Η Άλμη Το όνομά της είχε ξεβάψει. Όχι από χρόνια — από κύματα. Στεκόταν στα μαύρα δόντια της στεριάς, εκεί όπου η γη ξεχνούσε πως ήταν γη και γινόταν πληγή. Ξυπόλητη. Το λινό φόρεμα, βαρύ από αρμύρα...
Η Άλμη Το όνομά της είχε ξεβάψει. Όχι από χρόνια — από κύματα.
Στεκόταν στα μαύρα δόντια της στεριάς, εκεί όπου η γη ξεχνούσε πως ήταν γη και γινόταν πληγή. Ξυπόλητη.
Το λινό φόρεμα, βαρύ από αρμύρα, δεν ανέμιζε.
Κόλλησε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα, σαν μνήμη.
Ανάμεσα στα δάχτυλά της, ένα βότσαλο.
Γαλακτερό, τυφλό.
Δεν είχε ιστορία.
Την είχε χάσει σε χίλια χάδια της θάλασσας.
Εκείνη όμως το κρατούσε σαν να κρατούσε σφυγμό.
Ο φάρος.
Πίσω της, πάνω στον γκρεμό, ανάσαινε.
Έξι δευτερόλεπτα σκοτάδι, ένα φως.
Έξι δευτερόλεπτα σκοτάδι, ένα φως.
Μετρονόμος για ναυάγια.
Της έμαθε να μετράει.
Όχι τα χρόνια.
Τις απουσίες.
Η θάλασσα μπροστά της δεν ήταν νερό.
Ήταν στόμα.
Άνοιγε, κατάπινε, ρουφούσε τον ουρανό.
Τα σύννεφα έγλειφαν τα βουνά, βαριά, έγκυα βροχή.
Δεν θα βρεχόταν.
Είχε ήδη βραχεί από μέσα.
Ήρθε για να μιλήσει.
Όχι στον φάρο.
Όχι στη θάλασσα.
Στον αδερφό της.
Εκείνον που τον κατάπιε το Ιόνιο ένα Νοέμβρη.
Δεν άφησε σώμα.
Άφησε μόνο αυτό.
Το βότσαλο.
Το βρήκαν στην τσέπη του τσαλακωμένου πουκαμίσου που ξέβρασε το κύμα. «Οι άνθρωποι», της έλεγε μικρός, «είναι σαν τα βότσαλα.
Η ζωή μας λειαίνει.
Μας παίρνει τις γωνίες.
Στο τέλος γινόμαστε ήσυχοι.
Ή γινόμαστε άμμος.» Εκείνος δεν έγινε ήσυχος.
Έγινε αφρός.
Τώρα μετράει.
Τα κύματα που σπάνε στα πόδια της είναι γλώσσα.
Μια γλώσσα που έμαθε να ακούει.
Το κάθε σκάσιμο ένα σύμφωνο.
Το κάθε τράβηγμα ένα φωνήεν. Μείνε. Φύγε. Ξέχασε. Θυμήσου.
Τα πόδια της αιμορραγούν.
Οι πέτρες είναι μαχαίρια.
Δεν πονάει.
Ο πόνος είναι πατρίδα.
Όποιος δεν πόνεσε, δεν κατοίκησε ποτέ το σώμα του.
Σηκώνει το βότσαλο στο ύψος της καρδιάς.
Είναι κρύο.
Είναι ελαφρύ.
Όσο ένα «για πάντα». Όσο ένα «ποτέ ξανά». Ο φάρος ξανασπέρνει φως.
Για μια στιγμή, ο γκρεμός απέναντι φωτίζεται.
Βλέπει τη σκιά της να απλώνεται τεράστια, μαύρη, πάνω στο νερό.
Δεν είναι γυναίκα.
Είναι ερωτηματικό.
Κλείνει τα μάτια.
Δεν προσεύχεται.
Οι προσευχές είναι για τους στεριανούς.
Αυτή έγινε νησιώτισσα μέσα σε μια νύχτα.
Ανοίγει τα δάχτυλα.
Το βότσαλο δεν πέφτει. Παραδίδεται.
Δεν ακούγεται πλατσούρισμα.
Η θάλασσα το δέχεται όπως η μάνα δέχεται το παιδί που επιστρέφει. Αθόρυβα. Ολόκληρο.
Το βάρος από τα χέρια της φεύγει.
Το βάρος από μέσα της, όχι.
Αυτό θα το κουβαλήσει.
Γιατί μερικά φορτία δεν τα πετάς.
Τα βαφτίζεις εσένα. Γυρίζει.
Τα βήματα πάνω στις πέτρες γράφουν τον πρώτο στίχο μιας ζωής χωρίς υπότιτλο. Πονάει.
Μα είναι πόνος που περπατάει. Κι ό,τι περπατάει, ζει. Πίσω της, το φως ξαναχάνεται. Έξι δευτερόλεπτα σκοτάδι. Μέσα της, ένα
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους