[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

O Μηνάς και η θετική του σκέψη -Του Νεόφυτου Αντωνόπουλου* Φάρμα­κα στη ζω­ή που ζού­με με τους ε­πι­τή­δειους και ανίκανους που έ­χου­με μπλέ­ξει εί­χα πει ό­τι εί­ναι ο Θε­ός και η φι­λο­σο­φί­α...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

O Μηνάς και η θετική του σκέψη -Του Νεόφυτου Αντωνόπουλου* Φάρμα­κα στη ζω­ή που ζού­με με τους ε­πι­τή­δειους και ανίκανους που έ­χου­με μπλέ­ξει εί­χα πει ό­τι εί­ναι ο Θε­ός και η φι­λο­σο­φί­α. Σή­με­ρα προ­σθέ­τω και τη θε­τι­κή σκέ­ψη που τό­σο μας λεί­πει τού­τους τους χα­λε­πούς και­ρούς.

Δια­βά­στε την πα­ρα­κά­τω ι­στο­ρί­α και θα α­ντι­λη­φθεί­τε ό­τι το ά­σπρο και το μαύ­ρο της ζω­ής μας το φτιά­χνου­με ε­μείς... O Μη­νάς κα­τέ­βη­κε α­πό το αυ­το­κί­νη­το του ό­λος εν­θου­σια­σμό.

Ε­πι­τέ­λους θα έ­βρι­σκε την η­συ­χί­α του σε αυ­τήν την α­πό­με­ρη α­κρο­για­λιά.

Κου­βά­λη­σε τα σύ­νερ­γα του ψα­ρέ­μα­τος και το α­γα­πη­μέ­νο του ρα­διο­φω­νά­κι, βρή­κε τον σταθ­μό της α­ρε­σκεί­ας του, πή­ρε μια α­νά­σα γε­μά­τη ιώ­διο και έ­ρι­ξε το κα­λά­μι με το δό­λω­μα στη θά­λασ­σα. Μα, έ­να γλί­στρη­μα του ρα­διο­φώ­νου στα υ­γρά βρά­χια έ­βα­λε τέρ­μα στην μου­σι­κή του παν­δαι­σί­α ε­νώ η α­γα­πη­μέ­νη του συ­σκευ­ή βρέ­θη­κε στη θά­λασ­σα. Ο­ποιοσ­δή­πο­τε άλ­λος θα έ­ρι­χνε μια βρι­σιά στον Πο­σει­δώ­να που του σκά­ρω­σε ε­τού­το το παι­χνί­δι. Μα, ο φί­λος μας ή­ταν θε­τι­κός άν­θρω­πος.

Μό­νο θε­τι­κός.

Ε­νώ οι άλ­λοι κα­τά 70% πο­τί­ζο­νταν α­πό αρ­νη­τι­σμό, ο δι­κός μας γε­λού­σε μα­κά­ριος και έ­βρι­σκε πά­ντα κά­τι για να γε­μί­σει τη ζω­ή του με ευ­τυ­χί­α. «Θε­τι­κό νού­με­ρο έ­να», εί­πε γε­λώ­ντας, «δεν θα ξα­να­χρεια­στώ μπα­τα­ρί­ες. Άλ­λω­στε φί­λε Μη­νά δεν ήρ­θες στη θά­λασ­σα για πάρ­τυ αλ­λά για η­ρε­μί­α. Τι πιο ω­ραί­α μου­σι­κή α­πό τον φλοί­σβο των κυ­μά­των;». Για ψά­ρια ού­τε λό­γος.

Έ­φυ­γε α­πό τη θά­λασ­σα πα­πα­γά­λος. «Κα­λύ­τε­ρα έ­τσι», σκέ­φτη­κε, «πού να κα­θα­ρί­ζω τώ­ρα λέ­πια.

Άλ­λω­στε ποιος θα ά­κου­γε τη Λου­κί­α που θα με τρέ­λαι­νε ό­τι γέ­μι­σα την κου­ζί­να ψα­ρί­λα;». Μα η α­τυ­χί­α του φί­λου μας δεν έ­λε­γε να στα­μα­τή­σει.

Καθώς οδηγούσε σε μια κε­ντρι­κή λε­ω­φό­ρο, έ­νας α­πρό­σε­κτος κα­μι­κά­ζι του έ­κλει­σε τον δρό­μο και πριν προ­λά­βει να α­ντι­δρά­σει καρ­φώ­θη­κε στα πλευ­ρά του αυτοκινήτου του.

Οι α­ε­ρό­σα­κοι ά­νοι­ξαν και τον γλί­τω­σαν, μα χτύ­πη­σε ά­σχη­μα το πό­δι του στο γό­να­το. Η μού­ρη του Φί­ατ στρα­πα­τσα­ρί­στη­κε. Κα­τέ­βη­κε τρε­κλί­ζο­ντας και έ­πε­σε στον δρό­μο κρα­τώ­ντας το πό­δι του. «Να πά­ρει», ούρ­λια­ξε, «τυ­χε­ρός εί­μαι πά­λι, δεν μπο­ρώ να φα­ντα­στώ τι θα πά­θαι­να αν δεν φο­ρού­σα ζώ­νη. Τι θα γι­νό­ταν πά­λι αν ή­ταν τα παι­διά στα πί­σω κα­θί­σμα­τα; Ό­σο για το πό­δι μου, χα­λά­λι. Άλ­λω­στε, μου χρεια­ζό­ταν μια κα­λή ά­δεια». Το α­σθε­νο­φό­ρο έ­φτα­σε ουρ­λιά­ζο­ντας.

Λί­γο αρ­γό­τε­ρα βρι­σκό­ταν στο νο­σο­κο­μεί­ο με φο­βε­ρούς πό­νους.

Ο για­τρός του εί­πε ό­τι έ­σπα­σε το πό­δι του και έ­τσι μπή­κε ε­σπευ­σμέ­να στο χει­ρουρ­γεί­ο. Η Λου­κί­α δεν άρ­γη­σε να έρ­θει για συ­μπα­ρά­στα­ση μα ε­κεί­νος σφίγ­γο­ντας τα δό­ντια, της εί­πε ε­κεί­νο που πο­λύ σο­φά και τό­σο ευ­φυώς δια­τύ­πω­σε ο Σω­κρά­της: «Για δύ­ο πράγ­μα­τα να μη στε­να­χω­ριέ­σαι γυ­ναί­κα, γι΄ αυ­τά που διορ­θώ­νο­νται και γι΄ αυ­τά που δεν διορ­θώ­νο­νται.

Σί­γου­ρα το πό­δι μου α­νή­κει σε μια απ΄ τις δυο κα­τη­γο­ρί­ες». Πώς εί­πα­τε; Υ­περ­βο­λι­κό σας α­κού­γε­ται; Κα­λά, και τι θα κέρ­δι­σε αν άρ­χι­ζε το πα­ρά­πο­νο και το κλα­ψού­ρι­σμα; Μή­πως το πό­δι του θα για­τρευό­ταν ως διά μα­γεί­ας; Ό­χι! Μή­πως θα έ­παιρ­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα λε­φτά απ΄ την α­σφά­λεια; Πά­λι ό­χι! Για­τί λοι­πόν να πο­τί­ζει τον ε­αυ­τό του με αρ­νη­τι­σμό; Δυο ώ­ρες με­τά βγή­κε απ΄ το χει­ρουρ­γεί­ο μα­στου­ρω­μέ­νος απ΄ το α­ναι­σθη­τι­κό. Η γυ­ναί­κα του του φαι­νό­ταν πιο ό­μορ­φη, έ­τσι θο­λή ό­πως την έ­βλε­πε. Και πό­σο γλυ­κά του χα­μο­γε­λού­σε! «Βρε λες να τρα­κά­ρω πιο συ­χνά;» σκέ­φτη­κε. «Πο­νάς πο­λύ α­γά­πη μου;» τον ρώ­τη­σε η Λου­κί­α α­νή­συ­χη. «Του­λά­χι­στον ε­γώ μπο­ρώ α­κό­μα να πο­νώ», της α­πά­ντη­σε ε­κεί­νος ή­ρε­μος. «Τι θα πει ο μπάρ­μπας που μας ά­φη­σε χρό­νους στον τρί­το ό­ρο­φο; Αυ­τός δεν πο­νά, μα εί­ναι σε χει­ρό­τε­ρη μοί­ρα α­πό μέ­να». Δεν τον έ­φτα­ναν αυ­τά εί­χε να α­ντι­με­τω­πί­σει και το θέ­μα της Λα­ϊ­κής που του κα­τά­πιε 200 χι­λιά­δες ευ­ρώ! «Του­λά­χι­στον», σκέ­φτη­κε «έ­χω α­κό­μα τις 100 που εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό 90 και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό 40. Τι να πουν ό­σοι έ­χουν χά­σει τα πά­ντα;» Υ­πε­ρά­νω θλί­ψε­ων και στε­ναγ­μών κοί­τα­ξε έ­ναν με­σό­κο­πο ά­ντρα που μό­λις εί­χε κερ­δί­σει 50 ευ­ρώ στο ξυ­στό. «Να πά­ρει», φώ­να­ξε, τι να τα κά­μω 50 ψω­ρο­ευ­ρώ! «Πά­λι τις έ­χα­σα τις 50 χι­λιά­δες...». *Φιλόλογος - Συγγραφέας

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences