Στα μέσα των 00s, η κυρίαρχη τακτική τάση του αθλήματος έδινε ξεκάθαρη προτεραιότητα στην καλή ανασταλτική λειτουργία και την εκμετάλλευση των κενών χώρων στις αντεπιθέσεις, ενώ οι σύγχρονες, σαφώς...
Στα μέσα των 00s, η κυρίαρχη τακτική τάση του αθλήματος έδινε ξεκάθαρη προτεραιότητα στην καλή ανασταλτική λειτουργία και την εκμετάλλευση των κενών χώρων στις αντεπιθέσεις, ενώ οι σύγχρονες, σαφώς πιο aggressive τάσεις (build-up και έντονο πρέσινγκ σε όλα τα μήκη και πλάτη του γηπέδου) έλαμπαν διά της απουσίας τους.
Οι δύο κορυφαίοι τότε εκπρόσωποι αυτής της ανανεωμένης reactive αγωνιστικής προσέγγισης ήταν ο Ζοσέ Μουρίνιο και ο Ράφα Μπενίτεθ.
Το καλοκαίρι του 2004 αμφότεροι προέρχονταν από μια απόλυτα θριαμβευτική σεζόν, με τον Πορτογάλο να κερδίζει το Τσάμπιονς Λιγκ με την Πόρτο (ο τελευταίος σύλλογος εκτός των τοπ-5 ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων που έχει καταφέρει το εν λόγω επίτευγμα) και τον Ισπανό να κατακτά La Liga και Κύπελλο ΟΥΕΦΑ με τη Βαλένθια.
Η ταυτόχρονη ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας της Τσέλσι από τον Μουρίνιο και της Λίβερπουλ από τον Μπενίτεθ μετέφερε την συγγενή ως προς τις ιδέες, τακτική τους «μάχη» στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ.
Μέχρι να διασταυρώσουν τα ξίφη τους στην Αγγλία, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, αλλά η μεγάλη αντιπαλότητα και το υψηλό διακύβευμα των μεταξύ τους αγώνων (ιδίως εκείνων στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση), έφεραν τη ρήξη, η οποία κράτησε για πολλά χρόνια με εκατέρωθεν βιτριολικές δηλώσεις.
Ενδεικτικά, στις «μάχες» εκείνης της τριετίας (2004-2007), ο Μουρίνιο αρνήθηκε να δώσει χειραψία στον Μπενίτεθ μετά τη νίκη της Λίβερπουλ με 2-1 επί της Τσέλσι στα ημιτελικά του FA Cup το 2006, λέγοντας στη συνέντευξη τύπου ότι η ομάδα του είναι ξεκάθαρα καλύτερη και αυτό το αποδεικνύει το ότι έχει 45 βαθμούς προβάδισμα στο πρωτάθλημα μέσα σε δύο σεζόν.
Ο δε Ράφα, έναν χρόνο αργότερα, σαρκάστηκε με το προσωνύμιο Special One που είχε προσδώσει στον εαυτό του ο Ζοσέ, πλέκοντας το εγκώμιο των φιλάθλων της Λίβερπουλ τους οποίους χαρακτήρισε «Special Ones». Οι ημιτελικοί του Τσάμπιονς Λιγκ τη σεζόν 2004-05 και τη σεζόν 2006-07 ήταν αναμφίβολα οι πιο κρίσιμες μεταξύ τους αναμετρήσεις, με τους ψυχωμένους «Κόκκινους» να παίρνουν σε αμφότερες τις περιπτώσεις την πρόκριση επί των οικονομικά πολύ πιο εύρωστων και αγωνιστικά ισχυρότερων «Μπλε». Στο πρώτο συναπάντημά τους, το μοναδικό γκολ που σημειώθηκε σε 180 λεπτά (από τον Λούις Γκαρσία) ακόμα αμφισβητείται για το αν πέρασε η μπάλα τη γραμμή, ενώ στο δεύτερο «ζευγάρωμά» τους, η πρόκριση κρίθηκε στη διαδικασία των πέναλτι με τις δύο ομάδες να έχουν επικρατήσει εντός έδρας με 1-0. Οι εν λόγω αναμετρήσεις χαρακτηρίστηκαν από αμοιβαία εξουδετέρωση, παιχνίδι σκοπιμότητας στο χώρο του κέντρου, ξεκάθαρη έμφαση στην αναχαίτιση των «όπλων» του αντιπάλου και εκμηδένιση του ρίσκου. Ο Χόρχε Βαλντάνο είχε ασκήσει τότε δριμεία κριτική στους Μπενίτεθ και Μουρίνιο για τη δημιουργικά στείρα εικόνα εκείνου του αγγλικού «εμφυλίου» παρομοιάζοντας τον αγώνα με «ένα σκατό πάνω σε ξύλο» και κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου ότι προμηνύει ζοφερό μέλλον για το άθλημα.
Η "προφητεία" του ευτυχώς διαψεύστηκε πανηγυρικά, όπως απέδειξε στα 10s η μοναδική «κόντρα» Γκουαρδιόλα-Κλοπ γύρω από διαφορετικές εκδοχές του επιθετικού ποδοσφαίρου (positional play / gegenpressing) και, στην αρμονική συγχώνευση των δύο αυτών επιθετικογενών αντιλήψεων, η αδιανόητη ματσάρα Παρί Σεν Ζερμέν-Μπάγερν 5-4. Αναλυτικά, ο πρώην άσος της Ρεάλ Μαδρίτης και της εθνικής Αργεντινής είχε γράψει τα εξής στη δημοφιλέστερη μαδριλένικη εφημερίδα Marca, «Το ποδόσφαιρο χαρακτηρίζεται από υποκειμενικό συναίσθημα, από το να σε υποβάλει— και, πράγματι, σε αυτό το στοιχείο το Anfield είναι ανίκητο.
Αν λοιπόν βάλεις ένα σκατό πάνω σε ένα ξύλο στη μέση αυτού του παθιασμένου, τρελού γηπέδου θα βρεθούν άνθρωποι να σου πουν ότι είναι έργο τέχνης.
Δεν είναι όμως, είναι μονάχα ένα σκατό πάνω σε ένα ξύλο. Η Τσέλσι και η Λίβερπουλ είναι το πιο ξεκάθαρο, το πιο ακραίο παράδειγμα της κατεύθυνσης που παίρνει το ποδόσφαιρο: πολύ έντονο, πολύ συλλογικό, πολύ τακτικό, πολύ σωματικό και πολύ άμεσο.
Μια κοντινή πάσα; Όχιιι.
Μια προσποίηση; Όχιιι.
Μια αλλαγή ρυθμού; Όχιιι.
Ένα ένα-δύο; Ένα “τούνελ”; Ένα τακουνάκι; Μην είστε γελοίοι.
Τίποτα από αυτά.
Ο ακραίος έλεγχος και η σοβαρότητα με την οποία έπαιξαν και οι δύο ομάδες στον ημιτελικό εξουδετέρωσαν κάθε δημιουργική ελευθερία, κάθε στιγμή εκλεπτυσμένης δεξιοτεχνίας.
Αν ο Didier Drogba ήταν ο καλύτερος παίκτης στο πρώτο ματς, ήταν καθαρά επειδή έτρεξε πιο γρήγορα, πήδηξε πιο ψηλά και συγκρούστηκε πιο δυνατά.
Τέτοια ακραία ένταση εξαφανίζει το ταλέντο, αφήνοντας ακόμη και έναν παίκτη της κλάσης του Joe Cole αποπροσανατολισμένο.
Αν το ποδόσφαιρο πηγαίνει προς την κατεύθυνση που το οδηγούν η Τσέλσι και η Λίβερπουλ, καλύτερα να ετοιμαστούμε να αποχαιρετήσουμε κάθε έκφραση ευφυΐας και ταλέντου που απολαμβάναμε εδώ και έναν αιώνα. Ο Μπενίτεθ και ο Μουρίνιο είναι υπεύθυνοι για αυτή την παρακμή της δημιουργικότητας.
Οι ζωές τους έχουν διασταυρωθεί σε έναν κόσμο που παρακολουθείται και εκτίθεται όλο και περισσότερο από τα μέσα ενημέρωσης, γι’ αυτό και κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με τόση δυσπιστία, όμως έχουν δύο πολύ κοινά στοιχεία: μια παλιά, ανεκπλήρωτη δίψα για δόξα και μια επιθυμία να έχουν τα πάντα υπό έλεγχο.
Και τα δύο αυτά έχουν τις ρίζες τους σε μια βασική αιτία: ούτε ο Μουρίνιο ούτε ο Μπενίτεθ κατάφεραν να διακριθούν ως ποδοσφαιριστές.
Αυτό τους έκανε να διοχετεύσουν όλη τη ματαιοδοξία τους στην προπονητική.
Όσοι δεν είχαν το ταλέντο να πετύχουν ως παίκτες, δεν πιστεύουν στο ταλέντο των παικτών• δεν πιστεύουν στην ικανότητα του αυτοσχεδιασμού για να κερδίζονται οι αγώνες.
Με λίγα λόγια, ο Μπενίτεθ και ο Μουρίνιο είναι ακριβώς το είδος των προπονητών που ο Μπενίτεθ και ο Μουρίνιο θα χρειάζονταν για να καταφέρουν να γίνουν ποδοσφαιριστές».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους