"Τα πλωτά στρατόπεδα" και η τραγωδία της 3ης Μαίου 1945 στον κόλπο του Νώυστατ Τη νύχτα της 9ης προς 10η Απριλίου 1945, ο Δημήτρης Παυλάκης, σχεδόν τρία χρόνια αιχμάλωτος, άκουσε τον βρόντο των...
"Τα πλωτά στρατόπεδα" και η τραγωδία της 3ης Μαίου 1945 στον κόλπο του Νώυστατ Τη νύχτα της 9ης προς 10η Απριλίου 1945, ο Δημήτρης Παυλάκης, σχεδόν τρία χρόνια αιχμάλωτος, άκουσε τον βρόντο των κανονιών από τα δυτικά, προς την κατεύθυνση του Μπράουνσβαιγκ.
Την αυγή, μόλις μία ημέρα πριν την άφιξη των Συμμάχων, η διοίκηση του στρατοπέδου του Νοιενγκαμε έδωσε εντολή μαζικής εκκένωσης των κρατουμένων στο Βέμπελιν, ένα καινούριο στρατόπεδο μετακομιδής, πενήντα χτισμένες και άλλες τόσες ακόμη ημιτελείς πέτρινες παράγκες και μια ολοκαίνουργια ξύλινη παράγκα με κουκέτες.
Κάπου 6.000 κρατούμενοι, μεταξύ των οποίων περίπου 100 Έλληνες μαζεύτηκαν εκεί, αναγκασμένοι να ζήσουν για τις επόμενες δύο εβδομάδες σε καταστροφικές συνθήκες διαμονής και σίτισης: Μόνο κάθε δύο ημέρες μοιραζόταν ψωμί με μαργαρίνη, στο μέγεθος μισής κιμωλίας.
Οι κρατούμενοι είχαν εξαγριωθεί από την αφόρητη πείνα, απεφευγαν να μιλούν μεταξύ τους για να εξοικονομήσουν ενέργεια.
Τα αποφάγια ήταν μάννα εξ ουρανού.
Κάθε μέρα, 100 έως 200 άνδρες περίμεναν αυτόν που έβγαζε τις πατατοφλουδες από το συσίτιο των φρουρών και του ορμούσαν σαν κοράκια πάνω σε ένα πτώμα.
Μπορούσες να δεις ανθρώπους να κυλιούνται στη λάσπη, να χτυπούν ο ένας τον άλλον με γροθιές ή να δαγκώνουν ο ένας τον άλλον από οργή.
Όποιος ήταν δυνατός τα κατάφερνε, οι αδύναμοι απλά πέθαιναν εκεί που στέκονταν.
Στις 2 Μαΐου 1945, μέλη της 82ης Αμερικανικής Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας ανακάλυψαν τυχαία το στρατόπεδο και βρήκαν περίπου 1.000 νεκρούς στοιβαγμένους σε σωρούς ή διάσπαρτους στο στρατόπεδο, ανθρώπινα ράκη που φοβόντουσαν να κλάψουν από χαρά για να μην κοπεί η κλωστή που τους κρατούσε στη ζωή. Οι Αμερικάνοι φρύαξαν από αυτά που αντίκρυσαν, αντίστοιχα με όσα είχαν δει οι Βρετανοί που είχαν την δραματική τύχη να ανοίξουν την επίγεια κόλαση του Μπέργκεν Μπέλσεν λίγο δυτικότερα, περίπου δυο βδομάδες νωρίτερα.
Τελικά ήταν οι πιο τυχεροί.
Γιατί κανείς μα κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την τραγωδία που θα ακολουθούσε την επόμενη.
Από τις 21 Απριλίου, οι Γερμανοί είχαν διαλέξει κάπου 9.000 κρατούμενους από τα διάφορα στρατόπεδα της βόρειας Γερμανίας και τους έσερναν μαζί τους από σημείο σε σημείο κατά την υποχώρηση.
Κανείς δεν ήξερε ακριβώς γιατί.
Ίσως για να τους κρατήσουν ως ανταλλάξιμο είδος σε ενδεχόμενη συνθηκολογηση, είτε για να χρησιμεύσουν ως ανθρώπινες ασπίδες σε περίπτωση μάχης.
Σε ομάδες των 200 - 500, με το τρένο ή και με τα πόδια, οι κρατούμενοι οδηγούνταν στο βιομηχανικό λιμάνι του Λύμπεκ στη βόρειο Θάλασσα, όπου ήδη συνωστίζονταν κατά χιλιάδες Γερμανοί πρόσφυγες, τραυματίες, τανκς, κάρα.
Ατελείωτες ουρές κατοίκων του Λύμπεκ περίμεναν τη διανομή τροφίμων, ενώ τα πάντα βρίσκονταν σε διάλυση, ο Χίτλερ είχε αυτοκτονήσει και ο ναζισμός έπνεε τα λοίσθια.
Μόνοι οι κρατούμενοι σφιγμένοι στον κλοιό των Ες-Ες και των αστυνομικών σκυλιών συνέχιζαν την πορεία προς το άγνωστο.
Τελικά στις 26 Απριλίου, με την απειλή των όπλων, κάπου 9.000 κρατούμενοι διατάχθηκαν να επιβιβαστούν σε τρια πλοία που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στον κόλπο του Νώυστατ, τα φορτηγα "Τίελμπεκ" και "Αθήνα" και το πολυτελές επιταγμένο κρουαζιερόπλοιο "Καπ Αρκόνα". Τα τρία «πλωτά στρατόπεδα» έγιναν για τις επόμενες μέρες χώρος ανείπωτης φρίκης.
Οι κρατούμενοι αναγκάστηκαν να υπομείνουν ένα παράλογο πηγαινέλα σε άθλιες συνθήκες, σχεδόν χωρίς τροφή και καθόλου ιατρική περίθαλψη.
Η δυσεντερία θέριζε.
Τα πτώματα μεταφέρονταν με βάρκες στην παραλία. Ο Ανδρέας Τσαγκρινός από την Άμφισσα, αντιστασιακός και δημοσιογράφος ήταν ένας από τους εκατοντάδες που άφησαν την τελευταία τους πνοή πάνω στα πλοία.
Χωρίς ανακούφιση στον ορίζοντα, οι αιχμάλωτοι (5.000 μόνο στο Cap Arcona), στοιβαγμένοι στα καταστρωματα και στα αμπάρια, ο ένας πάνω στον άλλον, περίμεναν με αγωνία την άφιξη των Συμμάχων η οποία ήρθε -δυστυχώς- το μεσημέρι της 3ης Μαίου.
Εννέα βρετανικά μαχητικά-βομβαρδιστικά τύπου Typhoon από την 198 Μοίρα της RAF επιτέθηκαν στον στόλο των αιχμαλώτων, θεωρώντας ότι τα πλοία μεταφέρουν στρατεύματα.
Η αποτυχία αναγνώρισης και συντονισμού μεταξύ χερσαίων και αεροπορικών δυνάμεων προκάλεσε μια από τις μεγαλύτερες εκατόμβες στην ιστορία των ναζιστικών στρατοπέδων και μια από τις χειρότερες ναυτικές τραγωδίες στην ιστορία.
Εκείνη την ημέρα, ο γιατρός Ιωάννης Ξενικάκης βρισκόταν στο αμπάρι του "Τίελμπεκ": Κοντεύει μεσημέρι, όταν άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα εγγλέζικα αεροπλάνα.
Ανύποπτος, μαζί με τους άλλους, τα παρακολουθώ από το κατάστρωμα, όπου ύστερα από χίλιες προσπάθειες κατόρθωσα να ανέβω . Τα αεροπλάνα είναι αναγνωριστικά, απλώς μας επισημαίνουν.
Εδώ αξίζει να αναφέρω τον ηρωισμό του Γερμανού κυβερνήτη του μικρού «Αθήναι» που αψηφώντας τα Ες-Ες της φρουράς, γυρίζει στο λιμάνι και την ώρα που εμείς θαλασσοπνιγόμαστε, αποβιβάζει τους 2100 κρατουμένους κι ύστερα για να αποφύγει τις συνέπειες της αυθαιρεσίας του, αυτοκτονεί.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και φαίνονται στον ορίζοντα 4 συμμαχικά βομβαρδιστικά που αδειάζουν επάνω μας τις βόμβες αλλά αστοχούν.
Τη στιγμή εκείνη, εμείς οι κρατούμενοι παίρνουμε την πρωτοβουλία, σκίζουμε τις σημαίες με τον αγκυλωτό σταυρό και υψώνουμε σεντόνια-λευκές σημαίες, για να δώσουμε στους συμμάχους να καταλάβουν ποιο είναι το φορτίο των καραβιών.
Όμως και οι φωνές και τα ανεμίσματα των λευκών πανιών πάνε στα χαμένα.
Τα συμμαχικά αεροπλάνα ρίχνουν τις βόμβες τους από τα 20 μέτρα και μυδραλιοβολούν.
Το δικό μας καράβι χτυπιέται από τρεις αεροτορπίλες και αρχίζει να βουλιάζει.
Πέφτω από τους πρώτους στη θάλασσα και πιάνομαι από μια σχεδία-σωσίβιο.
Σε λίγο βλέπω το τραγικό θέαμα των καραβιών που βουλιάζουν φλεγόμενα, παίρνοντας μαζί τους τους συντρόφους του στρατοπέδου μας" Το «Thielbeck» βυθίστηκε μέσα σε 15 λεπτά. Ο Ξενικάκης ήταν μεταξύ των περίπου 50 ναυαγών από ένα πλήρωμα περίπου 2.500 κρατουμένων που κατάφεραν να σωθούν.
Εκτιμάται ότι κατά τη βύθιση του «Cap Arcona» και του «Thielbeck» χάθηκαν κάπου 6.600 κρατούμενοι, καμένοι ζωντανοί, πνιγμένοι ή σκοτωμένοι από τα όπλα των αεροσκαφών που υποστήριζαν την επίθεση, τα οποία, αγνοώντας την ταυτότητά τους, συνέχισαν να πυροβολούν όσους είχαν πέσει στο νερό. Σαραντατέσσερις Έλληνες πέθαναν στην καταστροφή της 3ης Μαίου, μόνο οι 38 είναι γνωστοί με τα ονόματά τους. Οι επιζώντες ήταν όλοι απο το Τίελμπεκ. Από το καταραμένο Καπ Αρκόνα δε γλίτωσε κανένας Έλληνας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους