διαδρομή, αλλά σαν ευγνωμοσύνη προς μια μορφή που μας θυμίζει πως το θέατρο, όταν δεν ψεύδεται για τον εαυτό του, είναι ακριβώς αυτό: μια ανάγκη που συναντά μια άλλη ανάγκη, ένα σώμα που δανείζεται φωνές για να πει το ανείπωτο, μια ζωή που δεν αρκείται στη ζωή και γι’ αυτό γίνεται σκηνή. https://youtu.be/Q8BI0_BiYtM?is=7EAyonsUp9riozw7 και https://youtu.be/PpTC-cybTd4?is=_9C7uFTRIW-AXwdT
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους