[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το τελευταίο φυλακιο. Η φωτογραφία τραβήχτηκε ένα πρωινό που μύριζε μπαρούτι και θυμάρι. Στο μικρό πέτρινο χωριό, εκεί ψηλά στα βουνά, όλοι ήξεραν τη γριά Δέσπω και τον γιο της τον Μανώλη. Δεν ήταν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το τελευταίο φυλακιο. Η φωτογραφία τραβήχτηκε ένα πρωινό που μύριζε μπαρούτι και θυμάρι.

Στο μικρό πέτρινο χωριό, εκεί ψηλά στα βουνά, όλοι ήξεραν τη γριά Δέσπω και τον γιο της τον Μανώλη.

Δεν ήταν πλούσιοι.

Δεν είχαν χωράφια μεγάλα ούτε χρυσάφι κρυμμένο.

Είχαν μόνο ένα σπίτι από πέτρα, λίγες κατσίκες και ο ένας τον άλλον.

Ο πατέρας του Μανώλη είχε χαθεί χρόνια πριν σε πόλεμο.

Από τότε η Δέσπω μεγάλωσε μόνη της το παιδί της.

Του έμαθε να διαβάζει τον ουρανό πριν έρθει η καταιγίδα, να σέβεται το ψωμί και να μη φοβάται ποτέ το άδικο.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο Μανώλης φόρεσε το παλιό μπερέ και πήρε το όπλο του πατέρα του.

Η μάνα του δεν έκλαψε μπροστά του.

Μονάχα του έδεσε στο λαιμό έναν μικρό σταυρό. — «Να γυρίσεις άνθρωπος… κι ας μη γυρίσεις ήρωας», του είπε.

Εκείνο το πρωινό ήρθαν κάποιοι ξένοι φωτογράφοι στο χωριό.

Ζήτησαν να τους βγάλουν μια εικόνα πριν φύγει για το βουνό. Η Δέσπω στάθηκε δίπλα του κρατώντας κι εκείνη το παλιό τουφέκι του άντρα της.

Όχι γιατί ήξερε να πολεμά.

Αλλά γιατί ήθελε να δείξει πως οι μανάδες εκείνης της γης πολεμούσαν αλλιώς: κρατώντας όρθιες τις οικογένειες όταν όλα κατέρρεαν. Ο Μανώλης κοιτούσε μακριά, σαν να έβλεπε ήδη τη μοίρα να πλησιάζει πίσω από τις κορφές.

Η φωτογραφία ήταν η τελευταία τους μαζί.

Λίγους μήνες μετά, ένα παιδί από το διπλανό χωριό ανέβηκε λαχανιασμένο το μονοπάτι και στάθηκε στην αυλή της Δέσπως χωρίς να μιλήσει.

Εκείνη κατάλαβε πριν ακούσει λέξη.

Δεν φώναξε.

Δεν λιποθύμησε.

Μόνο κάθισε στο κατώφλι και χάιδευε για ώρα τον μπερέ που της έφεραν πίσω.

Τα χρόνια πέρασαν.

Το χωριό άδειασε.

Οι πέτρες γέρασαν.

Μα κάθε απόγευμα η Δέσπω άφηνε την πόρτα μισάνοιχτη, σαν να περίμενε ακόμη βήματα στην αυλή.

Όταν πέθανε, βρήκαν αυτή τη φωτογραφία κάτω από το μαξιλάρι της.

Στην πίσω πλευρά είχε γράψει με τρεμάμενα γράμματα: «Δεν φοβήθηκα που έφυγες. Φοβήθηκα μόνο μήπως σε ξεχάσει ο κόσμος.»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences