[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο Κάμπος του Ενός Θεσσαλικός Κάμπος, Ο κάμπος ήταν τσιφλίκι. Η γη ενός. Οι άνθρωποι πολλοί. Δουλειά για μεροκάματο. Ψωμί δεν έφτανε. Αξιοπρέπεια δεν υπήρχε. Ο Ένας Τον λέγανε «Κύριο Κώστα». Δεν είχε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο Κάμπος του Ενός Θεσσαλικός Κάμπος, Ο κάμπος ήταν τσιφλίκι. Η γη ενός.

Οι άνθρωποι πολλοί.

Δουλειά για μεροκάματο.

Ψωμί δεν έφτανε.

Αξιοπρέπεια δεν υπήρχε. Ο Ένας Τον λέγανε «Κύριο Κώστα». Δεν είχε επίθετο για μας.

Επίθετο έχουν οι άνθρωποι.

Αυτός ήταν ο τσιφλικάς. 3.000 στρέμματα βαμβάκι.

Σπίτι με κολόνες.

Δύο τρακτέρ.

Και ένα τεφτέρι.

Στο τεφτέρι έγραφε ονόματα.

Δικά μας. «Ο Μήτσος χρωστάει 500 δραχμές από πέρσι.

Θα δουλέψει φέτος τζάμπα.» «Η χήρα η Λένη έχει 4 παιδιά.

Να μου στείλει την μεγάλη να υπηρετήσει.» «Ο Θανάσης μίλησε.

Κόφ’ του το μεροκάματο.» Οι Πολλοί Εμείς.

Εκατό οικογένειες στο χωριό Καλύβια.

Ούτε ένα στρέμμα δικό μας.

Το πρωί, 5 η ώρα, η καμπάνα δεν χτύπαγε για εκκλησία.

Χτύπαγε για δουλειά.

Πατεράδες, μάνες, παιδιά 10 χρονών.

Όλοι στον κάμπο.

Μεροκάματο: 25 δραχμές.

Ένα κιλό λάδι: 30 δραχμές.

Ένα ζευγάρι παπούτσια: 200 δραχμές.

Κάνε τα μαθηματικά.

Δεν βγαίνουν.

Η μάνα ζύμωνε κάθε Σάββατο.

Αλεύρι δανεικό απ’ τον μπακάλη. «Γράφ’ τα, Όταν πληρωθούμε.» Δεν πληρωνόμασταν ποτέ.

Το ψωμί ήταν 7 καρβέλια για 9 άτομα.

Ο πατέρας έκοβε φέτες με τον χάρακα. «Εσύ δούλεψες σήμερα.

Παίρνεις διπλή.» Ο μικρός έκλαιγε. «Πεινάω.» «Νερό», έλεγε η μάνα. «Το νερό γεμίζει την κοιλιά.» Τα βράδια ακούγαμε τα στομάχια μας.

Γουργούριζαν σαν σκυλιά. Η Αξιοπρέπεια Πού να την βάλεις την αξιοπρέπεια; Σε ποια τσέπη; Ο Θωμάς ζήτησε αύξηση. «Κύριε Κώστα, 30 δραχμές.

Δεν βγαίνουμε.» Ο Κύριος Κώστας γέλασε. «Αν δεν σου αρέσει, έχει κι αλλού πορτοκαλιές.» Δεν είχε.

Μόνο κάμπος.

Μόνο αυτός.

Την άλλη μέρα ο Θωμάς δεν είχε δουλειά.

Σε μια βδομάδα τα παιδιά του ζητιάνευαν στον δρόμο. Η Μαρίκα, 16 χρονών. Όμορφη.

Ο τσιφλικάς την είδε στο πηγάδι. «Να έρθει να βοηθάει την κυρία στο σπίτι.» Πήγε.

Γύρισε 3 μήνες μετά με κοιλιά.

Ο πατέρας της δεν μίλησε.

Έσκυψε το κεφάλι.

Την πάντρεψε με τον μπάρμπα-Λιά. 50 χρονών, χήρος, με 6 παιδιά. «Τουλάχιστον θα έχει ψωμί», είπε. Η Μαρίκα δεν ξαναμίλησε.

Εγώ; 12 χρονών.

Σχολείο μέχρι Τετάρτη δημοτικού.

Μετά χωράφι.

Ο δάσκαλος είπε στον πατέρα: «Είναι έξυπνος.

Να τον αφήσεις να τελειώσει.» Ο πατέρας απάντησε: «Με έξυπνος δεν χορταίνεις, δάσκαλε.

Με ψωμί χορταίνεις.» Δεν είχαμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ήρθε Αύγουστος του ’58. Το βαμβάκι ήταν έτοιμο.

Χιόνι άσπρο.

Και τότε έπιασε βροχή. 3 μέρες. Καταρράκτης.

Το βαμβάκι σάπισε.

Έγινε λάσπη. Ο Κύριος Κώστας βγήκε στο μπαλκόνι.

Μας κοίταξε από κάτω. «Δεν έχει μεροκάματα φέτος», είπε. «Η σοδειά χάθηκε. Ο Θεός δεν θέλησε.» Ο Θεός; Ο Θεός δεν είχε τεφτέρι.

Αυτός είχε.

Τι φάγαμε τον χειμώνα; Χόρτα. Χαρούπια.

Νερόβραστες πατάτες.

Πέθανε ο παππούς ο Αντρέας.

Από πείνα.

Ο γιατρός έγραψε «γεράματα». Πέθανε το μωρό της Βαγγελιώς.

Από πείνα.

Ο παπάς είπε «άγγελος». Οι άγγελοι δεν πεινάνε.

Εμείς πεινούσαμε. Τον Μάρτη ήρθε χαρτί απ’ τη Γερμανία.

Ζητάγανε εργάτες.

Ο αδερφός μου, ο Νίκος, 18 χρονών, πήρε το χαρτί. «Φεύγω», είπε στον πατέρα.

Ο πατέρας δεν μίλησε.

Του έδωσε 100 δραχμές.

Όλο το βιος μας.

Η μάνα του έπλεξε φανέλα. «Να μην κρυώνεις, παιδί μου.» Δεν τον ξαναείδαμε 10 χρόνια.

Μετά έφυγα εγώ.

Μετά ο ξάδερφος.

Μετά ο γιος του μπακάλη.

Το χωριό άδειασε. Ο Κάμπος Σήμερα Το σπίτι του Κύριου Κώστα ερείπιο.

Αυτός πέθανε το ’75. Τα παιδιά του στην Αθήνα.

Τα χωράφια τα πήρε η τράπεζα.

Το δικό μας σπίτι; Σκέτη πέτρα.

Η σκεπή έπεσε.

Μπήκα μέσα.

Βρήκα στο πάτωμα το τετράδιο της Τετάρτης δημοτικού. «Έκθεσις: Τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω.» Είχα γράψει: «Δάσκαλος». Γέλασα.

Μετά έκλαψα.

Βγήκα έξω.

Κοίταξα τον κάμπο. Άδειος.

Ξερός. «Σε ποιον έμεινες, κάμπε;» φώναξα.

Δεν απάντησε.

Γιατί ο κάμπος δεν μίλησε ποτέ.

Μιλούσε μόνο ο Ένας.

Και τώρα που πέθανε ο Ένας, έμεινε σιωπή.

Ο κάμπος ήταν τσιφλίκι.

Η γη ενός.

Τώρα η γη κανενός.

Οι άνθρωποι πολλοί.

Τώρα οι άνθρωποι πουθενά.

Δουλειά για μεροκάματο.

Τώρα δεν έχει ούτε μεροκάματο.

Ψωμί δεν έφτανε.

Τώρα περισσεύει.

Αλλά δεν έχει ποιος να το φάει.

Αξιοπρέπεια δεν υπήρχε.

Τώρα υπάρχει.

Αλλά είναι αργά για τον πατέρα μου, .ια τη Μαρίκα, για τον παππού τον Αντρέα.

Αυτή είναι η ιστορία του κάμπου. Δεν έχει ήρωες. Έχει μόνο χώμα. Και πείνα. Και μια βαλίτσα χαρτόνι που έφυγε για Γερμανία.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences