O Μηνάς και η θετική του σκέψη -Του Νεόφυτου Αντωνόπουλου* Φάρμακα στη ζωή που ζούμε με τους επιτήδειους και ανίκανους που έχουμε μπλέξει είχα πει ότι είναι ο Θεός και η φιλοσοφία...
O Μηνάς και η θετική του σκέψη -Του Νεόφυτου Αντωνόπουλου* Φάρμακα στη ζωή που ζούμε με τους επιτήδειους και ανίκανους που έχουμε μπλέξει είχα πει ότι είναι ο Θεός και η φιλοσοφία. Σήμερα προσθέτω και τη θετική σκέψη που τόσο μας λείπει τούτους τους χαλεπούς καιρούς.
Διαβάστε την παρακάτω ιστορία και θα αντιληφθείτε ότι το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας το φτιάχνουμε εμείς... O Μηνάς κατέβηκε από το αυτοκίνητο του όλος ενθουσιασμό.
Επιτέλους θα έβρισκε την ησυχία του σε αυτήν την απόμερη ακρογιαλιά.
Κουβάλησε τα σύνεργα του ψαρέματος και το αγαπημένο του ραδιοφωνάκι, βρήκε τον σταθμό της αρεσκείας του, πήρε μια ανάσα γεμάτη ιώδιο και έριξε το καλάμι με το δόλωμα στη θάλασσα. Μα, ένα γλίστρημα του ραδιοφώνου στα υγρά βράχια έβαλε τέρμα στην μουσική του πανδαισία ενώ η αγαπημένη του συσκευή βρέθηκε στη θάλασσα. Οποιοσδήποτε άλλος θα έριχνε μια βρισιά στον Ποσειδώνα που του σκάρωσε ετούτο το παιχνίδι. Μα, ο φίλος μας ήταν θετικός άνθρωπος.
Μόνο θετικός.
Ενώ οι άλλοι κατά 70% ποτίζονταν από αρνητισμό, ο δικός μας γελούσε μακάριος και έβρισκε πάντα κάτι για να γεμίσει τη ζωή του με ευτυχία. «Θετικό νούμερο ένα», είπε γελώντας, «δεν θα ξαναχρειαστώ μπαταρίες. Άλλωστε φίλε Μηνά δεν ήρθες στη θάλασσα για πάρτυ αλλά για ηρεμία. Τι πιο ωραία μουσική από τον φλοίσβο των κυμάτων;». Για ψάρια ούτε λόγος.
Έφυγε από τη θάλασσα παπαγάλος. «Καλύτερα έτσι», σκέφτηκε, «πού να καθαρίζω τώρα λέπια.
Άλλωστε ποιος θα άκουγε τη Λουκία που θα με τρέλαινε ότι γέμισα την κουζίνα ψαρίλα;». Μα η ατυχία του φίλου μας δεν έλεγε να σταματήσει.
Καθώς οδηγούσε σε μια κεντρική λεωφόρο, ένας απρόσεκτος καμικάζι του έκλεισε τον δρόμο και πριν προλάβει να αντιδράσει καρφώθηκε στα πλευρά του αυτοκινήτου του.
Οι αερόσακοι άνοιξαν και τον γλίτωσαν, μα χτύπησε άσχημα το πόδι του στο γόνατο. Η μούρη του Φίατ στραπατσαρίστηκε. Κατέβηκε τρεκλίζοντας και έπεσε στον δρόμο κρατώντας το πόδι του. «Να πάρει», ούρλιαξε, «τυχερός είμαι πάλι, δεν μπορώ να φανταστώ τι θα πάθαινα αν δεν φορούσα ζώνη. Τι θα γινόταν πάλι αν ήταν τα παιδιά στα πίσω καθίσματα; Όσο για το πόδι μου, χαλάλι. Άλλωστε, μου χρειαζόταν μια καλή άδεια». Το ασθενοφόρο έφτασε ουρλιάζοντας.
Λίγο αργότερα βρισκόταν στο νοσοκομείο με φοβερούς πόνους.
Ο γιατρός του είπε ότι έσπασε το πόδι του και έτσι μπήκε εσπευσμένα στο χειρουργείο. Η Λουκία δεν άργησε να έρθει για συμπαράσταση μα εκείνος σφίγγοντας τα δόντια, της είπε εκείνο που πολύ σοφά και τόσο ευφυώς διατύπωσε ο Σωκράτης: «Για δύο πράγματα να μη στεναχωριέσαι γυναίκα, γι΄ αυτά που διορθώνονται και γι΄ αυτά που δεν διορθώνονται.
Σίγουρα το πόδι μου ανήκει σε μια απ΄ τις δυο κατηγορίες». Πώς είπατε; Υπερβολικό σας ακούγεται; Καλά, και τι θα κέρδισε αν άρχιζε το παράπονο και το κλαψούρισμα; Μήπως το πόδι του θα γιατρευόταν ως διά μαγείας; Όχι! Μήπως θα έπαιρνε περισσότερα λεφτά απ΄ την ασφάλεια; Πάλι όχι! Γιατί λοιπόν να ποτίζει τον εαυτό του με αρνητισμό; Δυο ώρες μετά βγήκε απ΄ το χειρουργείο μαστουρωμένος απ΄ το αναισθητικό. Η γυναίκα του του φαινόταν πιο όμορφη, έτσι θολή όπως την έβλεπε. Και πόσο γλυκά του χαμογελούσε! «Βρε λες να τρακάρω πιο συχνά;» σκέφτηκε. «Πονάς πολύ αγάπη μου;» τον ρώτησε η Λουκία ανήσυχη. «Τουλάχιστον εγώ μπορώ ακόμα να πονώ», της απάντησε εκείνος ήρεμος. «Τι θα πει ο μπάρμπας που μας άφησε χρόνους στον τρίτο όροφο; Αυτός δεν πονά, μα είναι σε χειρότερη μοίρα από μένα». Δεν τον έφταναν αυτά είχε να αντιμετωπίσει και το θέμα της Λαϊκής που του κατάπιε 200 χιλιάδες ευρώ! «Τουλάχιστον», σκέφτηκε «έχω ακόμα τις 100 που είναι περισσότερες από 90 και πολύ περισσότερες από 40. Τι να πουν όσοι έχουν χάσει τα πάντα;» Υπεράνω θλίψεων και στεναγμών κοίταξε έναν μεσόκοπο άντρα που μόλις είχε κερδίσει 50 ευρώ στο ξυστό. «Να πάρει», φώναξε, τι να τα κάμω 50 ψωροευρώ! «Πάλι τις έχασα τις 50 χιλιάδες...». *Φιλόλογος - Συγγραφέας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους