[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τα Δάχτυλα της Βασιλικής Καβάλα. Μακρυχώρι. Δεκέμβριος 1954. Έκανε κρύο. Το κρύο της Μακεδονίας μπαίνει στα κόκαλα. Η καπναποθήκη του συνεταιρισμού μύριζε καπνό, υγρασία και φτώχεια. Η Βασιλική ήταν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τα Δάχτυλα της Βασιλικής Καβάλα. Μακρυχώρι. Δεκέμβριος 1954. Έκανε κρύο. Το κρύο της Μακεδονίας μπαίνει στα κόκαλα.

Η καπναποθήκη του συνεταιρισμού μύριζε καπνό, υγρασία και φτώχεια. Η Βασιλική ήταν 18 χρονών.

Κάθε πρωί, 5 η ώρα, έφευγε από το σπίτι με τα πόδια.

Ένα χιλιόμετρο λάσπη.

Φορούσε τη ζακέτα της μάνας της.

Καφέ, χοντρή, μπαλωμένη στους αγκώνες.

Από κάτω το καλό της φόρεμα. Γκρι-μπλε.

Το φύλαγε για την καπναποθήκη. «Να μην σε δει το αφεντικό κουρελού», έλεγε η μάνα της.

Καθόταν πάνω στα τσουβάλια. 12 ώρες.

Από τις 6 το πρωί μέχρι τις 6 το βράδυ. Παστάλιασμα.

Το παστάλιασμα είναι τέχνη.

Παίρνεις το ξερό φύλλο.

Το βρέχεις με τα χείλη σου να μαλακώσει.

Το ισιώνεις με τα δάχτυλα.

Το ακουμπάς στο γόνατο.

Φύλλο το φύλλο, γίνονται μάτσα.

Τα μάτσα δένονται.

Τα δέματα πάνε για εξαγωγή. Αμερική. Γερμανία. Ολλανδία. Η Βασιλική είχε τα πιο καθαρά μάτσα.

Τα δάχτυλά της δεν έσκιζαν φύλλο.

Γι’ αυτό την έβαζαν δίπλα στο παράθυρο. «Να τη βλέπουν οι ξένοι», είπε ο επιστάτης.

Ήρθε ένας φωτογράφος από την Αθήνα. Ο Χαρισιάδης. Κλικ.

Δεν τον κοίταξε.

Κοίταζε τα φύλλα.

Αν σήκωνε το κεφάλι, θα έχανε το μεροκάματο. 5 δραχμές την οκά.

Δεκέμβριος 1954.

Έξω χιόνιζε.

Μέσα η σόμπα έκαιγε καπνόφυλλα.

Τα κορίτσια έβηχαν. Η Βασιλική όχι. Κρατιόταν.

Σκεφτόταν τον Φώτη. Ο Φώτης δούλευε στα καράβια.

Είχε φύγει τον Μάιο. «Θα γυρίσω, Βασιλική.

Θα σε πάρω.

Να φύγουμε απ’ τον καπνό.» Της είχε στείλει ένα γράμμα.

Από τη Μασσαλία.

Μέσα είχε ένα φουντάκι. Μπλε.

Από ζακέτα ναυτική.

Το είχε κάτω από το μαξιλάρι της.

Τα δάχτυλά της ήταν πορτοκαλί.

Ο καπνός βάφει.

Δεν φεύγει με σαπούνι.

Δεν φεύγει με πέτρα.

Οι νύφες στο χωριό κρύβαν τα χέρια τους τη μέρα του γάμου. «Βασιλική, τι ονειρεύεσαι;» τη ρώτησε η Ελένη δίπλα της. 19 χρονών, με φυματίωση. «Τίποτα.» Έλεγε ψέματα.

Ονειρευόταν θάλασσα.

Ονειρευόταν τα χέρια της καθαρά.

Ονειρευόταν ένα σπίτι που δεν μυρίζει καπνό.

Ονειρευόταν να μην ξαναδεί καπνόφυλλο.

Το μεσημέρι έφαγαν ψωμί με ελιά.

Ο επιστάτης πέρασε. «Γρήγορα, κορίτσια.

Το καράβι φεύγει την Παρασκευή.» Η Βασιλική έσκυψε πιο πολύ.

Τα φύλλα ήταν κρύα.

Τα δάχτυλά της ξυλιασμένα.

Τα χείλη της σκισμένα από το βρέξιμο των φύλλων. Η Βασιλική ήταν άρρωστη.

Πυρετό είχε τρεις μέρες.

Μα αν δεν πήγαινε, δεν θα έτρωγαν.

Ο πατέρας της ανάπηρος.

Η μάνα της πλύστρα.

Τρία μικρά αδέρφια.

Το βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, βρήκε γράμμα.

Από τον Φώτη. «Παντρεύτηκα στη Μασσαλία. Συγγνώμη.» Η Βασιλική δεν έκλαψε.

Έβγαλε το φουντάκι κάτω από το μαξιλάρι.

Το πέταξε στη σόμπα.

Μύρισε καμένο μαλλί.

Την άλλη μέρα, πήγε πάλι στην καπναποθήκη.

Και την άλλη.

Και την άλλη. Η Βασιλική δούλεψε στον καπνό μέχρι το ’62. Μετά έκλεισαν οι καπναποθήκες.

Πήγε εργάτρια σε εργοστάσιο.

Δεν παντρεύτηκε.

Έμενε στο Μακρυχώρι.

Στο ίδιο σπίτι.

Με τα αδέρφια της.

Τα μεγάλωσε.

Πέθανε το 2003.

Από τα πνευμόνια της.

Στο συρτάρι της βρήκαν τη φωτογραφία. Ασπρόμαυρη.

Από τον Χαρισιάδη.

Πίσω έγραφε με μολύβι: «Δεκέμβρης 1954. Κρυώνω.» Τα δάχτυλά της, μέχρι το τέλος, είχαν μια σκιά πορτοκαλί.

Γιατί ο καπνός δεν φεύγει.

Μπαίνει στο δέρμα.

Μπαίνει στα πνευμόνια.

Μπαίνει στη μνήμη.

Και τώρα που η φωτογραφία πήρε χρώμα, βλέπεις το μπλε του φορέματος.

Και καταλαβαίνεις.

Δεν ήταν γριά.

Ήταν κορίτσι. 18 χρονών.

Και ονειρευόταν.

Όσο τα δάχτυλά της ίσιωναν φύλλα, η ζωή της τσαλακωνόταν.

Μα εκείνη τα ίσιωνε. Ένα-ένα. Υπομονετικά.

Όπως τα φύλλα.

Γιατί στην Καβάλα του ’54, τα κορίτσια δεν είχαν επιλογή.

Είχαν μόνο καπνό. Και αξιοπρέπεια. Καβάλα, Μακρυχώρι, παστάλιασμα καπνού, Δεκέμβριος 1954, φωτογράφος Δημήτρης Χαρισιάδης, αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences