Καλλιτέχνης — Αυτός ο γάτος, Αγάθη, είναι του διαβόλου, πρέπει να απαλλαγείς επιτέλους! — η Δήμητρα, η αδερφή της, συνοφρυώθηκε με αηδία και κοίταζε τον μονόφθαλμο, πορτοκαλί γάτο που τριβόταν στα...
Καλλιτέχνης — Αυτός ο γάτος, Αγάθη, είναι του διαβόλου, πρέπει να απαλλαγείς επιτέλους! — η Δήμητρα, η αδερφή της, συνοφρυώθηκε με αηδία και κοίταζε τον μονόφθαλμο, πορτοκαλί γάτο που τριβόταν στα πόδια της Αγάθης. — Τι είναι αυτά που λες, Δήμητρα; — ξεφώνισε εκείνη τρομαγμένη. — Είναι ψυχή και πλάσμα κι αυτός, μην τον πετάς έτσι! — Πλάσμα είναι, σωστά! Καλύτερη λέξη δεν υπάρχει! Δεν νομίζεις, Αγάθη, ότι πήρε πολύ αέρα; Ο γάτος, λες και άκουσε τα λόγια της επισκέπτριας, ανασηκώθηκε στα πόδια του, λύγισε τη ράχη του και με βήματα αργά και πλαγιαστά άρχισε να επιτίθεται στη Δήμητρα που είχε μολύνει την ησυχία του σπιτιού. — Βλέπεις; — φώναξε θριαμβευτικά η Δήμητρα, δείχνοντας με το δάχτυλο τον γάτο, και αυτομάτως έκανε ένα βήμα πίσω. — Τι σου έλεγα; Η Αγάθη τον φώναξε ήρεμα: — Καλλιτέχνη μου… έλα εδώ, μην κάνεις έτσι, όλα εντάξει.
Ο γάτος γύρισε, την κοίταξε και αμέσως ηρέμησε.
Πλησίασε τα πόδια της, έσπρωξε ελαφρά την πληγωμένη της πλευρά με το σώμα του κι έκατσε δίπλα της, δηλώνοντας πως αν μη τι άλλο εκείνος φυλάει πάντα το σπίτι. — Αλητάμπουρας! — φρύαξε η Δήμητρα, αποφεύγοντας τον γάτο. — Κι εσύ τον λυπάσαι... — Τουλάχιστον κάποιος πρέπει να τον νοιάζεται... — αναστέναξε η Αγάθη. Ο Καλλιτέχνης είχε εμφανιστεί στο σπίτι της Αγάθης πριν τρία χρόνια, τότε που η ζωή της είχε μπει σε σκοτεινή καμπή.
Δεν είχε προλάβει να πει αντίο στον άντρα της, και αμέσως έφυγε απ’ τη ζωή και ο μονάκριβος γιος της.
Έμεινε ολομόναχη, με παρέα μόνο την αδελφή της και δυο-τρεις γνωστές, γιατί πραγματικές φίλες ποτέ δεν είχε κρατήσει.
Ήταν πάντα η Δήμητρα — η μεγάλη αδερφή.
Ελάχιστη η διαφορά στην ηλικία, αλλά πάντα οι γονείς υπενθύμιζαν: — Δήμητρα είναι η μεγάλη μας κόρη! Υπεύθυνη, της εμπιστεύεσαι τα πάντα, και πάντα θα κάνει αυτό που πρέπει! Και η Αγάθη μας, ο άγγελός μας... Η παρηγοριά της ψυχής μας, αλλ’ αφηρημένη, παιδί μου, μεγάλη συμφορά από τη διάσπαση! Έτσι μεγάλωσαν τα κορίτσια: η Δήμητρα άξια, όμορφη κι αστέρι, και η Αγάθη αδέξια αλλά λατρεμένη. — Δεν καταλαβαίνω γιατί σε επαινούν οι γονείς! — θύμωνε η Δήμητρα όταν η Αγάθη έφερνε ένα μπλοκάκι γεμάτο καλούς βαθμούς. — Να διαβάζεις είναι το φυσιολογικό! Τι σου αξίζει μπράβο; — Δεν είμαι τόσο έξυπνη όσο εσύ! Εσύ μόνο άριστα παίρνεις.
Εγώ... κάπως τα καταφέρνω, και έτσι κι αλλιώς χαίρονται που είμαι καλά. — Ναι, και μ' όλα αυτά, εσένα παινεύουν! — φούσκωνε η Δήμητρα από θυμό κι η Αγάθη κρατούσε το χαμόγελό της κρυπτόμενη να μην την ερεθίσει πιο πολύ. Η Δήμητρα τέλειωσε με άριστα το λύκειο κι έπιασε αμέσως το Πανεπιστήμιο και σχεδόν δεν πατούσε σπίτι. — Πώς πάει, Δήμητρα; — ρωτούσε η Αγάθη να μάθει κάτι από τη ζωή της αδερφής της. — Πάει, αλλά αργά! Να'χα παραπάνω ώρες τη μέρα! — Γιατί, στη μελέτη δεν φτάνουν; — αγχωνόταν η Αγάθη. — Ποια μελέτη; Δεν έχω προσωπική ζωή! Πού να γνωρίσω άνθρωπο να φτιαχτεί κανείς, αν κυνηγά το μέλλον και μια καριέρα σαν τη δαιμονισμένη; — Εμένα δε μου'ρθε στο μυαλό… — Πότε σκέφτηκες και τι σκέφτηκες, μικρή; — γελούσε με δυσμένεια η Δήμητρα, χωρίς να νοιάζεται αν οι λέξεις της πληγώνουν. — Αυτά είναι για μεγάλες! Δεν είναι για σένα! Η Αγάθη άφηνε τη συζήτηση κι έκρυβε την πληγή εσωτερικά, αλλά πάντα χαιρόταν σαν πέτυχε κάτι η Δήμητρα.
Γιατί το αστέρι πρέπει να λάμψει — αυτή ήταν η θέληση των γονιών και του κόσμου. Η Αγάθη αρκούνταν στο να χαίρεται με το φως της.
Ως τότε που η Δήμητρα τέλειωσε το Πανεπιστήμιο, έμεινε μόνη.
Την φοβόντουσαν οι άντρες, με τον αυστηρό της χαρακτήρα και τη σκληρή γλώσσα.
Όσες φορές και να της έλεγε η μητέρα της να μαλακώσει κάπως, τίποτα δεν άλλαζε. — Μαμά, τι αηδίες είναι αυτές; Θέλεις να κάθομαι στη γωνία ήρεμη κι απλά να χαμογελώ σαν αγαλματάκι; Αυτά τα αφήνω στην Αγάθη! Δεν είναι το στιλ μου! — Κανένας δεν σου ζητά να αλλάξεις τον χαρακτήρα σου εξολοκλήρου, κορίτσι μου.
Λίγη γλύκα χρειάζεται, οι άντρες το προτιμούν. — Αχ, μαμά! Πού ξέρεις τι θέλει ο σύγχρονος νεαρός; Καιροί αλλάζουν... Η καταστροφή ήρθε όταν η Αγάθη, που πάντα της έλεγαν πως σπουδές δε χρειάζεται και καλύτερα να βρει μια δουλειά στα γρήγορα, έφερε στο σπίτι τον αρραβωνιαστικό της. — Γνωρίστε τον... τον Παναγιώτη! Ο Παναγιώτης τους κέρδισε όλους.
Ήταν όμορφος, έξυπνος, ταλαντούχος, δημοσιογράφος στην αρχή, που μόλις άρχιζε να κάνει όνομα στην τηλεόραση.
Μα πάνω απ’ όλα, ήταν τρελά ερωτευμένος με την Αγάθη.
Τόσο απλή και συνηθισμένη, όπως θεωρούσαν οι γονείς και η Δήμητρα, που σπούδαζε σ’ ένα απλό ΤΕΙ. Η Αγάθη πάντα αγαπούσε το ράψιμο και το όμορφο ντύσιμο.
Γι’ αυτό έγινε μοδίστρα — για να φτιάχνει ωραία ρούχα κι ευχαριστεί τους ανθρώπους. — Ραπτική διαλέγεις; — ταράχτηκε η Δήμητρα. — Δεν είμαι εγώ εσύ.
Μια φούστα ή μια μπλούζα ίσως δεν μπορεί να τη ράψει όποιος κι όποιος.
Θέλω να χαίρονται οι γύρω μου το όμορφο. — Σιγά το κατόρθωμα! Στο κεφάλι σου τα έχεις μπερδέψει… — Δεν ξέρω... Μα το φόρεμα που σου έραψα εσένα πιστεύω σου άρεσε πολύ. — Ποιανού άρεσε; — Σ’ εσένα! Σε μένα! Σε όλους! Θα πουν όλοι “Πόσο εντυπωσιακή!” Τι πιο ωραίο; — Ναι... άλλος θέλει να κατακτήσει τον κόσμο κι άλλη φτιάχνει φούστες.
Κι η Αγάθη, αν και δεν καταλάβαινε τι φταίει πάλι σ’ αυτήν, της έραβε πάντα ρούχα που η Δήμητρα φορούσε με χαρά, και με δόξα απολάμβανε τα σχόλια των γύρω.
Τα ρούχα της Αγάθης, μοναδικά.
Πολλοί ρωτούσαν την Δήμητρα πού τα βρήκε, αλλά αυτή ποτέ δεν αποκάλυπτε τη μοδίστρα της. — Μυστικό! — Άρα, εισαγόμενα… Τι βύσμα έχεις, Δήμητρα; — Δεν θα πω! Είναι μυστικό.
Και δεν είναι δικό μου! — απαντούσε με χαμόγελο-αίνιγμα, μα μέσα της καμάρωνε για την αδερφή της.
Το πέρασμα του Παναγιώτη στην αγκαλιά της Αγάθης, όμως, της φάνηκε χτύπημα.
Πώς γίνεται, αυτή χωρίς σπουδές, χωρίς ομορφιά, να παντρευτεί πριν από μένα; Δεν γίνεται! Στον γάμο της αδερφής της, η Δήμητρα σαν πέτρα.
Οι κουμπάροι κι οι φίλοι δεν καταλάβαιναν τι της συμβαίνει. Η Αγάθη, με το νυφικό που είχε φτιάξει η ίδια, πρώτη φορά έλαμψε τόσο ώστε να την θαυμάσουν όλοι. — Ομορφιά! Και το παλικάρι ωραίος! Ας είναι, να ζήσουν ευτυχισμένοι! Για πρώτη φορά η Δήμητρα ένιωσε τη ζήλεια να της κατατρώει την ψυχή.
Η αδερφή με τον ωραίο γαμπρό, κι εκείνη μόνη.
Οι γονείς λατρεύουν την Αγάθη... τα εγγόνια, λέει, τα περιμένουν — κι αυτή; Δεν τη νοιάζεται κανείς. Η Αγάθη λάμπει, λες κι έχασε το φως της για να λάμψει η μικρή.
Δεν άντεξε όλο το γλέντι· έφυγε μόνη, και σαν λύκαινα έκλαιγε ως το πρωί σφιχταγκαλιάζοντας το μαξιλάρι της.
Μα μπροστά στη μητέρα, μπήκε σε τάξη. — Είσαι καλά, Δήμητρα; — Καλύτερα δε γίνεται! Η Δήμητρα παντρεύτηκε μετά από έξι μήνες.
Έναν άντρα μεγαλύτερο, λίγο φαλακρό, γεμάτο λίγο και εξυπνότατο.
Ήξερε από την αρχή τι ζητούσε η Δήμητρα: — Θα σου δώσω ό,τι θες.
Μα με συμφωνία.
Θα μου κάνεις ένα παιδί, ίσως δύο, θα φροντίζεις την καριέρα σου — θα κάνω ό,τι θες.
Οικιακή βοηθός, νταντά, σπίτι όλο στη διάθεσή σου.
Φτάνει να είσαι πιστή και να παρέχεις τάξη και ηρεμία σπίτι. Κατάλαβες; Με συνοπτικές διαδικασίες δέχτηκε.
Κι όμως, ο γάμος αυτός κράτησε σταθερός και καλός· όχι με τρυφερότητα σαν το σπίτι της Αγάθης, μα είχε ήρεμο αύριο.
Δώρισε γιο και κόρη, που μεγάλωσαν με νταντά, τα ωράρια όλα κανονισμένα απ’ τη Δήμητρα.
Η ανατροφή τους ήταν προγραμματισμένη, γιατί η Δήμητρα πάντα σε τρέξιμο: διδακτορικά, κοινωνικά, δουλειά, με κάθε εμφάνιση φρόντιζε να καλύπτει το μυστικό των ρούχων της. Η Αγάθη, πάλι, ξεκίνησε να ράβει κατ’ οίκον στη δύσκολη δεκαετία του ’90. Από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε η τέχνη της, οι πελάτισσες της την πρόσεχαν: — Μοδίστρα από τις λίγες! Και δεν πολυδέχεται καινούργιες! — Τόσο καλή; — Δεν θα πιστέψεις, δικό της είναι το ροζ φόρεμά μου! — Σίγουρα; Νόμιζα πως ήταν ακριβού σχεδιαστή! — Όλοι έτσι ξεκίνησαν! Θα ανέβει κι η Αγάθη! Μέσα στις πελάτισσές της, γυναίκες πολιτικών, επιχειρηματίες, μισή ΕΡΤ κι η Λυρική.
Μοναδικές κάθε φορά οι δημιουργίες, ώστε να μην συναντηθούν δυο ίδια ρούχα σε επίσημη εμφάνιση.
Με το καλό, άνοιξε ατελιέ, που έγινε και σαλόνι μόδας.
Εκεί μαζεύονταν για δουλειές ή για κουτσομπολιό, ή για να μπουν και να φύγουν απαρατήρητες. Η Δήμητρα της βρήκε τον χώρο σε παλιό νεοκλασσικό, πλήρωσε τα έξοδα εξοπλισμού, έδωσε επιτόκιο μικρό δάνειο, και της είπε να μην αγχώνεται: — Θα τα βρούμε στα λεφτά! Η Δήμητρα ήθελε η Αγάθη να πατήσει γερά.
Με τις τύψεις για τη ζήλεια της, ένιωθε ότι φταίει που το φως της Αγάθης είχε σβήσει.
Έβλεπε τα δυνατά παιδιά της, και ήθελε να ουρλιάξει, γιατί ο πολυπόθητος Κωστής της Αγάθης γεννήθηκε άρρωστος.
Ένα “ηλιαχτίδα”, όπως άκουσε κάπου, και η Δήμητρα το υιοθέτησε: ο μικρός τον φώναζαν όλοι Ήλιο. — Ήλιέ μου! Ξέρω πόσο περίμενες να σε δω! — έλεγε χαμογελαστά κάθε φορά που τον συναντούσε.
Ο μικρός της Αγάθης τη δέχτηκε με αγκαλιές — ενώ σ' άλλους πάντα κρατούσε απόσταση. — Δήμητρα, αγαπάς τον Κωστή μου πιο πολύ απ’ τα δικά σου! — χάζευε η Αγάθη.
Αλλά η πραγματικότητα ήταν δύσκολη· η Αγάθη μόνο ήθελε να το πιστεύει για να νιώθει λιγότερες τις πληγές. Η Δήμητρα βρήκε νταντά, βοήθησε το ατελιέ να οργανωθεί. — Αγάθη, έχεις ανάγκη τη δουλειά σου! Ο Παναγιώτης όλο ταξιδεύει, σε χρειάζεται να μην είσαι μόνη. — Δεν γίνεται, Δήμητρα, έχω τον Κωστή. — Έχεις μεγάλο χώρο! Φτιάξε παιδικό δωμάτιο εκεί.
Θα βρω και προσωπικό.
Βάλε νταντά, ρύθμισέ τα όλα έως έχεις τον Κωστή κοντά σου και τη δουλειά σου. — Αν δεν ήσουν εσύ... — Για αυτό είναι η αδελφή! Άντε, μην το ξανασυζητάμε! Έτσι κυλούσε η ζωή. Η Δήμητρα φρόντιζε την υγεία της Αγάθης και του ανιψιού.
Έβρισκε γιατρούς και ελπίδες. Ο Κωστής μεγάλωνε με προβλήματα: καρδούλα αδύναμη, οργανισμοί μισοί. — Τι έκανα λάθος και μου έτυχε έτσι το παιδί; — έκλαιγε η Αγάθη μοναχικά στη Δήμητρα. — Κανένα λάθος, ψυχή μου! Δεν φταίς! Η μοίρα αυτή ήθελε να σε δοκιμάσει.
Εγώ θα φέρω καινούργιο νευρολόγο· λένε εγκάρδιος.
Έλα, σταμάτα τα δάκρυα, πάμε να τον δούμε... Ο άντρας της Δήμητρας καταλάβαινε τη φροντίδα της για τον μικρό. — Κρίμα που δεν μπορεί να γίνει κάτι.
Ό,τι χρειαστείς, πες μου.
Αυτή η σιγή σιγουριά που της έλεγε, άξιζε τα πάντα για τη Δήμητρα.
Η αγάπη που ένιωσε δεν ήταν νεανική και φλογερή, μα ώριμη και στέρεη.
Τα δικά της παιδιά μεγάλωναν, οι γονείς άσπρισαν, αλλά ανάμεσα στις αδερφές δεν υπήρχε πια ζήλια ή παράπονο.
Σε ποιον θα εκμυστηρευόσουν, αν όχι στην αδερφή σου; Και η Αγάθη βοήθησε τη Δήμητρα.
Όταν ο άντρας της βρέθηκε σε δύσκολη θέση στη δουλειά, η ίδια η Αγάθη ζήτησε από τον Παναγιώτη να βοηθήσει.
Το ρεπορτάζ κράτησε χρόνια, σχεδόν στοίχισε τη ζωή του Παναγιώτη, αλλά τελικά βγήκε η αλήθεια. Η Δήμητρα είπε: — Δεν ξέρεις, Αγάθη, τι κάνατε για μένα! Σας το ορκίζομαι, όσο ζω, δε θα λείψει τπτ στη δική σου οικογένεια! Κρατούσε το λόγο της η Δήμητρα — πάντα δίπλα, όταν ο Παναγιώτης αρρώστησε κι άρχισε να καταρρέει. Η Αγάθη, στήριγμα στηριγμένο, θρηνούσε μόνο κρυφά στους ώμους της αδερφής της: — Γιατί; Ήταν ακόμα νέος! Στα δύσκολα η Δήμητρα ήταν βράχος.
Κι ήταν εκεί κι όταν ο Ήλιος της, ο Κωστής, έφυγε για πάντα.
Οι δυο αδερφές κρατημένες γερά, δεν έβγαλαν δάκρυ μπροστά στους γιατρούς· μόνο όταν βγήκαν μαζί απ’την κλινική, περπάτησαν αγκαλιασμένες όλη την πόλη, δίχως λόγια. — Το κίτρινο μπλουζάκι και τα κόκκινα αθλητικά... — Ναι... Δεν χρειάζονταν πολλά λόγια… Μετά την απώλεια, η Αγάθη βυθίστηκε.
Δούλευε μηχανικά, σχεδόν όλα τα φόρτωσε στις υπαλλήλους.
Άλλο δεν άντεχε και στα σκίτσα έμενε η μολυβιά στη μέση. — Αγάθη... — Λίγο ακόμα, αδερφή μου... Θα ξεκουραστώ λίγο... — Δεν είναι ζωή αυτή! — πήγαινε να κλάψει η Δήμητρα. — Τώρα πάει, δεν έχει σημασία πια... — απαντούσε με πικρό χαμόγελο η Αγάθη.
Η ανατροπή ήρθε εκείνη τη μέρα που εμφανίστηκε ένας γάτος στο ατελιέ.
Από πού ήρθε ο ταλαιπωρημένος, βρώμικος, με σκισμένο αυτί; Κανείς δεν ήξερε, σ’εκείνον τον πολυσύχναστο δρόμο μόνο γάτες δεν συναντούσες συχνά.
Τον έδιωχναν, μα αυτός ξάπλωσε στο σκαλοπάτι, κρέμασε τα πόδια και το κεφάλι κάτω και έκανε τον… ξεθεωμένο.
Έτσι τον βρήκε η Αγάθη που άργησε να φτάσει εκείνη τη μέρα. — Τι είναι αυτό εδώ; — ρώτησε τις κοπέλες, κοιτώντας τον, γεμάτη απορία. — Γάτος, κυρία Αγάθη! Ήρθε, τα'ριξε όλα κάτω και δεν ξεκουμπίζεται! — Είναι ζωντανός ή πεθαμένος; — ρώτησε ακουμπώντας δειλά το παπούτσι στον γάτο.
Ο γάτος μισάνοιξε το μάτι, αναστέναξε λες σαν άνθρωπος και έβγαλε τη γλώσσα: “Τι μου κάνετε, κακοί άνθρωποι; Πεθαίνω, σας λέω! Δεν θα μείνει και μνήμη, όνομα ούτε έχω, πεινάω εδώ και βδομάδες! Μηδέν ανθρωπιά...” Για πρώτη φορά, χαμογέλασε η Αγάθη. — Τι Καλλιτέχνης! Κορίτσια, δείτε παράσταση! Στανισλάβσκι θα ζήλευε! Εντάξει, έλα! Θα έχεις φαγητό και χάδι! Τον πήρε, τον έσκαψε με το μάτι, κουνούσε το κεφάλι: — Πρώτα στον κτηνίατρο! Το αυτί σου δε μου αρέσει καθόλου... Ο γάτος δίχως διαμαρτυρία πήγε μαζί της στη Λεωφόρο Συγγρού, κάθισε μέσα στο αυτοκίνητο υπομονετικά και δεν φώναξε παρά μόνο μία φορά όταν η ένεση τον πόνεσε αβάσταχτα.
Έφαγε τον πατέ με μεγαλοπρέπεια και πήρε αξιοπρεπώς το δρόμο προς το σπίτι της. — Δεν είχα ποτέ γάτο, Καλλιτέχνη.
Πώς θα συνεννοηθούμε εμείς οι δύο; Ο γάτος κοιτούσε με βλέμμα της Σφίγγας τους περαστικούς, κι η Αγάθη ξαναχαμογέλασε. — Εντάξει.
Θα το παλέψουμε.
Να δούμε μόνο αν σε εγκρίνει και η Δήμητρα… Η Δήμητρα φυσικά και δεν ενέκρινε τον Καλλιτέχνη! Μόνο επιφανειακά όμως.
Τον έδιωχνε, έκανε παράπονα, μα έβλεπε με ανακούφιση τη σπίθα που ξανάρχισε να λάμπει στα μάτια της Αγάθης.
Είχε και πάλι λόγο να νοιάζεται, να νοιάζεται για κάτι. — Σε κοιτάζει παράξενα ο γάτος σου, Αγάθη! — Ας με κοιτά! Κανείς δε με κοίταξε έτσι εδώ και χρόνια! — Πώς δηλαδή; — Με αγάπη! — Μη σκας, είναι ψεύτικος! Σε κοροϊδεύει! — Δεν πειράζει! Τουλάχιστον με ζεσταίνει τα βράδια στα πόδια και βλέπει ταινίες μαζί μου.
Πιο προσεκτικά δεν έχω ξαναδεί γάτο να κοιτά σινεμά! — Φταίει το όνομα που του έδωσες! Καλλιτέχνη! Δεν τον είπες Μάρκο, Φρίξο, κάτι απλό; — Του πάει... — γελούσε η Αγάθη, κι η καρδιά της Δήμητρας γλύκαινε.
Η αδερφή της χαμογελούσε ξανά! Για αυτό, η Δήμητρα ήταν έτοιμη να του συγχωρέσει τα πάντα.
Μα τον αποδέχτηκε εντελώς όταν λίγο έλειψε να χάσει την Αγάθη. Ήταν Σάββατο.
Δεν είχαν πει να συναντηθούν, αλλά βρέθηκε κοντά στο ατελιέ και είπε να μπει να δει αν δουλεύει η αδερφή της αργά — από τότε που είχε τον Καλλιτέχνη, είχε όρεξη ξανά για δουλειά, τα ρούχα της πάλι περίφημα.
Άνοιξε με τα κλειδιά τη πόρτα. — Αγάθη! Ήρθα! Μια πορτοκαλί αστραπή έπεσε στα πόδια της, και η Δήμητρα ούρλιαξε: ο Καλλιτέχνης γραπώθηκε πάνω στη γάμπα της. — Τρελάθηκες, Καλλιτέχνη; Τι κάνεις! Ο γάτος φαινόταν παράξενος.
Τα μάτια του γυάλιζαν. Η Δήμητρα οπισθοχώρησε.
Ύστερα ο Καλλιτέχνης άρχισε να νιαουρίζει περίεργα, σα να της έλεγε να τον ακολουθήσει σε μια πόρτα που οδηγούσε στο παλιό δωμάτιο του μικρού Κωστή, που η Αγάθη δεν είχε αλλάξει ποτέ. — Εκεί; Πού είναι η αδερφή μου; Άνοιξε την πόρτα, ξέχασε τον γάτο και είδε την Αγάθη στο πάτωμα, με σφιγμένη στο χέρι τη φωτογραφία του παιδιού της. — Αγάθη! Ασθενοφόρο, νοσοκομείο, μια μέρα στην εντατική… Η Δήμητρα πήγαινε πάνω κάτω, προσευχόταν δίχως να ξέρει πώς: — Μη μου την πάρεις! Άφησέ την μου! Ας ζήσει... Έμαθε μετά ότι κι ο Καλλιτέχνης ούρλιαζε στο ατελιέ όπου τον είχαν κλείσει τα κορίτσια, με έναν ήχο που μόνο όταν καλούσε την Αγάθη είχε ξαναβγάλει.
Και μόλις εκείνη συνήλθε, ο γάτος ηρέμησε κι έπινε μόνο νερό.
Όταν βγήκε μετά από τρεις βδομάδες η Αγάθη, απαίτησε πρώτα να πάει στο ατελιέ. —… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους