[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Διάβασα και εγώ το άρθρο του Αριστείδη Χατζή και μολονότι εκτιμώ ιδιαιτέρως τη συμβολή του στην ιστορία των θεσμών, εν προκειμένω θεωρώ ότι υπερβαίνει σε ορισμένα σημεία το στενό δικονομικό πλαίσιο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Διάβασα και εγώ το άρθρο του Αριστείδη Χατζή και μολονότι εκτιμώ ιδιαιτέρως τη συμβολή του στην ιστορία των θεσμών, εν προκειμένω θεωρώ ότι υπερβαίνει σε ορισμένα σημεία το στενό δικονομικό πλαίσιο, το οποίο είναι και το μόνο πρόσφορο αντικείμενο της παρούσας συζήτησης.

Γενικώς ειπωμένο, το βασικό μεθοδολογικό σφάλμα σε αυτού του τύπου τις αναλύσεις είναι ότι μετακινούν τη συζήτηση από το στενό δικονομικό ερώτημα στο ευρύτερο, πολιτικά εύφλεκτο, ερώτημα άν "η υπόθεση έπρεπε να ερευνηθεί περισσότερο". Το δεύτερο μπορεί να είναι απολύτως θεμιτό ως πολιτική θέση.

Το πρώτο, όμως, είναι το μόνο που είχε σημασία στο συγκεκριμένο στάδιο: άν, κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, είχαν ήδη αναφανεί νέα πραγματικά περιστατικά ή νέα στοιχεία που να δικαιολογούν την ανάσυρση αρχειοθετημένης δικογραφίας.

Η ανάσυρση γίνεται μόνον όταν υπάρχουν τέτοια νέα στοιχεία και αυτά δικαιολογούν, κατά την κρίση του εισαγγελέα, επανεξέταση της υπόθεσης.

Από αυτό ακολουθεί κάτι, το οποίο παραμερίζεται: η ανάσυρση δεν είναι ένα μέσο για να ψάξουμε μήπως βρούμε κάτι νέο.

Είναι μία εξαιρετική δικονομική δυνατότητα που προϋποθέτει ότι κάτι νέο έχει ήδη αναφανεί.

Με ένα απλό παράδειγμα: άν μιά υπόθεση έχει τεθεί στο αρχείο και αργότερα εμφανιστεί ένα αδημοσίευτο βίντεο, μιά νέα τεχνική πραγματογνωμοσύνη ή ένας αυτόπτης μάρτυρας που δεν υπήρχε πρίν, τότε υπάρχει δικονομική βάση για ν' ανασυρθεί.

Άν, αντιθέτως, αυτό που προκύπτει είναι μιά νέα ερμηνεία των παλαιών δεδομένων, εντονότερη καχυποψία ή ένας εκτενέστερος κατάλογος πραγμάτων που "θα έπρεπε να είχαν ψαχτεί", αυτό δεν αποτελεί νέο στοιχείο κατά την έννοια του ΚΠΔ.

Η επίκληση ότι "σε περίπτωση αμφιβολίας η πρακτική τείνει πρός τη διερεύνηση" ακούγεται εύλογη, αλλά δικονομικά είναι ελλιπής.

Στην αρχική φάση μιάς υπόθεσης, πράγματι, η έρευνα μπορεί να διευρύνεται όταν υπάρχουν ενδείξεις.

Στο στάδιο, όμως, της ανάσυρσης από το αρχείο, το ερώτημα δεν είναι άν υπάρχουν απορίες, αλλά άν υπάρχουν νέα δεδομένα επαρκούς αποδεικτικής αξίας.

Άν δεν γίνει αυτή η διάκριση, το αρχείο γίνεται ένα είδος προσωρινού καταψύκτη, από τον οποίο κάθε υπόθεση θα ανασύρεται όποτε αναζωπυρώνεται η δημόσια πίεση.

Εξίσου ελλιπής είναι και η θέση ότι η μη διερεύνηση απαιτεί πάντοτε "ισχυρότερη αιτιολόγηση" από τη διερεύνηση.

Αυτό ως γενική αρχή πολιτειακής ευπρέπειας μπορεί να έχει μιά γοητεία.

Ως κανόνας ποινικής δικονομίας, όμως, δεν είναι ακριβής.

Η αιτιολογία οφείλει να είναι επαρκής σε σχέση με το συγκεκριμένο δικονομικό ερώτημα.

Άν το ερώτημα είναι άν πληρούται το άρθρο 43 παρ. 6, η αιτιολογία δεν ελέγχεται με κριτήριο άν ικανοποιεί τη γενική κοινωνική δίψα για πλήρη διαλεύκανση, αλλά με κριτήριο άν εξηγεί γιατί τα επικαλούμενα δεδομένα δεν συνιστούν δικονομικά νέα στοιχεία.

Ο ανώτατος εισαγγελέας έκρινε αποκλειστικά αυτό: ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δεν είχαν εκείνη τη δικονομική ποιότητα που απαιτεί το άρθρο 43 παρ. 6. Βεβαίως κάθε πολίτης δικαιούται να κρίνει δικαστικές ή εισαγγελικές πράξεις χωρίς το προαπαιτούμενο να είναι νομικός.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε κριτική είναι νομικά σωστή.

Όπως κάθε πολίτης μπορεί να έχει μιά γνώμη για μιά ιατρική διάγνωση, χωρίς αυτό να καθιστά κάθε γνώμη ιατρικά ορθή, έτσι και στη νομική: το δικαίωμα του σχολιασμού δεν αίρει την ανάγκη μεθοδολογικής πειθαρχίας.

Η κριτική έχει βάρος μόνο όταν δείχνει με ακρίβεια ποιός κανόνας παρερμηνεύθηκε, ποιό πραγματικό περιστατικό παραλείφθηκε και γιατί η υπαγωγή είναι εσφαλμένη.

Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση ότι η επίκληση κινήτρων είναι λογική πλάνη.

Ναί, είναι πλάνη να απορρίπτεται ένας ισχυρισμός μόνο επειδή αυτός που τον κάνει είναι αντικυβερνητικός ή φιλοκυβερνητικός.

Από την άλλη, είναι εξίσου πλάνη να θεωρείται ότι η πολιτική καχυποψία επαρκεί ως δικονομικό κριτήριο.

Η καχυποψία μπορεί να εξηγεί γιατί κάποιος επιθυμεί αυξημένο έλεγχο.

Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά την απόδειξη.

Για παράδειγμα: το ότι δυσπιστώ πρός μιά κυβέρνηση μπορεί να με ωθεί να ζητώ μεγαλύτερη λογοδοσία.

Δεν με απαλλάσσει, όμως, από την ανάγκη να δείξω ποιό ακριβώς νέο στοιχείο προέκυψε και γιατί αυτό δικαιολογεί την ανάσυρση.

Ας έρθουμε τώρα στα τέσσερα σημεία που συνήθως προβάλλονται ως καταφανείς αδυναμίες του σκεπτικού.

Πρώτον, η περίπτωση της προπληρωμένης κάρτας και του λεγόμενου "κρεοπώλη". Ακόμη κι άν θεωρηθεί ότι η παραλαβή της κάρτας από συγκεκριμένο πρόσωπο συνιστά νεότερο πραγματικό περιστατικό, αυτό δεν απαντά στο κρίσιμο αποδεικτικό ζήτημα.

Άλλο να αποδεικνύεται ποιός παρέλαβε την κάρτα και άλλο να αποδεικνύεται ποιός ήταν ο πραγματικός τελικός χρήστης, ποιός έδινε οδηγίες, ποιός τη χρηματοδότησε, ποιός είχε τον επιχειρησιακό έλεγχο και πώς συνδέεται αυτό με τους δράστες.

Άν βρεθεί ότι κάποιος παρέλαβε ένα τηλέφωνο, δεν αποδεικνύεται μόνο από αυτό ότι έστειλε και τα επίμαχα μηνύματα ή ότι ενεργούσε για λογαριασμό του τελικού εντολέα.

Άρα η διαπίστωση ψευδούς αρχικής κατάθεσης ή η ανάδειξη νεότερης σχέσης με την κάρτα μπορεί να ενισχύει την υπόνοια, αλλά δεν οδηγεί αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι η ανάσυρση ήταν δικονομικά μονόδρομος.

Δεύτερον, το ζήτημα της πιθανής κατασκοπείας είς βάρος υψηλόβαθμων αξιωματούχων.

Εδώ συχνά υιοθετείται η συλλογιστική ότι αρκεί η ιδιότητα των στόχων για να θεμελιωθεί η ανάγκη νέας έρευνας περί κατασκοπείας.

Αυτό είναι υπεραπλούστευση.

Η ιδιότητα του παρακολουθούμενου προσώπου είναι αναμφίβολα μιά ένδειξη.

Δεν ταυτίζεται, όμως, με απόδειξη ότι όντως υπήρχε πρόσβαση σε κρατικά μυστικά, ότι αυτά αντλήθηκαν, ότι μεταβιβάστηκαν ή ότι περιήλθαν σε ξένο ή μη δικαιούμενο παραλήπτη.

Άν παρακολουθηθεί ένας στρατιωτικός, εγείρεται εύλογα το ερώτημα της κατασκοπείας.

Δεν αποδεικνύεται όμως κατασκοπεία άν δεν ξέρουμε τί ακριβώς υπήρχε στη συσκευή, άν αντλήθηκε, από ποιόν και για ποιόν σκοπό.

Αντίστροφα, η ύπαρξη στη λίστα και προσώπων χωρίς προφανή πρόσβαση σε κρατικά μυστικά δεν αποδεικνύει ότι η κατασκοπεία αποκλείεται.

Απλώς δυσχεραίνει τη μετάβαση από την ένδειξη στο ασφαλές συμπέρασμα.

Το σωστό δικονομικό συμπέρασμα, επομένως, δεν είναι ούτε ότι αποδείχθηκε κατασκοπεία ούτε ότι αποκλείεται.

Είναι ότι το αποδεικτικό χάσμα ανάμεσα στη σύνθεση της λίστας των στόχων και στο ειδικό αδίκημα της κατασκοπείας παραμένει μεγάλο και απαιτεί συγκεκριμένο αποδεικτικό υλικό.

Τρίτον, τα emails του Χρήστου Σπίρτζη.

Η τεχνική παρατήρηση που βασίζεται στη διάκριση IMAP/POP3 δεν είναι τόσο συντριπτική όσο παρουσιάζεται.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα το IMAP είναι ευρέως διαδεδομένο και συνήθως συγχρονίζει ενέργειες μεταξύ συσκευών, ενώ το POP3 λειτουργεί διαφορετικά.

Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει τί ίσχυε στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τη συγκεκριμένη συσκευή, τον συγκεκριμένο λογαριασμό, τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις και στον συγκεκριμένο χρόνο.

Μιά γενική τεχνική παρατήρηση δεν αποτελεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη.

Το ότι τα περισσότερα σύγχρονα αυτοκίνητα έχουν αισθητήρες φρεναρίσματος δεν αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο όχημα τους είχε ενεργούς κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

Χρειάζεται έλεγχος του συγκεκριμένου οχήματος.

Το ίδιο και εδώ: χωρίς πραγματογνωμοσύνη του συγκεκριμένου συστήματος, η βεβαιότητα περί του τί "σίγουρα" συνέβη είναι πρόωρη.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν έγινε έλεγχος του κινητού στα εγκληματολογικά εργαστήρια.

Πιθανές εξηγήσεις υπάρχουν, αλλά παραμένουν υποθέσεις.

Θα μπορούσε να είναι ότι η έρευνα περιορίστηκε στο σκέλος της παγίδευσης με Predator και δεν επεκτάθηκε στο σκέλος της εγκληματολογικής ανάκτησης περιεχομένου.

Θα μπορούσε να είναι ότι δεν υπήρχε πλέον διαθέσιμο το κατάλληλο πρωτογενές ψηφιακό υλικό.

Θα μπορούσε να είναι ότι ο εισαγγελέας θεώρησε ανεπαρκή τα υπάρχοντα δεδομένα για να προχωρήσει παραπέρα.

Άν έχει κάποια αξία η γνώμη μου, θεωρώ πιθανότερη την τρίτη εκδοχή.

Άν λείπει ο συνδετικός κρίκος η δικονομία σου απαγορεύει να προχωρήσεις στην επόμενη έρευνα.

Τέταρτον, η κατάθεση του υπαλλήλου της Intellexa για συνέχιση της δραστηριότητας πέραν του 2022.

Μιά νέα κατάθεση μπορεί, βεβαίως, να είναι σημαντική.

Αλλά η ποινική δικονομία δεν λειτουργεί με την λογική ότι "εμφανίστηκε νέα κατάθεση, άρα ανοίγει ξανά ολόκληρη η υπόθεση". Πρέπει να ελεγχθεί άν η κατάθεση αυτή είναι συγκεκριμένη, άν συνοδεύεται από έγγραφα, συναλλαγές, λογιστικά ή τεχνικά ίχνη, άν αφορά στον κρίσιμο χρόνο και άν έχει τέτοια αποδεικτική πυκνότητα ώστε να μεταβάλει ουσιωδώς το υπάρχον πόρισμα.

Άν ένας πρώην υπάλληλος πεί "η εταιρεία συνέχιζε να λειτουργεί", αυτό είναι ένα χρήσιμο ερευνητικό έναυσμα.

Δεν είναι όμως ακόμη, μόνο του, πλήρης απόδειξη για το εύρος, τον χρόνο, το αντικείμενο και τη ποινική σημασία της δραστηριότητας.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί κάτι που συχνά χάνεται: το ότι ο εισαγγελέας αναγνωρίζει σε ορισμένα σημεία "νεότερα" περιστατικά δεν σημαίνει ότι υποχρεούται να ανασύρει τον φάκελο.

Το άρθρο 43 παρ. 6 δεν αρκείται στη νεότητα.

Απαιτεί τέτοια νέα στοιχεία που να δικαιολογούν την ανάσυρση της υπόθεσης.

Δηλαδή η νεότητα είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη.

Ένα νέο περιστατικό μπορεί να είναι πραγματικά νεότερο και ταυτόχρονα αποδεικτικά άχρηστο.

Αυτό είναι απολύτως συμβατό με τη διάταξη.

Συνολικώς, λοιπόν, η κριτική σε μιά τέτοια διάταξη είναι θεμιτή.

Εκείνο που δεν είναι δικονομικά επαρκές είναι να αντικαθίσταται το αυστηρό ερώτημα της υπαγωγής στο άρθρο 43 παρ. 6 από μια γενική αξίωση "να ερευνηθούν όλα όσα ακόμη δεν μας πείθουν". Η πρώτη είναι νομική μέθοδος.

Η δεύτερη είναι πολιτική απαίτηση, σεβαστή μέν, αλλά διαφορετική.

Όποιος θέλει να αποδομήσει σοβαρά τη μη ανάσυρση οφείλει να απαντήσει ψυχρά και συγκεκριμένα: ποιό είναι το νέο στοιχείο, ποιά η αποδεικτική του βαρύτητα, γιατί δεν είχε αξιολογηθεί προηγουμένως και με ποιόν ακριβώς τρόπο ανατρέπει το προηγούμενο αποδεικτικό συμπέρασμα.

Χωρίς αυτή τη διαδρομή, έχουμε την έκφραση μιάς γενικής δυσπιστίας δικαιολογημένης ή αδικαιολόγητης, όχι όμως δικονομική ανάλυση.

Η συνολική εντύπωση που αποκομίζει κανείς είναι ότι έχει διαμορφωθεί ένα κλίμα πίεσης πρός τη Δικαιοσύνη, ώστε να παρακάμψει τον νόμο και να συνεχίσει την έρευνα πέραν των ορίων που αυτός επιτρέπει.

Ας δεχθούμε, ως υπόθεση εργασίας, ότι πράγματι έγινε κατασκοπεία και ότι όλες οι υπόνοιες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Ακριβώς τότε ανακύπτει το κρισιμότερο δίλημμα, με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος κάθε δικαστικός λειτουργός που ο ίδιος ενδεχομένως διατηρεί αμφιβολίες ή και υποψίες: οφείλει να τηρήσει τον νόμο, ακόμη και άν η υπόθεση δεν διαλευκανθεί πλήρως ή να υπερβεί το νόμιμο μέτρο, καταχρώμενος την εξουσία του, προκειμένου να προχωρήσει περαιτέρω; Ο ευσυνείδητος δικαστής, ο δικαστής με εσωτερικό μέτρο και θεσμική συνείδηση, θα σταματήσει ακριβώς εκεί όπου τον αναχαιτίζει ο νόμος, ανεξαρτήτως του τί προσωπικώς υποπτεύεται, διαισθάνεται ή ακόμη και πιστεύει.

Η δικαστική αρετή δεν συνίσταται στην αυθόρμητη ηθική ορμή, αλλά στην πειθαρχημένη υποταγή στον νόμο.

Οι δικαστές, όμως, είναι άνθρωποι· και ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να υφίστανται πίεση να αγνοήσουν τον νόμο.

Διότι η πίεση αυτή, όταν καλλιεργείται συστηματικά, ενίοτε παράγει το πιό επικίνδυνο αποτέλεσμα: ο δικαστής να παρασυρθεί σε εκείνο ακριβώς που το πλαίσιο του απαγορεύει.

Και τότε το διακύβευμα δεν θα είναι πλέον η αναζήτηση της αλήθειας, αλλά το πώς θα προφυλαχθούμε από μιά Δικαιοσύνη που θα έχει ανακτήσει την όρασή της... 😢

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences