[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Στο σχολείο με τραβούσαν συνέχεια σε κάτι μαθητικούς διαγωνισμούς. Μια μέρα με έστειλαν σε έναν διαγωνισμό Χημείας. Το εξέλαβα ως αναγνώριση των πνευματικών μου ικανοτήτων. Όταν το έμαθε η μητέρα μου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Στο σχολείο με τραβούσαν συνέχεια σε κάτι μαθητικούς διαγωνισμούς. Μια μέρα με έστειλαν σε έναν διαγωνισμό Χημείας.

Το εξέλαβα ως αναγνώριση των πνευματικών μου ικανοτήτων.

Όταν το έμαθε η μητέρα μου – χημικός, που πριν γνωρίσει τον πατέρα μου είχε ένα παλιό αρχοντικό επίθετο – αντέδρασε εντελώς λαϊκά.

Συνήθως γελά ευγενικά σαν ηρωΐδα μυθιστορήματος του Παπαδιαμάντη.

Εκείνη τη μέρα όμως, της έπεσε το τσάι και ξέσπασε σε γέλια.

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που είδα τη μητέρα μου να γελάει έτσι.

Ύστερα με έστειλαν σε έναν διαγωνισμό Φυσικής σε επίπεδο δήμου.

Και μετά κι άλλες φορές.

Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω ότι η διεύθυνση του σχολείου απλώς με “εξαφανίζει” συχνά, προσφέροντας στους υπόλοιπους συμμαθητές ευκαιρία για πραγματικό μάθημα.

Στον διαγωνισμό Βιολογίας δεν πήγα μόνος – μου κολλήσανε για παρέα τον Τόλη Κρυονά.

Κι αυτός ήξερε “πολλά” από βιολογία, όσο κι εγώ μπορούσα να ξεχωρίσω ελάφι από χελώνα από διακόσια μέτρα.

Η καθηγήτρια βιολογίας, μόλις έμαθε ποιοι θα μας εκπροσωπήσουν, παραλίγο να ξεκινήσει απεργία πείνας. “Τουλάχιστον θα λείπουν όλη μέρα!” την έπεισαν, προφανώς η διευθύντρια με τη βοηθό της.

Μας έβαλαν με τον Τόλη σε μια τεράστια αίθουσα με εξήντα άγνωστους μαθητές-βιολόγους.

Μας μοίρασαν από ένα μεγάλο δίφυλλο χαρτί.

Εκείνη την ώρα, στο βήμα, μιλούσε μια ενθουσιώδης κυρία με γυάλινο καρφίτσα στο ρούχο της, μεγάλης αξίας.

Ο λόγος της κλασικός: “Δεν είμαστε εδώ τυχαία, έχουμε μπροστά μας σπουδαία ζωή.

Όσοι τώρα αντιγράψετε, θα κουβαλάτε σακιά στη λαχαναγορά.” Βέβαια, και το επάγγελμα αυτό αξιοσέβαστο, πρόσθεσε.

Κοίταξα δίπλα μου, άγγιξα στον ώμο μια κοπέλα δεξιά.

Κοκκίνισε και χαμήλωσε τις βαμμένες βλεφαρίδες της.

Κι ύστερα όλοι άρχισαν να γράφουν με μανία.

Αυτό τρόμαξε τον Τόλη: — Ρε συ, κατάλαβες τι πρέπει να κάνουμε; Τι γράφουν όλοι; Εκείνος ήταν ακόμα πεπεισμένος ότι μας έφεραν για να μας κεράσουν λεμονάδα.

Εγώ, βλέποντας το φυλλάδιο, συνειδητοποίησα πως έπρεπε να συμπληρώσουμε απαντήσεις στα κενά.

Ενημέρωσα τον Τόλη.

Η κυρία με το καρφίτσα μου ζήτησε ήσυχα να μην ταράζομαι άλλο. — Πού είναι οι απαντήσεις; με ρώτησε ο Τόλης.

Η κυρία μας ρώτησε δήθεν τυχαία από ποιο σχολείο ήμασταν – δύο παιδιά με τέτοιο “ζήλο” για τη βιολογία.

Όποιος έχει περάσει από γραφείο της ασφάλειας, ξέρει πως σ' αυτά δεν χωρούν λάθη.

Της είπα ότι είμαστε από το 172ο.

Το σημείωσε στο δικό της χαρτί και στου Τόλη.

Μετά έγλυψε με μια σκέψη το σκελετό των γυαλιών της και κατέστρωσε σημειώσεις της. — Εμείς δεν είμαστε στο 175ο; μου ψιθύρισε ο Τόλης. — Σκάσε, του είπα. Ο Τόλης με κλώτσησε, αλλά βρήκε το πόδι της κοπέλας μπροστά μας.

Εκείνη γύρισε κεφάλι σαν κουκουβάγια, μας σκέφτηκε ακίνδυνους και μας ζήτησε να μην το ξανακάνουμε.

Θυμάμαι ακόμα τις φακίδες της. — Τι θες; της είπε αγενώς ο Τόλης. — Κάτσε εκεί, μη μας ενοχλείς.

Η κυρία έκανε στη μαθήτρια την τελευταία παρατήρηση και η κοπέλα δάκρυσε.

Για να την παρηγορήσει, η κυρία της είπε να στηριχθεί στις δυνάμεις της και τότε όλα θα βγουν όπως θέλει.

Είχε πειθώ: το κορίτσι σκούπισε τα δάκρυά της και όντως τα κατάφερε.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση, ανάμεσα στην προσπάθεια να θυμηθώ τις χρονιές του Καρόλου Λινναίου και στο να κλέβω ματιές από τη βαμμένη βλεφαρίδα της δεξιάς μου.

Ή τον Λινναίο ή τις βλεφαρίδες – και τα δύο μαζί έκαναν τον Λινναίο να μοιάζει με fashion icon, κάτι που δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. — Πόσα είδη ψαριών ζουν στην Πίνδο; με ρώτησε στα πεταχτά ο Τόλης. — Εννιακόσια δώδεκα, του απάντησα. — Σίγουρα; — Μ' αυτά δεν αστειεύεσαι.

Την απάντηση για τον Λινναίο την έγραψα τόσο κομψά που θα ταίριαζε ακόμα και σε βιογραφία της Ζωρζ Σαρή, αρκεί να μην εξεταζόμουν επί της ουσίας. “Πάμε σινεμά;” έγραψα σε χαρτάκι που διπλοδίπλωσα και πέταξα προς την κοπέλα με τις βλεφαρίδες.

Η απάντηση ήρθε άμεσα: “Έχω ήδη φίλο,” καλογραμμένο.

Θαύμασα αυτή τη γυναικεία αδυναμία να πουν “ναι” ευθέως.

Δεν σκόπευα να διαλύσω τη σχέση της — απλώς να της προσφέρω μία ακόμα φιλική.

Ήδη ήμουν φίλος με δύο κορίτσια, που ήταν και μεταξύ τους φίλες.

Τα αγόρια αυτών των κοριτσιών κοιμόντουσαν ήσυχα.

Το μόνο που ενοχλούνταν ήταν ο μπαμπάς μου που μετρούσε τα ευρώ που μου έδινε. “Είναι καλύτερος από μένα;” έγραψα. “Ναι,” απάντησε. “Τότε γιατί δεν είναι σ’ αυτό το διαγωνισμό;” Η κοπέλα σκέφτηκε.

Την καταλάβαινα απολύτως. — Την Πίνδο με τον Ειρηνικό δεν την μπέρδεψες; ρώτησε η κυρία, περνώντας για τρίτη φορά από δίπλα μας, ψάχνοντας ίχνος αντιγραφής.

Μόνο που πρέπει, έστω υποτυπωδώς, να ξέρεις το μάθημα για να αντιγράψεις.

Εμείς με τον Τόλη ήμασταν ακατάλληλοι γι’ αυτό. Ο Τόλης έμοιαζε με παιδί που θέλει ιατρική βοήθεια.

Μα αυτό ήταν το φυσικό του βλέμμα — μόνο που η κυρία δεν το ήξερε. — Τι θέλει τώρα αυτή με τους ωκεανούς; με ρώτησε εκνευρισμένος, κόβοντάς μου κάθε διάθεση για “τρελές” γνωριμίες.

Εδώ δεν έχει ούτε μία ερώτηση για ωκεανούς. “Ποιος-ποιος με τον Τζανί Μορέττι;” έγραψα στην κοπέλα. “Όχι!” απάντησε.

Και είχε ζωγραφίσει και χαμογελαστή φατσούλα με κοτσιδάκια και αυτιά.

Λάθος της.

Αυτιά με κοτσιδάκια με τράβηξαν περισσότερο κι από βλεφαρίδες.

Τα σημερινά emoji δεν έχουν αυτή τη γοητεία.

Είχα ήδη ψιλοπάθει, αλλά τότε άρχισε να με ενοχλεί εκ νέου ο φίλος βιολόγος. — Να σε ρωτήσω κάτι επιστημονικό – σοβαρό, μου λέει δασκαλίστικα. — Ποιο είναι το επίπεδο διαμόρφωσης της πρωτεΐνης κερατίνης που βρίσκεται στις τρίχες; Η κερατίνη είναι η απάντηση; Καμιά Μαρία που το έγραψε ήταν.

Η σκίουρος δεν έχει κόκκινο τρίχωμα; Επιβεβαίωσα.

Και πρόσθεσα: — Το χειμώνα γίνεται γκρι. Ο Τόλης το έγραψε: “Κόκκινο.

Το χειμώνα γίνεται γκρι.” Ήταν πάντα εύκολος σε κάθε παρέα.

Η κοπέλα με τις φακίδες σκύβει και μου ψιθυρίζει: “Άλφα-έλικα.” — Πού; ρωτάω σαστισμένος. — Το επίπεδο διαμόρφωσης, είναι άλφα-έλικα, εξηγεί και γυρνά αλλού.

Κοίταξα τα αυτιά της.

Κι αυτά τραβούσαν.

Σημείωσα γρήγορα την απάντηση, έκοψα ένα μικρό χαρτάκι και έγραψα “Πάμε σινεμά;”. Κάπου θα πετύχει... “Πάμε”, εμφανίστηκε πάνω στο θρανίο μου.

Μετά χτύπησε δεξιά: “Εντάξει, πάμε.” Αυτό ήταν υπαρξιακό αδιέξοδο.

Για να το ξεπεράσω, συνέχισα με την ερώτηση “Πώς λέγεται το μικρό του ρινόκερου;”. Είναι δύσκολο να γράφεις απαντήσεις, όταν δύο … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences