Καισαριανή Ο ήλιος είναι ψεύτης. Πέφτει ζεστός πάνω στην λαμαρίνα, αλλά δεν ζεσταίνει. Μόνο ξεγελάει. Ο δρόμος Δεν είναι δρόμος. Είναι ουλή. Χώμα και πέτρα και λάσπη που θυμάται κάθε βροχή. Κάθε βήμα...
Καισαριανή Ο ήλιος είναι ψεύτης. Πέφτει ζεστός πάνω στην λαμαρίνα, αλλά δεν ζεσταίνει.
Μόνο ξεγελάει.
Ο δρόμος Δεν είναι δρόμος.
Είναι ουλή.
Χώμα και πέτρα και λάσπη που θυμάται κάθε βροχή.
Κάθε βήμα εδώ αφήνει πληγή.
Τα ξυπόλητα παιδιά έχουν μάθει να περπατάνε στις μύτες, σαν χορευτές μιας φτωχής μπαλέτας.
Οι παράγκες Δεν τις έχτισαν χέρια.
Τις έφτυσε η ανάγκη.
Σανίδα από κάσα, τσίγκος από βομβαρδισμένο εργοστάσιο, χαρτόνι πισσωμένο για να μην μπάζει ο βοριάς.
Στέκονται όρθιες από πείσμα.
Αν η ντροπή είχε σκεπή, έτσι θα έμοιαζε.
Στο σκοινί, τα ρούχα. Άσπρα.
Όχι από καθαριότητα — από ξέπλυμα.
Τα έβρασαν τόσες φορές που ξέχασαν το χρώμα τους.
Κρέμονται σαν σημαίες μιας χώρας που δεν υπάρχει.
Της χώρας των Απόρων.
Οι άνθρωποι Στέκονται στο κατώφλι.
Δεν βγαίνουν, δεν μπαίνουν. Αιωρούνται.
Ο άντρας με το κασκέτο έχει τα χέρια στις τσέπες.
Δεν έχει τίποτα μέσα.
Μόνο τα δάχτυλά του για να τα ζεστάνει.
Το παιδί πιο πίσω, σκυμμένο.
Σκαλίζει το χώμα. Ψάχνει; Παίζει; Κανείς δεν ξέρει.
Ίσως έθαψε κάτι χθες.
Μια ελπίδα.
Ένα παιχνίδι.
Έναν αδερφό.
Οι κότες.
Οι μόνες που έχουν δικαίωμα να τσιμπολογάνε.
Γιατί αυτές, αν πεθάνουν, θα γίνουν φαγητό.
Οι άνθρωποι, αν πεθάνουν, θα γίνουν αριθμός. Πάνω Το δέντρο γυμνό.
Δεν ντράπηκε να πεθάνει.
Οι άνθρωποι ντρέπονται να ζήσουν.
Τα κλαδιά του γράφουν στον ουρανό ένα γράμμα που κανείς δεν θα διαβάσει.
Πίσω, τα βουνά. Ο Υμηττός. Βλέπει.
Δεν μιλάει.
Είδε το Σκοπευτήριο το ’44. Βλέπει την πείνα το ’46. Θα δει κι άλλα.
Τα βουνά έχουν υπομονή.
Οι άνθρωποι όχι.
Ο ουρανός Γαλάζιος.
Προκλητικά γαλάζιος.
Σαν ειρωνεία.
Λες και ο Θεός έβαψε το ταβάνι για να μην κοιτάμε κάτω.
Αλλά εμείς κοιτάμε.
Γιατί κάτω είναι η λάσπη.
Και στη λάσπη φυτρώνει η ζωή.
Αυτή η φωτογραφία δεν είναι ντοκουμέντο.
Είναι ψαλμός.
Ψαλμός για την Σμυρνιά που έπλενε τα σεντόνια με παγωμένο νερό.
Για τον Ανέστη που έφτιαχνε κουτάλια και τα έδινε για ένα κρεμμύδι.
Για τον Γιωργάκη που έμαθε να μετράει μέχρι το πέντε: μια δραχμή, δύο δραχμές, τρεις, τέσσερις, ψωμί.
Δεν έχει ήρωες εδώ.
Έχει μόνο ανθρώπους που αρνήθηκαν να γίνουν σκιές.
Και έμειναν. Ξυπόλητοι.
Στη λάσπη.
Κάτω απ’ τον προκλητικά γαλάζιο ουρανό.
Μέχρι να έρθει το αύριο. Και το αύριο, το ’46, ήταν ακόμα πολύ μακριά. Παραπήγματα. Καισαριανή, 1945-1946 Βούλα Θεοχάρη Παπαϊωάννου
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους