[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η διαχρονική σημασία της Φραντσέσκα Αλμπανέζε. Άρθρο σε Η Εφημερίδα των Συντακτών Υπάρχει ένα ερώτημα που με επισκέπτεται τις πρώτες πρωινές ώρες, όταν ο ύπνος δεν έρχεται και το μυαλό σκαλίζει...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η διαχρονική σημασία της Φραντσέσκα Αλμπανέζε. Άρθρο σε Η Εφημερίδα των Συντακτών Υπάρχει ένα ερώτημα που με επισκέπτεται τις πρώτες πρωινές ώρες, όταν ο ύπνος δεν έρχεται και το μυαλό σκαλίζει παλιές μνήμες.

Το ερώτημα είναι: «Τι θα είχα κάνει το 1938 αν ζούσα στο Βερολίνο το πρωί μετά την Νύχτα των Κρυστάλλων;» Όχι τι λέω ότι θα έκανα.

Όχι τι ελπίζω ότι θα είχα κάνει.

Αλλά τι θα έκανα πραγματικά — ιδίως όταν τα τρένα άρχιζαν να κυλάνε στις ράγες στοιβαγμένα με Εβραίους, όταν οι γείτονες σιώπησαν, όταν το κόστος της αξιοπρέπειας έγινε η απώλεια των πάντων; Οι περισσότεροι από εμάς, φοβάμαι, θα κάναμε λίγα, πολύ λίγα.

Όχι από απανθρωπιά.

Αλλά από φόβο.

Κι από την απατηλή, εγωιστική πεποίθηση ότι κάποιος άλλος θα μίλαγε, ότι η κατάσταση είναι «περίπλοκη», ότι πρέπει να είμαστε «συνετοί». Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «η πεπατημένη, είναι το άλλοθι της δειλίας». Και πόσο έχουμε προσκολληθεί σε αυτό το άλλοθι! Πόσοι πολλοί εξακολουθούμε να κρυβόμαστε πίσω από αυτό το άλλοθι! Κάπου εκεί, μια στο τόσο, εμφανίζεται κάποιος, κάποια που δεν κρύβεται πίσω από οποιοδήποτε άλλοθι.

Κάποιος που, όταν οι άλλοι κάνουν πίσω, βγαίνει μπροστά.

Κάποια που λέει τα πράγματα με το όνομά τους όταν όλοι οι άλλοι περί άλλων τυρβάζουν. Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε είναι αυτή η κάποια.

Στέκεται μπροστά στην Υφήλιο — μόνη, άοπλη, οπλισμένη μόνο με το Νόμο, με τη γλώσσα, και μ' ένα αλλόκοτο θάρρος — και λέει εκείνο που οι κεντρώοι δεν θα πουν, εκείνο που τα υπουργεία Εξωτερικών δεν θα πουν, εκείνο που οι αρχισυντάκτες δεν θα επιτρέψουν να κοσμήσει τα πρωτοσέλιδα και τα δελτία τους.

Λέει: «Ναι, πρόκειται για γενοκτονία.

Την οποία η Ανθρωπότητα παρακολουθούμε να συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο.» Να μην τολμήσει ο οποιοσδήποτε να πει ότι η Φραντσέσκα υπερβάλλει.

Να μην τολμήσει να πει ότι ο όρος είναι «αμφισβητήσιμος». Δεν τον χρησιμοποιεί ελαφρά τη καρδία η Φραντσέσκα.

Τον χρησιμοποιεί όπως ένας γιατρός οδηγείται στην ασφαλή διάγνωση — όχι για να πληγώσει, αλλά για να προειδοποιήσει.

Όχι για να προκαλέσει, αλλά για να κατονομάσει.

Γι' αυτό, την έβαλαν στο στόχαστρό τους.

Και με τι μανία τη έβαλαν στο στόχαστρό τους! Δυσφήμιση. Δαιμονοποίηση. Απειλές.

Εξεταστικές επιτροπές.

Κακόβουλα άρθρα.

Παγωμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί.

Κατάσχεση του μοναδικού διαμερίσματος, του μοναδικού σπιτιού, που είχε ποτέ στην ιδιοκτησία της.

Ο μηχανισμός των «ευυπόληπτων», της «καλής» Δυτικής κοινωνίας, το τραπεζικό σύστημα, η εξουσία – όλοι τους πασχίζουν να την συντρίψουν. Γιατί; Επειδή δεν μπορούν να ανεχθούν αυτό που εκπροσωπεί: τον καθρέφτη που αντανακλά τη συν-ενοχή τους.

Επιτρέψτε μου, άλλη μια φορά, να σας πάω πίσω.

Πίσω στη δεκαετία του 1930.

Πίσω στους λίγους που στάθηκαν όρθιοι όταν άρχισαν τα τρένα να κυλούν στις ράγες γιομάτα εβραίους, ρομά, κομμουνιστές.

Στην γαλλική πόλη Μπορντό, υπήρχε ένας Πορτογάλος πρόξενος ονόματι Αριστίντι ντε Σούζα Μέντες.

Αψήφησε την κυβέρνησή του.

Υπέγραψε χιλιάδες βίζες , για ώρες, μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλα του χεριού τους.

Έσωσε περισσότερες ζωές από τον Σίντλερ.

Και πέθανε άφραγκος, δαιμονοποιημένος, ξεχασμένος.

Την ίδια εποχή στη Βαρσοβία, γερμανός αξιωματικός ονόματι Βιλμ Χόζενφελντ έκρυψε έναν εβραίο πιανίστα στα ερείπια.

Δεν έσωσε χιλιάδες.

Έσωσε έναν.

Αλλά αυτός ο ένας —ο Βλάντισλαβ Σπίλμαν— διαφύλαξε τη μνήμη εκείνης της ανυπακοής.

Και η μνήμη, μην το ξεχνάμε, είναι «ο μόνος τόπος από τον οποίο δεν μπορούν να μας εξορίσουν». Ήταν κι ο Ραούλ Βάλλενμπεργκ.

Οι χωρικοί του Λε Σαμπόν.

Οι ανώνυμοι, οι σιωπηλοί, οι λίγοι αγανακτισμένοι που είπαν: «Όχι όσο είμαι εγώ εδώ». Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε είναι η κληρονόμος τους.

Όχι, όπλο δεν κρατά.

Όχι, δεν κρύβει πρόσφυγες στο υπόγειό της.

Εκείνο που κάνει είναι, όμως, εξίσου επικίνδυνο σ' έναν κόσμο που έχει τελειοποιήσει την τέχνη του να μην βλέπει. Η Φραντσέσκα βλέπει.

Και μιλάει.

Δεν μιλάει ως διπλωμάτης, ευτυχώς.

Οι διπλωμάτες μας μαγαρίζουν την συνείδηση επιμένοντας ότι «υπάρχουν επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές», εκθειάζοντας την «αυτοσυγκράτηση», την δήθεν «αναλογικότητα». Η διπλωματική γλώσσα είναι ο αρωματισμένος τάφος της ηθικής σαφήνειας.

Όχι, η Φραντσέσκα μιλάει ως νομικός.

Ως άνθρωπος.

Ως γυναίκα που έχει κοιτάξει μέσα στην άβυσσο και αρνήθηκε να την αποκαλέσει «περίπλοκο γεωπολιτικό τοπίο». Μια Ιρλανδή συγγραφέας αναφέρθηκε κάποτε στον ηθικό άνθρωπο ως εκείνον που «δρα με την απερισκεψία όσων έχουν ήδη χάσει τα πάντα». Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε δεν έχει χάσει τα πάντα.

Έχει την αξιοπρέπειά της, τη θέση της, τη φωνή της, την οικογένειά της.

Αλλά έχει υπολογίσει επακριβώς το κόστος του να λέει την αλήθεια στην εξουσία.

Και έχει αποφασίσει ότι το κόστος αυτό είναι απείρως μικρότερο από το κόστος της σιωπής.

Ποιο είναι αυτό το κόστος; Ας το ονομάσουμε.

Την έχουν αποκαλέσει αντισημίτρια — ποιαν; Την νομικό, που βασίζεται αποκλειστικά στο Διεθνές Δίκαιο το οποίο σφυρηλατήθηκε στις στάχτες του Άουσβιτς και στις φλόγες της Νυρεμβέργης.

Την έχουν αποκαλέσει συνωμοσιολόγο— ποιαν, την ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ που παραθέτει κάθε πηγή, κάθε υποσημείωση, κάθε ψήφισμα του ΟΗΕ.

Την έχουν αποκαλέσει αφελή — ποιαν; Την γυναίκα που κατανοεί καλύτερα από τους περισσότερους τους μηχανισμούς της ρεαλπολιτίκ.

Αυτές οι κατηγορίες δεν είναι επιχειρήματα.

Είναι το δηλητήριο των ενόχων που απειλούνται από την Φραντσέσκα.

Διότι πράγματι η Φραντσέσκα Αλμπανέζε απειλεί να στερήσει κάτι πολύτιμο από τους ισχυρούς: το δικαίωμα να διαπράττουν φρικαλεότητες χωρίς να κατονομάζονται! Φίλες, φίλοι, την δεκαετία του 1930, ο φασισμός δεν ήρθε φορώντας στρατιωτικές μπότες και υποσχόμενος πογκρόμ και πολέμους από την πρώτη μέρα.

Ήρθε με μικρά υπολογισμένα βήματα.

Με «λογικούς» περιορισμούς.

Με «αναλογικές» αντιδράσεις.

Με τη σιωπή των ευυπόληπτων, των νοικοκυραίων.

Λέμε στον εαυτό μας ότι εμείς δεν θα είμασταν σαν την σιωπηλή πλειοψηφία.

Ότι θα ήμασταν Σούζα Μέντες.

Ότι θα ήμασταν Βάλλενμπεργκ.

Αλλά οι περισσότεροι, φοβάμαι, είναι σαν τους γείτονες που χρόνια μετά έλεγαν: «Δεν ήξερα». Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε ξέρει.

Και αρνείται να προσποιηθεί το αντίθετο.

Ας την τιμήσουμε λοιπόν.

Όχι με κούφια αγάλματα.

Όχι με βραβεία που δεν ζήτησε.

Αλλά με κάτι πιο δύσκολο: Με τη δική μας άρνηση να κοιτάξουμε αλλού.

Με τις δικές μας φωνές να υψώνονται σε χώρους που είναι σχετικά ασφαλείς για εμάς αλλά επικίνδυνοι για εκείνη.

Με τα σώματά μας, αν φτάσει εκεί το πράγμα.

Το 1982, μια γενναία γυναίκα που τραυματίστηκε από αστυνομικούς ενώ διαδήλωνε έξω από την αμερικανική πυρηνική στρατιωτική βάση Greenham Common, μου είχε πει ότι «η καρδιά κυνηγάει εκείνο που δεν μπορεί να έχει». Νομίζω ότι κάτι άλλο ισχύει: Η καρδιά κυνηγάει εκείνο που δεν επιτρέπεται να χάσει.

Και αυτό που δεν επιτρέπεται να απωλέσουμε είναι η μνήμη όσων όρθωσαν ανάστημα σε εποχές που το να ορθώσεις ανάστημα κόστιζε τα πάντα. Η Φραντσέσκα Αλπανέζε ορθώνει το ανάστημά της τώρα.

Στην δική μας εποχή.

Στο όνομά μας.

Κάτω από τον αδιάφορο ουρανό μας. Ας σταθούμε δίπλα της. Όχι αύριο. Όχι όταν θα είναι ασφαλές. Τώρα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences