⚜️Ἡ ἐλπίς μου⚜️ ὁ Πατήρ, ⚜️καταφυγή μου ὁ⚜️ ⚜️Υἱός, ⚜️σκέπη μου τὸ ⚜️Πνεῦμα τὸ⚜️ ἅγιον, ⚜️Τριὰς ⚜️ἁγία σόι⚜️ ◾Ποτέ δεν θα χαθεί ο γιός τόσων 😪😪😪δακρύων! ◾Μια μητέρα που κλαίει,θρηνεί,και ικετεύει...
⚜️Ἡ ἐλπίς μου⚜️ ὁ Πατήρ, ⚜️καταφυγή μου ὁ⚜️ ⚜️Υἱός, ⚜️σκέπη μου τὸ ⚜️Πνεῦμα τὸ⚜️ ἅγιον, ⚜️Τριὰς ⚜️ἁγία σόι⚜️ ◾Ποτέ δεν θα χαθεί ο γιός τόσων 😪😪😪δακρύων! ◾Μια μητέρα που κλαίει,θρηνεί,και ικετεύει νικά, το έλεος Του Κυρίου ‼️ ✝️Η Αγία Μόνικα, μητέρα του ιερού Αυγουστίνου, γεννήθηκε το 332 μ.Χ. στην πόλη Ταγάστη της βόρειας Αφρικής από γονείς Χριστιανούς, ευσεβείς και φιλόθεους.
Νυμφεύθηκε τον εθνικό διοικητή Πατρίκιο, ο οποίος είχε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από την Αγία.
Αισθανόταν ενοχλημένος από την αδιάλειπτη προσευχή της, έβρισκε την φιλανθρωπική της διάθεση υπερβολική, αδυνατούσε να κατανοήσει την διάθεσή της να επισκέπτεται τους πάσχοντες και τους ασθενείς. Η Αγία Μόνικα αντιμετώπιζε όλη αυτήν την κατάσταση με προσευχή και αγωνιζόταν να αναθρέψει τους δύο υιούς της και τη θυγατέρα της με παιδεία και νουθεσία Κυρίου, παρά το γεγονός ότι ο σύζυγός της δεν συμφωνούσε στην βάπτιση των παιδιών του. Η Αγία δεν αντιστεκόταν στη βίαιη ιδιοσυγκρασία και τις ηθικές παρεκτροπές του Πατρικίου.
Γνώριζε ότι αυτά που είναι αδύνατα για τους ανθρώπους, είναι δυνατά από τον Θεό.
Γι' αυτό ήταν πολύ διακριτική και υπομονετική.
Η προσευχή της Αγίας εισακούσθηκε και ο Θεός φώτισε την καρδιά του Πατρικίου και μετά από δεκαέξι χρόνια βαπτίσθηκε Χριστιανός, για να κοιμηθεί με ειρήνη το 371 μ.Χ. Πολλές φίλες της έρχονταν στο σπίτι της με έκδηλα στο πρόσωπό τους τα χτυπήματα των συζύγων τους και απορούσαν πώς η Μόνικα, που είχε σκληρό άνδρα, κατάφερνε να ζη μαζί του ειρηνικά και χωρίς ξυλοδαρμούς.
Η χαρά της αγίας ήταν απερίγραπτη όταν ο Πατρίκιος έγινε με τον καιρό ένας αληθινός χριστιανός.
Με την ίδια υπομονή και μακροθυμία αντιμετώπιζε και την πεθερά της, η οποία ήταν ιδιότροπη και διαρκώς την έβριζε και την ταπείνωνε μπροστά στους ξένους.
Τελικά με την αρετή της, της προσείλκυσε την συμπάθεια και την εκτίμησή της.
Όταν ο ιερός Αυγουστίνος ήταν μικρός, αρρώστησε και κινδύνεψε να πεθάνη.
Σκέφθηκαν τότε να τον βαφτίσουν.
Η μητέρα του όμως προέβλεπε τους δυνατούς πειρασμούς που θʼ αντιμετώπιζε στη νεότητά του και γιʼ αυτό ανέβαλε τη βάφτισή του.
Μαζί με το γάλα της η ευσεβής μητέρα φρόντισε να μεταδώση στο παιδί της και την ευσέβεια.
Διέκρινε όμως σʼ αυτό τον χαρακτήρα του πατέρα του και διαισθανόταν τον κίνδυνο που θα διέτρεχε η ψυχή του μέσα στη διεφθαρμένη κοινωνία εκείνης της εποχής.
Όσο μεγάλωνε ο γιος της, μεγάλωναν τα πάθη του και τα όργιά του.
Η προσευχή της μητέρας ανέβαινε πύρινη στον θρόνο του Θεού, αλλά φαινόταν πως δεν εισακούεται. Ο Αυγουστίνος πηγαίνει στην Καρχηδόνα για να σπουδάση.
Εκεί ψήνεται στο σεξουαλικό καμίνι της διεφθαρμένης πόλεως.
Η μητέρα μαθαίνει ότι ο γιος της παραστράτησε, και τρέχει ταραγμένη νομίζοντας ότι η παρουσία της θα τον συγκρατήση.
Δυστυχώς τα λόγια και τα δάκρυά της δεν συγκινούν πια την καρδιά του Αυγουστίνου.
Δεν χάνει όμως το θάρρος της.
Προσπαθεί υπομονετικά να διεγείρη στην ψυχή του την αποστροφή για την αμαρτία.
Το αποτέλεσμα είναι πάλι αρνητικό, αλλά η πιστή μητέρα δεν απελπίζεται. «Προσεύχεται εκτενέστερον» και χύνει δάκρυα περισσότερα απʼ αυτά που χύνουν οι μητέρες για τον θάνατο των παιδιών τους.
Πόση πικρία δοκιμάζει όταν μαθαίνη ότι ο γιος της έχει σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εταίρα και εξώγαμο παιδί! Ελπίζει όμως στη μετάνοιά του.
Η ελπίδα αυτή μαζί με τη δυνατή πίστη τη συγκρατούν. – Μια μέρα παιδί μου, του λέει, θα έρθης εκεί που είμαι εγώ.
Νέα θλιβερή είδηση καταφθάνει από την Καρχηδόνα. Ο Αυγουστίνος έγινε αιρετικός – μανιχαίος! Φίδι φαρμακερό δάγκωσε τη Μόνικα, η οποία αυτή τη φορά λυγίζει.
Πηγαίνει ξανά μόνη της στην Καρχηδόνα, κλαίει, θρηνεί, ικετεύει.
Όλα όμως πάνε χαμένα.
Μοναδική παρηγοριά κι ελπίδα της είναι η προσευχή.
Μέρα- νύχτα παλεύει με τον Θεό.
Καταφεύγει σε κάποιον επίσκοπο, ο οποίος τη συμβουλεύει και την παρηγορεί.
Τέλος της λέει: – Πήγαινε στην ευχή του Θεού, παιδί μου.
Ποτέ δεν θα χαθή ο γιος τόσων δακρύων! Ο Θεός όμως θέλει να δοκιμάση περισσότερο την ιώβεια υπομονή της. Ο Αυγουστίνος της είπε ότι θα πάη στην Ιταλία. Η Μόνικα, αφού δεν μπορεί να τον μεταπείση, αποφασίζει να πάη μαζί του.
Κατεβαίνουν στο λιμάνι, αλλά εκείνος την ξεγελά και εξαφανίζεται.
Ταξιδεύει μόνος.
Η μητέρα ξημερώνεται στην προσευχή, πνιγμένη στα δάκρυα.
Με ραγισμένη καρδιά, αλλά με γενναίο φρόνημα, υψώνει τα μάτια στον ουρανό, κι ύστερα αγναντεύει το πέλαγος. – Κύριε! φωνάζει.
Αφήνω το παιδί μου στον ωκεανό της ευσπλαχνίας Σου.
Τα κύματα της χάριτός Σου ας το οδηγήσουν στο λιμάνι Σου.
Γέρασε η Μόνικα στη σχολή της υπομονής και της ελπίδος.
Αντί να επιμένη την επιστροφή του ασώτου υιού, βάλθηκε η ίδια να τον κυνηγά σε στεριές και θάλασσες.
Εγκαταλείπει την Αφρική και έρχεται στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) για την τελική επίθεση. Στα Μεδιόλανα ζει το γλυκοχάραμα της επιστροφής του ασώτου.
Η μία χαρά διαδέχεται την άλλη: ο Αυγουστίνος αηδίασε τους μανιχαίους και τους εγκατέλειψε.
Με βαθιά συγκίνηση τον βλέπει να συχνάζη στα κηρύγματα του αγίου επισκόπου Αμβροσίου και να μιλά γιʼ αυτόν με σεβασμό και εκτίμηση. Ο Αυγουστίνος παλεύει.
Τα δεσμά της αμαρτίας χαλάρωσαν, αλλά ακόμη δεν έσπασαν.
Γιʼ αυτό τελικά μνηστεύεται.
Τέσσερις γυναίκες τον πολιορκούν εκείνη την εποχή.
Δύο ερωμένες, η μνηστή και η μητέρα του.
Παλεύουν κι οι τέσσερις να τον κατακτήσουν.
Τέλος νικά η μητέρα του, ο άνθρωπος της προσευχής και των δακρύων, της υπομονής και της ελπίδος.
Εκείνη που νίκησε τον ατίθασο σύζυγο και τη δύστροπη πεθερά, νίκησε τώρα τον γιο της ύστερα από τριάντα χρόνια αγώνος και προσευχής. Ο Αυγουστίνος παίρνει σταθερή απόφαση να επιστρέψη στον Χριστό και νʼ αφοσιωθή στο έργο της Εκκλησίας Του.
Ποιος μπορεί να νιώση τη χαρά της Μόνικας την ώρα που βαπτιζόταν ο γιος της; Εδώ τελείωσε η αποστολή της.
Είδε πια το παιδί της στην αγκαλιά του Κυρίου. – Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα, εν ειρήνη, ψελλίζει συγκινημένη.
Μητέρα και γιος επιστρέφουν στην Αφρική. Στην Όστια, στις εκβολές σταθμεύουν σε μια φιλική έπαυλη για να ξεκουραστούν.
Εκεί η Μόνικα αρρωσταίνει και σε λίγες μέρες, σε ηλικία 56 ετών, παραδίδει το πνεύμα της «εν ειρήνη» στον Δέσποτα Χριστό. Ο Κύριος είχε εκπληρώσει και την τελευταία επιθυμία της.
Λίγα χρόνια αργότερα, την νύχτα του Πάσχα στις 25 Απριλίου του 387 μ.Χ., ο Αυγουστίνος βαπτίσθηκε από τον Άγιο Αμβρόσιο, Επίσκοπο Μεδιολάνων (βλέπε 7 Δεκεμβρίου) και η Αγία ήταν παρούσα στην βάπτιση του υιού της. ◾ Γράφει για την στάση της μητέρας του Μόνικας ο ιερός Αυγουστίνος στις ⚜️«Εξομολογήσεις» του: «Η μητέρα μου έχυνε για εμένα περισσότερα δάκρυα από όσα χύνουν οι μητέρες επάνω στα νεκρά τέκνα τους.
Με την θέρμη της πίστης, η οποία της χάριζε η μεγάλη της ευσέβεια, με έβλεπε ηθικώς νεκρό. Και Συ Κύριε εισάκουσες την δέησή της και δεν περιφρόνησες τα δάκρυά της, με τα οποία πότισε το έδαφος, παντού όπου προσευχόταν.
Οι πόνοι της να με αναγεννήσει διά του Πνεύματος ήταν σκληρότεροι από αυτούς τους οποίου υπέφερε να με γεννήσει διά της σαρκός».⚜️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους