Είναι κάποια παιδιά που δεν φτιάχνουν φανταστικούς φίλους απλώς επειδή “έχουν φαντασία”. Τους φτιάχνουν γιατί κάποια στιγμή χρειάστηκαν μια παρουσία που να μην φεύγει. Έναν μάρτυρα. Έναν σύμμαχο...
Είναι κάποια παιδιά που δεν φτιάχνουν φανταστικούς φίλους απλώς επειδή “έχουν φαντασία”. Τους φτιάχνουν γιατί κάποια στιγμή χρειάστηκαν μια παρουσία που να μην φεύγει.
Έναν μάρτυρα.
Έναν σύμμαχο.
Κάποιον να κάθεται δίπλα τους όταν το σπίτι γέμιζε σιωπές, εντάσεις, απουσίες ή βλέμματα που δεν χωρούσαν το συναίσθημά τους.
Και αυτό δεν είναι αδυναμία· είναι ευφυΐα της ψυχής.
Είναι ο τρόπος που ένα παιδί, αντί να σπάσει, δημιουργεί.
Αντί να μείνει μόνο, επινοεί συντροφιά.
Αντί να χαθεί, φτιάχνει έναν μικρό εσωτερικό κόσμο για να κρατηθεί.
Και μετά αυτό το παιδί μεγαλώνει.
Μα δεν αφήνει πίσω του εκείνη την ανάγκη, τη μεταφέρει μέσα του, πιο αθόρυβα, πιο ώριμα, πιο καμουφλαρισμένα.
Ο φανταστικός φίλος μπορεί να γίνει η εσωτερική φωνή που το παρηγορεί, η υπερβολική αυτάρκεια που λέει “δεν χρειάζομαι κανέναν”, η λαχτάρα για έναν άνθρωπο που θα μείνει επιτέλους ολόκληρος, χωρίς να χρειάζεται να τον φανταστεί καλύτερο απ’ ό,τι είναι.
Μπορεί να γίνει ευαισθησία, βάθος, δημιουργικότητα, ικανότητα να πιάνει τις αποχρώσεις των άλλων πριν καν μιλήσουν.
Μπορεί όμως να γίνει και κούραση: να αγαπά, να αντέχει, να καταλαβαίνει, να γεμίζει τα κενά, να γίνεται ο ίδιος η αγκαλιά που κάποτε του έλειψε.
Μπορεί να γίνει έλξη για έναν άνθρωπο που δεν είναι διαθέσιμος, που φαντάζεται τη σχέση, γιατί το γνώριμο κενό μοιάζει παράξενα με οικειότητα· κι έτσι μένει λίγο παραπάνω απ’ όσο αντέχει, επενδύει σε αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει, κρατώντας ζωντανή μια ελπίδα που κάποτε τον κράτησε όρθιο.
Σε αυτήν την περίπτωση χρειάζεται τρυφερότητα.
Όχι κριτική.
Όχι “γιατί είσαι έτσι;”. Αλλά ένα βλέμμα που να λέει: καταλαβαίνω.
Κάποτε χρειάστηκε να επινοήσεις κάτι για να σωθείς, και το έκανες με έναν τρόπο σχεδόν θαυμαστό.
Δεν είσαι υπερβολικός, δεν είσαι δύσκολος, δεν είσαι “πολύς”. Είσαι ένας άνθρωπος που έμαθε νωρίς να φτιάχνει παρουσία εκεί όπου υπήρχε κενό.
Και ίσως η θεραπεία να αρχίζει εκεί: όταν ο ενήλικας σταματά να ντρέπεται για το παιδί που υπήρξε, το πλησιάζει, το παίρνει απαλά από το χέρι και του ψιθυρίζει: σε πιστεύω, σε βλέπω, σε ευχαριστώ που άντεξες· τώρα δεν χρειάζεται να τα φαντάζεσαι όλα μόνος σου, μπορούμε σιγά σιγά να μάθουμε να τα ζούμε. Αγγελική Μπολουδάκη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους