Ανακοινώθηκε πριν λίγο η δυσάρεστη είδηση του θανάτου του Στέργιου Μπουσβάρου, ενός από τους πρώτους καλαθοσφαιριστές του Άρη που μπορούνε να χαρακτηριστούν σταρ. Ο 88 χρονος βετεράνος...
Ανακοινώθηκε πριν λίγο η δυσάρεστη είδηση του θανάτου του Στέργιου Μπουσβάρου, ενός από τους πρώτους καλαθοσφαιριστές του Άρη που μπορούνε να χαρακτηριστούν σταρ.
Ο 88 χρονος βετεράνος καλαθοσφαιριστής του Άρη έγραψε τις δικές του σελίδες ιστορίας και μαζί με 1-2 ακόμη, υπήρξαν οι καλύτεροι του Άρη κατά τα χρόνια 1953-70. Σας παρουσιάζουμε εδώ κάποια από τα κατορθώματά του στον Άρη.
Πηγή, το βιβλίο του Βασίλη Δερμεντζόγλου, "Τ'όνομά τους θυμίζει Θεό", με τα βιογραφικά όλων των καλαθοσφαιριστών του Άρη: "Η σχέση του Στέργιου Μπουσβάρου με τον Άρη ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και φτάνει μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Αρχικά πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως καλαθοσφαιριστής, ενώ εν συνεχεία βρέθηκε κοντά στην ομάδα ως παράγοντας, κυρίως ως έφορος κατά τη χρυσή εποχή της δεκαετίας του ΄80. Ξεκίνησε πατώντας στα βήματα του μεγαλύτερου αδερφού του, περνώντας με επιτυχία από την εφηβική ομάδα με την οποία κατακτάει το πρωτάθλημα της πόλης το 1953.
ΤΟ ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα θα το κάνει στις 14 Φεβρουαρίου 1954, όταν θα πετύχει 9 πόντους και η ομάδα μας θα κερδίσει τον Ηρακλή με 47-29. Αυτή ήταν απλά η αρχή! Τον ίδιο Μάη πέτυχε 11 πόντους επί του ΠΑΟΚ και η πόρτα της ανδρικής ομάδας άρχισε να ανοίγει για τον 18χρονο παίκτη. Τον Ιανουάριο του 1955 ξεκινάει στο πρωτάθλημα της πόλης με 17 πόντους κατά του Ανατόλια και 14 κατά της Αρμενικής.
Είναι όμως μικρός και δεν συμπεριλαμβάνεται στην αποστολή για το Βιαρέτζιο.
Από το 1956 είναι βασικός πλέον στην πρώτη ομάδα και το ταξίδι των επιτυχιών αρχίζει! Το καλοκαίρι του 1956 κερδίζει το τουρνουά του Κατράντζου Σπορ, μετά από σπουδαία εμφάνιση κατά της τότε κραταιής ΧΑΝΘ, πετυχαίνοντας στον τελικό 15 πόντους! Το 1956-57 ο μέσος όρος πόντων του ανεβαίνει στους 10,20 ανά παιχνίδι. Ο Μπουσβάρος έχει τα τέλεια χαρακτηριστικά για το fast break παιχνίδι που αγαπάει ο Πεταλίδης: Είναι ταχύτατος, με πολύ καλή ντρίπλα και ιδανικό μπάσιμο, εντελώς κατάλληλος για παιχνίδι αντεπιθέσεων.
Με πολύ καλή φυσική κατάσταση και γυμνασμένος όσο λίγοι παίκτες της εποχής του, έχει τις αντοχές για να παίζει στο ίδιο υψηλό επίπεδο καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού.
Σε ένα αφιέρωμα που του έγινε το 2009 χαρακτηρίστηκε ως «Γκάλης πριν την εποχή του Γκάλη». Ήταν μια σαφή αναφορά στον τρόπο που τελείωνε τις διεισδύσεις του: Με πολύ καλό πάτημα, έλεγχε πλήρως το κορμί του όταν σηκώνονταν για να τελειώσει τις προσπάθειες του.
Έτσι χρησιμοποιούσε πολύ συχνά σπασίματα της μέσης του στον αέρα, αποφεύγοντας τους αντιπάλους του που μάταια προσπαθούσαν να τον κόψουν.
Χαρακτηριστικό ήταν πως στην καριέρα του λίγες φορές ανακόπηκε από αντίπαλο αμυντικό, αφήνοντας σαν μοναδική λύση το φάουλ! Χαρακτηριστικό ήταν και το τζαμπ σουτ του, με τα ποσοστά ευστοχίας του να είναι καλύτερα από κοντινότερη απόσταση.
Το 1957-58 κερδίζει το πρωτάθλημα της πόλης και παίρνει για πρώτη φορά μέρος σε Πανελλήνιο πρωτάθλημα, στο Καλλιμάρμαρο.
Η παρουσία του είναι καλή, ιδιαίτερα κατά του Ολυμπιακού και του Πανελληνίου που πετυχαίνει 14 και 16 πόντους αντίστοιχα. Ο Άρης τελικά κατατάσσεται στη δεύτερη θέση.
Το ίδιο καλοκαίρι συμπεριλαμβάνεται στην αποστολή που θα ταξιδεύσει σιδηροδρομικώς στη Σικελία για τα τουρνουά της Μεσσίνα και του Παλέρμο, όπου θα διακριθεί για ακόμη μια φορά. Στη Μεσσίνα θα αντιμετωπίσει την Καντού και τον Ιταλό διεθνή Καπελέτι, έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες εκείνη την εποχή.
Στο τέλος του τουρνουά θα βραβευτεί ως ο καλύτερος νέος παίκτης των αγώνων. Στο Παλέρμο θα διακριθεί ιδιαίτερα εναντίον της γαλλικής Αντίμπ, πετυχαίνοντας 16 πόντους.
Τα ευρωπαϊκά παιχνίδια τον «εξιτάρουν». Είναι από τους καλύτερους της ομάδας μας (12 πόντους) στη μεγάλη διεθνή νίκη τον Νοέμβριο του 1958, επί της Γιουγκοσλαβικής υπερδύναμης Μπεογκράδσκι με 61-57. Απόδειξη της αξίας του ήταν το γεγονός πως κλήθηκε από την σπουδαία ομάδα του Πανελληνίου, για να τη βοηθήσει σε τουρνουά που έγινε στην Αθήνα εναντίον ιταλικών ομάδων, ενώ και το Ανατόλια ζήτησε επίσης τη συνδρομή του σε τουρνέ που έκανε στις αμερικάνικες στρατιωτικές βάσης της Δυτικής Γερμανίας.
Το 1958-59 ανεβάζει τον μέσο όρο πόντων του ακόμη περισσότερο, πλησιάζοντας τους 14 ανά παιχνίδι.
Να τονιστεί πως 14 πόντοι μπορεί να ακούγονται λίγοι, αλλά σε μια εποχή που οι αγώνες συχνά είχαν σκορ κάτω των 50 πόντων, είναι σημαντικός αριθμός.
Για παράδειγμα, όταν ο Στέργιος πέτυχε 24 πόντους κατά της Αρμενικής, τον Απρίλιο του 1959, είχε πετύχει το 52% των πόντων της ομάδας, αφού το παιχνίδι είχε λήξει με 46-31 υπέρ του Άρη! Στη Λιέγη είναι από τους πρωταγωνιστές της ομάδας μας και διακρίνεται για την ταχύτητα και τα μπασίματα του.
Επιστρέφει με το τρόπαιο του νικητή! Στο Πανελλήνιο πρωτάθλημα του 1959 κάνει μεστές εμφανίσεις, με 15 πόντους κατά του Εθνικού, κατά του ΠΑΟΚ, κατά του Σπόρτιγκ και 13 πόντους κατά του Ηρακλή.
Στο 5ο παιχνίδι κατά της ΑΕΚ πετυχαίνει 10 πόντους αλλά σε μια φάση χτυπάει σοβαρά, σπάζοντας το χέρι του! Ήταν ένας τραυματισμός που του στέρησε τη συνέχεια του πρωταθλήματος και πιθανόν και τον τίτλο, καθώς τελικά ο Άρης βγήκε δεύτερος μετά από μπαράζ εναντίον των Σπόρτιγκ και ΠΑΟΚ με τους οποίους είχε ισοβαθμήσει στην πρώτη θέση.
Φυσικά ο Στέργιος ήταν απών από τα κρίσιμα μπαράζ, όπως και από το παγκόσμιο πρωτάθλημα των ενόπλων δυνάμεων, στο οποίο είχε κληθεί μετά το τέλος του Πανελληνίου! Την επόμενη σεζόν, 1959-60, ξεχωρίζει για την εμφάνιση του στο μπαράζ για τον τοπικό τίτλο, εναντίον του ΠΑΟΚ.
Παρότι πετυχαίνει 20 πόντους ο τίτλος χάνεται και ο Στέργιος «ξεσπάει» στο Πανελλήνιο πρωτάθλημα, όπου δείχνει «αφηνιασμένος»: Πετυχαίνει 17 πόντους κατά του Ηρακλή, 27 κατά του Σπόρτιγκ, 30 κατά της ΑΕΚ και 15 κατά του Ολυμπιακού (18 πόντοι ανά παιχνίδι)! Ακολουθούν 4 χρονιές όπου σκοράρει συνεχώς, είναι από τους καλύτερους της ομάδας και διακρίνεται συνεχώς. Τον Ιούλιο του 1961 πετυχαίνει 27 πόντους κατά του ΠΑΟΚ, λίγες μέρες αργότερα στο Πανελλήνιο βάζει 26 κατά του Ηρακλή.
Γενικά στην άμυνα είναι χαλαρός, αλλά οι καλές τοποθετήσεις και το μεγάλο άλμα, του δίνουν πλεονέκτημα στην άμυνα, ιδιαίτερα εναντίον ψηλότερων αντιπάλων.
Το 1963 στο τελευταίο Πανελλήνιο πρωτάθλημα έχει 17 πόντους μέσο όρο, με κορυφαία την εμφάνιση κατά της ΑΕΚ με 23 πόντους.
Στο πρώτο πρωτάθλημα της εθνικής κατηγορίας συνεχίζει να «βάλλει» κατά βούληση και έχει μέσο όρο 17,12 πόντους. Τον Απρίλιο του 1964 «διέλυσε» με τα μπασίματα του την άμυνα του Ολυμπιακού στην εκτός έδρας νίκη με 81-87, πετυχαίνοντας 27 από τους πόντους του Άρη.
Είναι από τις πιο παραγωγικές του χρονιές.
Δίνει το παρών και στους πρώτους ευρωπαϊκούς αγώνες, τον Ιανουάριο του 1967, εναντίον της Μακάμπι. Στο Ισραήλ είναι ο μόνος που στέκεται όρθιος, πετυχαίνοντας 20 πόντους, ενώ βάζει άλλους 17 στη ρεβάνς στο Παλέ.
Η σπουδαία του καριέρα θα διακοπεί το 1969, όταν μετά από 16 χρόνια θα βγάλει τα κίτρινα.
Παρά τα 31 του χρόνια έχει τη φυσική κατάσταση να παίξει ακόμη και συνεχίζει στον Δημόκριτο, ανεβάζοντας τον στην πρώτη κατηγορία! Η αγάπη για τον Άρη θα τον οδηγήσει πάλι πίσω, το 1971-72, για να κλείσει τη μεγάλη και σπουδαία του καριέρα, παίζοντας με μια νέα γενιά καλαθοσφαιριστών, αυτή των Αλεξανδρή και Παπαγεωργίου.
Πραγματικά, επιχειρώντας μια πανοραμική ματιά της καριέρας του Μπουσβάρου, θα δούμε πως συνυπήρξε με τέσσερις γενιές παικτών: αρχικά αυτή των αρχών της δεκαετίας του ’50, των παικτών που βρήκε σαν έφηβος.
Ακολούθησε η δική του γενιά, που έπαιξε από το 1956 μέχρι το 1961 με τις επιτυχίες της Λιέγης, αλλά και τα καλά πλασαρίσματα στα Πανελλήνια πρωταθλήματα.
Ακολούθησε η γενιά που βγήκε από την ανανέωση των αρχών της δεκαετίας του ’60, με τους Ιωαννίδη, Τσιτούρα, Κατριό, Χατζόπουλο.
Στο τέλος όπως γράψαμε, έπαιξε και με τη γενιά των Αλεξανδρή, Παπαγεωργίου, κλείνοντας εδώ τη σπουδαία αυτή καριέρα! Δεν έφυγε ποτέ από τον Άρη, αλλά παρέμεινε σε πόστα κοντά στην ομάδα.
Υποδέχτηκε τον Γκάλη κατά την άφιξη του, και επί Μιχαηλίδη υπήρξε ο έφορος της ομάδας των μεγάλων επιτυχιών της δεκαετίας του ΄80. Συνέβαλε σε σπουδαίες μεταγραφές, όπως του Γιαννάκη, του Σούμποτις, του Μισούνωφ.
Αργότερα συνεργάστηκε με την ΕΟΚ, διατελώντας έφορος των εθνικών ομάδων επί 2 χρόνια.
Ο γιός του Δημήτρης υπήρξε καλαθοσφαιριστής και μετά προπονητής των ακαδημιών της ομάδας μας.
Το όνομα Μπουσβάρος σημαίνει Άρης και όλα οφείλονται στη σπουδαία και διαχρονική παρουσία του Στέργιου Μπουσβάρου". Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάζει...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους