Οι Γυναίκες της Ακράτας, 1903 Όταν τα χέρια τους ήταν ο αργαλειός του κόσμου Η Αυγή δεν τις βρίσκει στο κρεβάτι Πριν λαλήσει ο πρώτος πετεινός, πριν η θάλασσα του Κορινθιακού πάρει το γαλάζιο της, οι...
Οι Γυναίκες της Ακράτας, 1903 Όταν τα χέρια τους ήταν ο αργαλειός του κόσμου Η Αυγή δεν τις βρίσκει στο κρεβάτι Πριν λαλήσει ο πρώτος πετεινός, πριν η θάλασσα του Κορινθιακού πάρει το γαλάζιο της, οι γυναίκες της Ακράτας έχουν ήδη μετρήσει τρεις ανάσες φωτιάς.
Η πρώτη για το καντήλι.
Η δεύτερη για το καμίνι.
Η τρίτη για το τσουκάλι.
Ο ύπνος τους είναι δανεικός.
Τον χρωστάνε στο σπίτι, στον άντρα, στα παιδιά, στα ζωντανά.
Τον ξεπληρώνουν πριν χαράξει.
Το πηγάδι της Πλατάνας είναι η πρώτη τους βουλή.
Με τη στάμνα στον ώμο και το μαντήλι σφιχτά δεμένο, κατεβαίνουν το καλντερίμι.
Δεν μιλούν.
Τα νέα τα λένε τα χείλη του νερού όταν χύνεται.
Η κυρά-Μαρία η Χήρα κουβαλάει δύο.
Μια για το σπίτι, μια για τον βασιλικό του μακαρίτη. «Ο πεθαμένος διψάει», λέει. «Όχι για νερό.
Για να τον θυμούνται». Τα κορίτσια, δώδεκα χρονών και βαριά, μαθαίνουν εκεί πως η μέση μιας γυναίκας λυγίζει πριν την ψυχή της.
Η στάμνα αφήνει σημάδι στον ώμο.
Το λένε «προίκα». Γιατί ο άντρας θέλει γυναίκα που να σηκώνει το σπίτι.
Το προζύμι είναι θρησκεία.
Το φυλάνε σε πήλινο κιούπι, το σκεπάζουν με καθαρό πανί, του μιλάνε ψιθυριστά.
Η γιαγιά η Ασημίνα το έχει από τη μάνα της.
Κι εκείνη από τη δική της.
Είναι το ίδιο προζύμι που τάισε τους αντάρτες του ’21. Κοσκινίζουν το αλεύρι τρεις φορές. «Να φύγει ο διάβολος», λένε.
Ο διάβολος είναι τα σκουπιδάκια, το χαλασμένο σιτάρι, η γκρίνια.
Ζυμώνουν με τις γροθιές.
Κάθε ζύμωμα κι ένα «Πάτερ ημών». Κάθε χτύπος κι ένα όνομα: για το παιδί που αρρώστησε, για το καράβι που αργεί, για τη βροχή που δεν ήρθε.
Όταν φουρνίζουν, όλη η Ακράτα μυρίζει μάνα.
Ο αργαλειός χτυπάει σαν καρδιά. Τικ-τακ. Τικ-τακ.
Στις κάμαρες με το χαμηλό ταβάνι, γυναίκες γερμένες υφαίνουν την προίκα.
Την προίκα της κόρης, της ανιψιάς, της γειτονοπούλας που δεν έχει μάνα. Η Μάρθα υφαίνει το ροδακινί της σάλι.
Το νήμα το έβαψε με ριζάρι.
Τα δάχτυλά της έγιναν κόκκινα για ένα μήνα. «Έτσι», της είπε η μάνα της, «να θυμάσαι πως η ομορφιά θέλει αίμα». Υφαίνουν κιλίμια για το πάτωμα, βελέντζες για τον χειμώνα, σακούλια για τη σταφίδα.
Κάθε σχέδιο είναι γράμμα.
Ο ρόμβος σημαίνει γονιμότητα.
Το κυπαρίσσι, υπομονή.
Το καράβι, ξενιτιά.
Οι άντρες δεν ξέρουν να τα διαβάζουν.
Νομίζουν πως είναι στολίδια.
Είναι ημερολόγια. Τον Σεπτέμβρη, οι γυναίκες γίνονται μαύρες.
Όχι από πένθος.
Από τη σταφίδα.
Ανεβαίνουν στα αμπέλια του Χελμού με τα κοφίνια.
Τα χέρια τους τρέχουν πάνω στα κλήματα.
Κόβουν, διαλέγουν, ξεσποριάζουν.
Τα δάχτυλα κολλάνε, τα νύχια μαυρίζουν, η πλάτη κόβεται.
Το βράδυ απλώνουν τη σταφίδα στα αλώνια.
Τη γυρνάνε να τη δει ο ήλιος από παντού. «Να μην έχει ντροπές», λέει η κυρά-Δέσποινα.
Όταν βρέχει απρόσμενα, τρέχουν σαν τρελές με τσουβάλια να τη σκεπάσουν.
Γιατί η σταφίδα είναι χρυσάφι.
Είναι τα παπούτσια του παιδιού, το λάδι του χειμώνα, ο φόρος στον δασμό.
Στα λιοστάσια, μαζεύουν ελιές στα γόνατα. Ο Δεκέμβρης τις κάνει πέτρες.
Τα χέρια σκάνε από το αγιάζι.
Τις αλείφουν με λάδι και στάχτη.
Το ίδιο λάδι που θα ανάψει το καντήλι.
Η μαμή, η κυρά-Ρήνη, δεν έχει δικά της παιδιά.
Έχει ξεγεννήσει όλη την Ακράτα.
Τα χέρια της ξέρουν πότε η ζωή ζορίζεται.
Μυρίζουν βασιλικό και ιδρώτα. «Σπρώξε», λέει. «Σπρώξε όπως ζυμώνεις. Δυνατά.
Να βγει το ψωμί του Θεού». Κι όταν έρχεται ο θάνατος, πάλι γυναίκες.
Πλένουν τον νεκρό με ξύδι και δεντρολίβανο.
Τον ντύνουν. Μοιρολογούν.
Ο μοιρολόγος δεν είναι τραγούδι.
Είναι λογαριασμός.
Λένε στον νεκρό τι αφήνει πίσω, ποιος του χρωστάει, ποιος τον αδίκησε.
Να τα πάρει μαζί του να μην βαραίνουν τους ζωντανούς.
Το βράδυ, όταν οι άντρες στο καφενείο μιλούν για πολιτική, για τον Βενιζέλο, για τη σταφίδα που έπεσε, οι γυναίκες κάθονται στο κατώφλι. Ξεψειρίζουν. Μπαλώνουν. Κεντάνε.
Δεν μιλούν πολύ.
Δεν χρειάζεται.
Η μέρα τους μίλησε ήδη.
Στο νερό, στο ζυμάρι, στο νήμα, στο χώμα.
Η κυρά-Λενιώ κοιτάζει τη θάλασσα.
Ο άντρας της είναι καραβοκύρης.
Λείπει έξι μήνες.
Τα βράδια μετράει τα άστρα.
Ένα για κάθε μέρα που δεν γύρισε.
Κεντάει ένα πουκάμισο.
Όταν το τελειώσει, θα έχει γυρίσει.
Έτσι το κανόνισε με την Παναγιά.
Το 1903, καμιά γυναίκα στην Ακράτα δεν έχει προίκα γραμμένη στο όνομά της.
Το σπίτι είναι του άντρα.
Το χωράφι του πεθερού.
Η σταφίδα του έμπορα από την Πάτρα.
Κι όμως, όλη η Ακράτα στέκεται στα δικά τους χέρια.
Χέρια που ζυμώνουν, που υφαίνουν, που πλένουν, που θάβουν, που γεννάνε.
Χέρια που δεν γράφτηκαν σε κανένα συμβόλαιο.
Χέρια που έκαναν την επιβίωση τέχνη.
Αν ρωτήσεις έναν άντρα του 1903 «τι κάνει η γυναίκα σου», θα σου πει «οικιακά». Αν ρωτήσεις την πέτρα της Ακράτας, θα σου πει: «Τα πάντα.
Κάνει τα πάντα για να μην γκρεμιστώ». Μυθοπλασία Ακράτα 1903, εσωτερικό αυλής αρχοντικού Φωτογραφία: Frederic Boissonnas Ο Φρεντερίκ Μπουασονά (γαλλικά: Frédéric Boissonnas• Γενεύη, 18 Ιουνίου 1858 – Γενεύη, 17 Οκτωβρίου 1946) ήταν Γαλλοελβετός φωτογράφος, ιδιαίτερα γνωστός για τη φωτογραφική τεχνική του, αλλά και την εκτεταμένη φωτογράφιση του ελληνικού χώρου επί τριάντα περίπου έτη, μαζί με τον συνοδοιπόρο φίλο του Ντανιέλ Μπο-Μποβί, πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης.
Το έργο του, σε ότι αφορά τουλάχιστον την Ελλάδα, θεωρείται εν γένει «πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ο αιώνα». Το αρχείο του Ανρί-Πολ δωρήθηκε από την οικογένεια Μπουασονά στο Μουσείο Μπενάκη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους