[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το ημερολόγιο έγραφε 4 Μαΐου του 1929 όταν ο κόσμος πιάστηκε απροετοίμαστος για την κομψότητα, το υποδειγματικό στυλ και το ολόγιομο χαμόγελο της Όντρεϊ Χέπμπορν. Γεννημένη στις Βρυξέλλες από Βρετανό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το ημερολόγιο έγραφε 4 Μαΐου του 1929 όταν ο κόσμος πιάστηκε απροετοίμαστος για την κομψότητα, το υποδειγματικό στυλ και το ολόγιομο χαμόγελο της Όντρεϊ Χέπμπορν.

Γεννημένη στις Βρυξέλλες από Βρετανό πατέρα και Ολλανδή γαλαζοαίματη μητέρα, η Όντρεϊ έζησε ως έφηβη τα φρικτά χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Άρνεμ της κατεχόμενη Ολλανδίας.

Μάλιστα, βοήθησε ενεργά την τοπική αντίσταση, ενώ έζησε και τον επονομαζόμενο «χειμώνα της πείνας» του 1944, ο οποίος έπληξε τις δυτικές περιοχές της χώρας.

Αμέσως μετά το τέλος του ΒΠΠ, η Όντρεϊ σπούδασε μπαλέτο στο Άμστερνταμ, μαθητεύοντας δίπλα στη φημισμένη χορεύτρια και χορογράφο Σόνια Γκάσκελ.

Διόλου τυχαία, λοιπόν, το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο ήρθε σε μια ολλανδική ταινία (που αρχικά προοριζόταν για ντοκιμαντέρ), το Dutch in Seven Lessons του 1948.

Έχοντας μετακομίσει αρχικά στο Λονδίνο και έπειτα στις ΗΠΑ, και αφότου είχε ήδη αποκτήσει όνομα στο Μπρόντγουεϊ πρωταγωνιστώντας στο μιούζικαλ Gigi (1951-52), η Όντρεϊ έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη σταρ πρώτου μεγέθους χάρη στην ταινία Roman Holiday (1953) του Γουίλιαμ Γουάιλερ, η οποία της απέφερε Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, Χρυσή Σφαίρα και βραβείο BAFTA.

Το 1954 ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και ο Γουίλιαμ Χόλντεν κονταροχτυπιούνται για τα μάτια της στη Sabrina του Μπίλι Γουάιλντερ (στο πλατό, πάντως, ο Μπόγκαρτ μετά βίας της μιλούσε γιατί θεωρούσε πως έκλεψε τον ρόλο από τη Λορίν Μπακόλ), η οποία την έφερε και πάλι υποψήφια για Όσκαρ.

Το 1956 υποδύεται τη Νατάσα Ροστόβα στη μεταφορά του τολστοϊκού έπους War and Peace από τον Κινγκ Βίντορ, το 1957 πρωταγωνιστεί στο Funny Face (κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μιούζικαλ των αδερφών Γκέρσουιν) του Στάνλεϊ Ντόνεν, στο πλευρό του Φρεντ Αστέρ, και στο Love in the Afternoon του Μπίλι Γουάιλντερ, ενώ η δεκαετία κλείνει με το Green Mansions (1959) του τότε συζύγου της, Μελ Φερέρ, και το The Nun’s Story (1959) του Φρεντ Τσίνεμαν, σε μια ερμηνεία που αποσπά οσκαρική υποψηφιότητα και της αποφέρει ένα ακόμη βραβείο BAFTA.

Η δεκαετία του ‘60, πάντως, είναι που θα μας χαρίσει τους πιο εμβληματικούς ρόλους της Όντρεϊ, με σημείο αφετηρίας φυσικά την αξέχαστη Holly Golightly (φώτο) στο Breakfast at Tiffany’s του Μπλέικ Έντουαρντς, το οποίο βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τρούμαν Καπότε (που προφέρεται κανονικά Καπότι) και καθιέρωσε την Όντρεϊ ως fashion icon μιας ολόκληρης εποχής, χαρίζοντάς της και μια τέταρτη οσκαρική υποψηφιότητα.

Την ίδια χρονιά η Όντρεϊ ενώνει δυνάμεις με τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν στο -προχωρημένο για την εποχή- δράμα κοινωνικών ηθών The Children’s Hour (1961), ενώ το 1963 πρωταγωνιστεί στο εξαιρετικό Charade του Στάνλεϊ Ντόνεν, στο πλευρό του Κάρι Γκραντ, μία από τις σπουδαιότερες ρομαντικές κομεντί μυστηρίου εκείνης της περιόδου, προσθέτοντας το τρίτο βραβείο BAFTA στην τροπαιοθήκη της.

Το 1964 είναι χάρμα οφθαλμών στο My Fair Lady του Τζορτζ Κιούκορ, το 1966 συνθέτει ένα εκπληκτικό ντουέτο με τον Πίτερ Ο’ Τουλ στο απολαυστικό How to Steal a Million του Γουίλιαμ Γουάιλερ, μια ανορθόδοξη κομεντί για την έννοια του πλαστού και του αυθεντικού τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή, ενώ το 1967 είναι καταπληκτική στο Two for the Road του Στάνλεϊ Ντόνεν, στο πλευρό του Άλμπερτ Φίνεϊ (βλέπε υπέροχη φώτο στα σχόλια), και αποτολμά να δοκιμαστεί -με μεγάλη επιτυχία- και σε νέα μονοπάτια, πρωταγωνιστώντας στο ψυχολογικό θρίλερ Wait Until Dark του Τέρενς Γιανγκ, εισπράττοντας την πέμπτη και τελευταία οσκαρική της υποψηφιότητα.

Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η Όντρεϊ αποσύρθηκε ανεπισήμως από το σινεμά, γεγονός που συνέβαλε στο να διατηρήσει ο μύθος της ακέραια τη λάμψη του.

Οι μοναδικές εμφανίσεις της Όντρεϊ στο σινεμά από το 1967 μέχρι και τον θάνατό της το 1993 (από καρκίνο, σε ηλικία μόλις 63 ετών) ήταν στις ταινίες Robin and Marian (1976) του Ρίτσαρντ Λέστερ, στο πλευρό του Σον Κόνερι, Bloodline (1979) του Τέρενς Γιανγκ (η μοναδική ταινία στην καριέρα της που έλαβε τον χαρακτηρισμό της «ακατάλληλης») και το They All Laughed (1981) του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, μαζί με ένα cameo πέρασμα ως άγγελος (τι πιο ταιριαστό) στο Always (1989) του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences