Νέα Ιωνία, Χειμώνας 1988 Η Ευγενούλα είναι 87. Στο σιδερένιο κρεβάτι του υπογείου. Το ίδιο κρεβάτι 66 χρόνια. Το ίδιο υπόγειο. Δίπλα της, στο κομοδίνο, η ομπρέλα. Κλειστή. Η λαβή φαγωμένη από τα...
Νέα Ιωνία, Χειμώνας 1988 Η Ευγενούλα είναι 87. Στο σιδερένιο κρεβάτι του υπογείου.
Το ίδιο κρεβάτι 66 χρόνια.
Το ίδιο υπόγειο.
Δίπλα της, στο κομοδίνο, η ομπρέλα. Κλειστή.
Η λαβή φαγωμένη από τα χέρια της.
Την άνοιγε κάθε φορά που έβρεχε.
Τα τελευταία 38 χρόνια.
Η ανιψιά της, η Μαρία, της κρατάει το χέρι. «Θεία, θες νερό;» Η Ευγενούλα κουνάει το κεφάλι. Όχι.
Κοιτάει το παράθυρο. Βρέχει.
Ψιλόβροχο του Γενάρη.
Όπως εκείνη τη μέρα στο Φανάρι, το 1920. «Μαρία», ψιθυρίζει.
Η φωνή της — φύλλο ξερό. «Ναι, θεία;» «Φέρε μου την ομπρέλα.» Η Μαρία την κοιτάει. «Θεία, είσαι στο κρεβάτι.
Βρέχει έξω, όχι εδώ μέσα.» Η Ευγενούλα χαμογελάει.
Το ίδιο χαμόγελο του ’20. «Φέρε την.» Η Μαρία υπακούει.
Της τη δίνει. Η Ευγενούλα την αγκαλιάζει.
Σαν μωρό.
Σαν άντρα.
Σαν πατρίδα. «Ξέρεις τι είναι αυτή η ομπρέλα, Μαρία;» «Όχι, θεία.» «Είναι η Πόλη μου.
Είναι ο Μανώλης μου.
Είναι όλα όσα έχασα και όλα όσα κράτησα.» Σώπασε.
Ανάσες βαριές.
Έξω η βροχή δυναμώνει.
Χτυπάει το τζάμι.
Τακ, τακ, τακ. «Θεία;» Η Ευγενούλα ανοίγει τα μάτια.
Καθαρά. 19 χρονών πάλι. «Μαρία, όταν πεθάνω…» «Μη λες τέτοια, θεία.» «Όταν πεθάνω, να με θάψετε με την ομπρέλα. Ανοιχτή.
Να μη βρέχομαι εκεί που πάω.» Η Μαρία κλαίει. «Εντάξει, θεία. Εντάξει.» Η Ευγενούλα κλείνει τα μάτια.
Σφίγγει την ομπρέλα.
Και ψιθυρίζει.
Τελευταία κουβέντα: «Μανώλη μου, άργησα.
Αλλά κράτησα την ομπρέλα στεγνή.
Δεν κρύωσες.
Δεν κρύωσα.
Πάμε τώρα.» Και φεύγει.
Χαμόγελο στα χείλη.
Ομπρέλα στην αγκαλιά.
Την έθαψαν τρεις μέρες μετά. Νεκροταφείο Νέας Ιωνίας.
Με την ομπρέλα ανοιχτή μέσα στο φέρετρο, όπως ζήτησε.
Οι γριές της γειτονιάς σταυροκοπήθηκαν. «Τρελή ήταν η συχωρεμένη.
Με την ομπρέλα την προπολεμική.» Μόνο η Μαρία ήξερε.
Πάνω στο μαύρο πανί της ομπρέλας, με άσπρη κλωστή, η Ευγενούλα είχε κεντήσει χρόνια πριν.
Μικρά γράμματα.
Να μην φαίνονται.
Τρία ονόματα: Ευγενία Μανώλης Πόλη Και από κάτω, μια ημερομηνία: Μάης 1920.
Η βροχή σταμάτησε την ώρα της ταφής.
Βγήκε ήλιος.
Και στον τάφο της, κάθε χρόνο στις 5 του Μάη, κάποιος αφήνει γιασεμί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος.
Ίσως ο Γιώργης από την Αυστραλία.
Ίσως ο ίδιος ο Κεράτιος.
Ίσως ο Μανώλης.
Η ομπρέλα δεν έσωσε την Πόλη.
Δεν έσωσε τον Μανώλη.
Έσωσε όμως την Ευγενούλα.
Γιατί 66 χρόνια, κάθε φορά που έβρεχε, η αρχοντοπούλα του Φαναρίου είχε κάπου να κρυφτεί.
Και δεν ήταν η βροχή που φοβόταν.
Ήταν η λήθη. «Η μνήμη, Μαρία μου, δεν θέλει παλάτια. Θέλει μια ομπρέλα. Και κάποιον να την κρατάει ανοιχτή.» — Τελευταία κουβέντα της Ευγενούλας, 1988
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους