Σαν σήμερα, 5 Μαΐου 1981, πεθαίνει ο Μπόμπι Σαντς. 45 χρόνια από τον θάνατο του Ιρλανδού επαναστάτη απεργού πείνας, που έκανε το ίδιο του το σώμα πεδίο σύγκρουσης με τη βρετανική αποικιοκρατία. Σαν...
Σαν σήμερα, 5 Μαΐου 1981, πεθαίνει ο Μπόμπι Σαντς. 45 χρόνια από τον θάνατο του Ιρλανδού επαναστάτη απεργού πείνας, που έκανε το ίδιο του το σώμα πεδίο σύγκρουσης με τη βρετανική αποικιοκρατία.
Σαν σήμερα, 45 χρόνια πριν, στις 5 Μαΐου 1981, ο Μπόμπι Σαντς αφήνει την τελευταία του πνοή στη φυλακή Μέιζ, στα H-Blocks του Λονγκ Κες, στα 27 του χρόνια.
Είχε περάσει 66 ημέρες σε απεργία πείνας, διεκδικώντας μαζί με τους συντρόφους του να αναγνωριστούν ως πολιτικοί κρατούμενοι και όχι ως «κοινοί εγκληματίες», όπως απαιτούσε η βρετανική κυβέρνηση υπό την Θάτσερ και όριζε η σχετική νομοθεσία μέχρι το 1976 ( "Special Category Status"- "Καθεστώς Ειδικής Κατηγορίας). Ο θάνατός του ήταν πολιτικό έγκλημα με την υπογραφή του βρετανικού ιμπεριαλισμού, της αστικής τάξης και του κράτους της.
Ήταν η ωμή απόδειξη πως το αστικό κράτος, όταν απειλείται η κυριαρχία του, δεν διστάζει να αφήσει έναν φυλακισμένο και αργότερα και εκλεγμένο βουλευτή να πεθάνει, αρκεί να μην υποχωρήσει ούτε βήμα από το δόγμα της εξουσίας του. Ο Ρόμπερτ Γκέραρντ Σαντς γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1954 στο Μπέλφαστ, σε μια Βόρεια Ιρλανδία σημαδεμένη από τη βρετανική κατοχή, τον θρησκευτικό διαχωρισμό, την ταξική καταπίεση και την κρατική βία.
Γέννημα της εργατικής τάξης, έζησε από παιδί την απειλή, την ταπείνωση, τη διαρκη τρομοκρατια απέναντι στους Καθολικούς και τους Ρεπουμπλικάνους.
Τον διαμορφωσε η ίδια η ύλη, τον διαμόρφωσε η ίδια η ζωή.
Η καταστολή έκανε εξ αρχής σαφές ποιος έχει την εξουσία, ποιος κρατά το γκλομπ, ποιος φτιάχνει τους νόμους και ποιος συνθλίβεται κάτω από αυτούς.
Ο ίδιος είχε γράψει πως ήταν «ένα αγόρι της εργατικής τάξης» , και πως η καταπίεση ήταν αυτή που του γέννησε το επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας.
Η ένταξή του στον Ιρλανδικό Ρεπουμπλικανικό Στρατό (Irish Republican Army-IRA) το 1972 δεν μπορεί να αποκοπεί από αυτές τις συνθήκες.
Ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας.
Tης βρετανικής κυριαρχίας πάνω στις έξι κομητείες, της θεσμικής διάκρισης, της φτώχειας, της αστυνομικής βίας και της άρνησης ενός λαού να ζει για πάντα γονατισμένος. Η Βρετανία ήθελε να παρουσιάσει το ιρλανδικό ζήτημα ως ζήτημα «τάξης και ασφάλειας». Πίσω όμως από τη βιτρίνα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στεκόταν ο παλιός μηχανισμός της αποικιοκρατίας.
Στρατός στους δρόμους, φυλακές, ειδικά δικαστήρια χωρίς ενόρκους, ανακρίσεις, βασανισμοί, συλλογική τιμωρία ολόκληρων κοινοτήτων.
Το πρόβλημα δεν ήταν η «παρανομία» των καταπιεσμένων.
Το πρόβλημα ήταν η κίβδηλη νομιμότητα των καταπιεστών.
Όταν ο Σαντς φυλακίστηκε για ακόμα μια φορά, το 1976 και οδηγήθηκε στα H-Blocks της φυλακής Maze, βρέθηκε μπροστά στη νέα στρατηγική του βρετανικού κράτους: την «εγκληματοποίηση» των Ρεπουμπλικάνων κρατουμένων.
Από εκείνη τη χρονιά η κυβέρνηση είχε καταργήσει το ειδικό καθεστώς, αρνούμενη να αναγνωρίσει τον πολιτικό χαρακτήρα της δράσης τους.
Ήθελε να τους ντύσει με τη στολή του κοινού ποινικού.
Να τους αφαιρέσει όχι μόνο δικαιώματα, αλλά και ταυτότητα.
Απέναντι σε αυτή τη βία γεννήθηκαν οι μεγάλες διαμαρτυρίες των φυλακών.
Πρώτα η "Blanket Protest", όταν οι κρατούμενοι αρνήθηκαν να φορέσουν τη στολή της υποταγής και τυλίχτηκαν με κουβέρτες.
Έπειτα η "Dirty Protest", όταν οι ίδιες οι άθλιες συνθήκες κράτησης μετατράπηκαν σε όπλο αποκάλυψης της βαρβαρότητας του κράτους.
Και τέλος, η απεργία πείνας του 1981.
Εκεί όπου το σώμα, στερημένο από κάθε άλλο μέσο, γίνεται το τελευταίο οδόφραγμα.
Τα αιτήματα των απεργών πείνας ήταν απλά.
Να μη φορούν στολή φυλακής, να μην κάνουν καταναγκαστική εργασία, να έχουν δικαίωμα σε επισκέψεις, αλληλογραφία, μόρφωση και συναναστροφή με τους συγκρατούμενούς τους.
Στην πραγματικότητα όμως το διακύβευμα ήταν βαθύτερο.
Ήταν η αναγνώριση πως ο αγώνας τους ήταν πολιτικός.
Και ακριβώς γι’ αυτό η Θάτσερ αρνήθηκε. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, η «σιδηρά κυρία» του βρετανικού κεφαλαίου, δεν στάθηκε αδιάλλακτη από προσωπικό πείσμα.
Υπερασπίστηκε μια ολόκληρη ταξική και ιμπεριαλιστική στρατηγική.
Η ίδια κυβέρνηση που χτυπούσε την εργατική τάξη στη Βρετανία, που προετοίμαζε τη σύγκρουση με τους ανθρακωρύχους και διέλυε κατακτήσεις δεκαετιών, ήταν η ίδια που άφηνε τους Ιρλανδούς απεργούς πείνας να πεθαίνουν ένας-ένας.
Είτε στο Μπέλφαστ είτε στις εργατουπόλεις της Βρετανίας, ο εχθρός είχε το ίδιο πρόσωπο: το κράτος του κεφαλαίου, οργανωμένο για να τσακίζει κάθε αντίσταση.
Στις 9 Απριλίου 1981, ενώ βρισκόταν στην τεσσαρακοστή ημέρα απεργία πείνας, ο Μπόμπι Σαντς εκλέχθηκε βουλευτής στην περιφέρεια Φέρμανα και Σάουθ Τάιροουν.
Η εκλογή του γκρέμισε το αφήγημα της βρετανικής κυβέρνησης πως οι κρατούμενοι ήταν απομονωμένοι «τρομοκράτες», χωρίς λαϊκό έρεισμα.
Ένας άνθρωπος που πέθαινε σε κελί εξελέγη από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους ως η φωνή τους.
Η κάλπη, την οποία τόσο εξυμνεί η αστική δημοκρατία όταν τη βολεύει, έγινε ξαφνικά ενοχλητική όταν ανέδειξε έναν φυλακισμένο επαναστάτη. Η Θάτσερ δεν υποχώρησε.
Στις 3 Μαΐου ο Σαντς έπεσε σε κώμα.
Στις 5 Μαΐου πέθανε.
Μαζί του όμως δεν πέθανε ο αγώνας.
Αντίθετα, ο θάνατός του έγινε κραυγή που πέρασε τα σύνορα της Ιρλανδίας.
Από τους δρόμους του Μπέλφαστ μέχρι τις λαϊκές γειτονιές σε κάθε γωνιά του κόσμου, το όνομά του έγινε σύμβολο ανυπακοής απέναντι στον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία.
Στην κηδεία του, πάνω από 100.000 άνθρωποι συνόδευσαν το φέρετρό του.
Δεν αποχαιρετούσαν απλώς έναν νεκρό.
Δήλωναν πως η Αποικιοκρατία και ο Ιμπεριαλισμός, μπορούν να νικηθούν και ότι στον τόπο του πρέπει να γίνει αφέντης ο λαός.
Δήλωναν πως όταν ο θάνατος συναντά τον αγώνα για ζωή, πως όταν η πάλη συναντά το δίκιο η αστική εξουσία τρέμει.
Μετά τον Σαντς, ακόμη εννέα Ιρλανδοί Ρεπουμπλικάνοι κρατούμενοι πέθαναν στην απεργία πείνας του 1981.
Ήταν οι Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O'Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee και Michael Divine.
Η θυσία τους αποκάλυψε διεθνώς το πραγματικό πρόσωπο της βρετανικής κυριαρχίας και ανάγκασε το κράτος να υποχωρήσει σε μεγάλο μέρος των αιτημάτων των φυλακισμένων. Ο Μπόμπι Σαντς ήταν παιδί της εργατικής τάξης, Ιρλανδός επαναστάτης, αντιιμπεριαλιστής και ως τέτοιος θα πρέπει να μνημονεύεται.
Ένας άνθρωπος που διάβαζε Κόνολι, Φανόν, Τσε, Τζορτζ Τζάκσον και καταλάβαινε πως η εθνική απελευθέρωση, αν δεν δεθεί με την κοινωνική απελευθέρωση, μένει μισή.
Σήμερα, 45 χρόνια μετά, η μνήμη του ανήκει στους λαούς που παλεύουν ενάντια στην κατοχή, στην αποικιοκρατία, στον ιμπεριαλισμό που αλλάζει προσωπεία αλλά όχι ουσία.
Ανήκει σε όσους ξέρουν πως η ιστορία δεν προχωρά με παρακάλια προς τους ισχυρούς, αλλά με σύγκρουση, οργάνωση, αντοχή και πίστη στη συντονισμένη δύναμη των καταπιεσμένων, όσων δεν έχουν να χάσουν τίποτα παραπάνω από τις αλυσίδες τους.
Έτσι, ο Μπόμπι Σαντς πέθανε, αλλά δεν νικήθηκε.
Γιατί νικημένος είναι εκείνος που αποδέχεται την αλυσίδα του σαν φυσικό νόμο.
Εκείνος που σωπαίνει μπροστά στον δυνάστη. Ο Σαντς δεν σώπασε.
Ακόμα και σήμερα, η φωνή του συναντά τον ταξικό, αντιιμπεριαλιστικό/αντιαπικιοκρατικό αγωνα σε κάθε γωνιά της γής.
Συναντά, την οργανωμένη πάλη του αδούλωτο παλαιστινιακού λαού για την απελευθέρωση του απέναντι στο κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ και τους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες ενάντια στις βάσεις του ΝΑΤΟ.
Συναντά τους αγώνες ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών και τις διεκδικήσεις για ανθρώπινες συνθήκες κράτησης στις φυλακές. "Τίποτα άλλο δεν φαίνεται να έχει σημασία εκτός από αυτή τη διαρκή υπενθύμιση στη σκέψη μου “ποτέ μην τα παρατάς”. Ανεξάρτητα από το πόσο κακό, πόσο μαύρο, πόσο οδυνηρό, πόσο σπαρακτικό (είναι), “ποτέ μην τα παρατάς”, “ποτέ μην απελπίζεσαι”, “μην χάνεις ποτέ την ελπίδα”. Άφησε τα καθάρματα να γελάνε μαζί σου όσο θέλουν, άφησέ τους να μειδιάζουν και να κοροϊδεύουν, άφησέ τους να επιμένουν στην ταπείνωση, τη βαρβαρότητα, τις στερήσεις, την εκδίκηση, τις μικροπρεπείς παρενοχλήσεις, άφησέ τους να γελάσουν τώρα, γιατί όλο αυτό δεν είναι πλέον σημαντικό ή άξιο απάντησης.
Δίνω την τελική απάντησή μου σε όλη αυτήν τη βάρβαρη απάνθρωπη θηριωδία του H-Block.
Όμως, σε αντίθεση με τους γέλωτες και τις ειρωνείες τους, το δικό μας γέλιο θα είναι η χαρά της νίκης και η χαρά του λαού, ενώ η εκδίκησή μας θα είναι η απελευθέρωση όλων και η τελική ήττα των καταπιεστών του παμπάλαιου έθνους μας..." Bobby Sands, Ημερολόγιο Φυλακής, Πέμπτη, 12 Μαρτίου 1981
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους