Επιστροφή Στη θολή, θλιβερή πλατφόρμα του σταθμού Λαρίσης, η Δανάη αισθάνθηκε ξαφνικά άρρωστη. Έτρεξε μόλις που πρόλαβε ως τον παλιό κάδο, λύγισε απότομα, ακούγοντας το ακριβό πανωφόρι της να...
Επιστροφή Στη θολή, θλιβερή πλατφόρμα του σταθμού Λαρίσης, η Δανάη αισθάνθηκε ξαφνικά άρρωστη.
Έτρεξε μόλις που πρόλαβε ως τον παλιό κάδο, λύγισε απότομα, ακούγοντας το ακριβό πανωφόρι της να γδέρνεται πάνω σε μια παγωμένη, σιδερένια επιφάνεια που μύριζε κάρβουνο και θρύψαλα από χρόνια εγκατάλειψης… – Κοπέλα μου, είσαι καλά; – Η φωνή ήταν ζεστή, χαμηλή, με αυτή την αχνή προφορά της Θεσσαλίας. – Φύγετε… Η Δανάη ίσιωσε.
Οι άνθρωποι σαν θαμπές σκιές από παλιό φιλμ γλιστρούσαν γύρω της: παλτό, σάκοι με πατάτες, σακούλες απ’ το Lidl.
Στον αέρα πλανιόταν πετρέλαιο θέρμανσης, φθηνό τσιγάρο και εκείνη την επαρχιακή κλεισούρα που πάντα της προκαλούσε ημικρανίες.
Μισούσε αυτή την πόλη.
Μισούσε με αποστειρωμένη, κρύα οργή αυτού που διέφυγε πριν δεκαπέντε χρόνια κι έθαψε βαθιά το μονοπάτι της επιστροφής.
Το κινητό δονήθηκε.
Ο πατέρας. – Δαν, πού είσαι; Έχω το αμάξι απ’ έξω να σε μαζέψω. – Θα πάρω ταξί.
Μη με περιμένεις.
Πες μου μόνο το νοσοκομείο. – Η μάνα σου δεν είναι πια στο νοσοκομείο.
Τη βγάλανε χθες, είπαν να τη φροντίσουμε σπίτι.
Εγώ θα… – Σπίτι; – Η φωνή της έγινε κοφτερή σαν λεπίδα. – Δηλαδή ήρθα τσάμπα και βιαστικά; – Μη φουντώνεις, κορίτσι μου.
Η μάνα σου σε περίμενε με ανυπομονησία, έκανε και πιροσκί. – Ποια πιροσκί, Παναγιά μου; Διέκοψε βίαια τη γραμμή. *** Το σπίτι που μεγάλωσε φάνταζε ακόμα πιο μικρό. Η Δανάη στάθηκε στην είσοδο, κοιτάζοντας την ξεχαρβαλωμένη πόρτα, επενδυμένη με σκασμένο δερματίνη.
Η γάτα της γειτόνισσας είχε ήδη τριφτεί στα πόδια της, αφήνοντας άσπρη τρίχα στις μπότες της.
Μύριζε λάχανο, γάτες και κάτι γλυκόπικρο, όπως πάντα.
Μπήκε χωρίς να χτυπήσει.
Η μητέρα της καθόταν στην κουζίνα.
Μικρή, γκριζαρισμένη, με μια περασμένη ρόμπα, κάτω από την οποία φαινόταν η νυχτικιά.
Μόλις είδε τη Δανάη, τα χέρια της τινάχτηκαν.
Το βλέμμα της γέμισε ενοχή και χαρά μαζί κι αυτό σκότωσε τη Δανάη, βαθιά μέσα της. – Δανάη μου! Παιδάκι μου! Νόμιζα θα ερχόσουν το βραδάκι… – Είπα να μη λες ψέματα. – Ήταν ακόμα με τις μπότες στην είσοδο, άκαμπτη. – Καταλαβαίνεις τι χάνω στη δουλειά τώρα; Μια ολόκληρη νύχτα τρένο για να ‘ρθω εδώ να σε δω στη ΜΕΘ κι εσύ… φούρνιζες πιταράκια; Η μαμά της λύγισε.
Τα χέρια κούρνιασαν στα πόδια. – Συγγνώμη, Δαν.
Δεν ήθελα να σε φοβίσω.
Λίγο έπεσε η πίεση, τι έγινε πια.
Αλλά μου έλειψες τόσο… – Αυτό λέγεται ψέμα. – Πέταξε τις μπότες στη γωνία. – Πού είναι το πιεσόμετρο; Να μετρήσω και να σηκωθώ να πάω ξενοδοχείο.
Εδώ δεν κοιμάμαι. – Μείνε ένα βράδυ, κορίτσι μου… – Μαμά, το καζανάκι στάζει, τα σώματα πιάνουν μόλις και μετά βίας ζέστη, κι οι τοίχοι τρέμουν από τις φωνές των γειτόνων.
Δεν μπορώ να μείνω.
Δεν μπορώ! Κάθισε στην κουζίνα, στο τραπέζι.
Εκεί περίμενε πιατέλα με πιταράκια, ακόμα ζεστά. Η Δανάη ούτε που τ’ άγγιξε. – Φέρε το πιεσόμετρο, σε παρακαλώ.
Η μητέρα έφερε το παλιό, χειροκίνητο, με τη φουσκάλα για πίεση. – Τι είναι αυτό πάλι; – έκανε αηδιασμένη η Δανάη. – Δεν είχες λεφτά για νεότερο; Σου ‘χω στείλει ευρώ. – Τα κράτησα στην άκρη, για σένα καλέ.
Αν ποτέ χρειαστείς. – Θεέ μου.
Φούσκωσε την αχλάδα.
Οι αριθμοί χόρευαν μπροστά της. – Εκατόν εξήντα με ενενήντα.
Μα τόση αλάτι βάζεις στο φαΐ; – Μόνο λίγο, παιδί μου… – Θα σου πάρω αύριο χάπια, καινούργιο πιεσόμετρο.
Τώρα πού να κοιμηθώ; Η μητέρα έτρεχε να στρώσει. Η Δανάη στεκόταν στην κουζίνα, κοιτώντας τον γκρίζο, γυμνό ακάλυπτο απ’ το παράθυρο, και προσευχόταν να μη μείνει παγιδευμένη – να φύγει αύριο, οπωσδήποτε. *** Ο ύπνος δεν ήρθε εκείνο το βράδυ.
Ο καναπές κοντός, οι σούστες έμπαιναν στα πλευρά, κι από τον τοίχο ακούγονταν φωνές, κλάματα και βρισιές.
Γυναίκα στριγγλίζει· άντρας φωνάζει. Η Δανάη κοίταξε το ταβάνι.
Η ρωγμή εκεί· πάντα εκεί.
Παιδί τη νόμιζε για αστραπή.
Τώρα της θύμιζε απλώς πως το σπίτι διαλύεται.
Ξημερώματα αποκοιμήθηκε.
Ονειρεύτηκε πως ήταν μικρή και περπατούσε με τη μαμά στη λαϊκή, της πήρε μια ζεστή μπουγάτσα πασπαλισμένη με άχνη, και χαμογελούσε αληθινά ευτυχισμένη.
Ξύπνησε με δάκρυα.
Τα μάγουλά της βρεγμένα, και δεν σταματούσε να κλαίει.
Κρατούσε την άκρη του σεντονιού – μαντήλι.
Ησυχία έξω από τον τοίχο πια.
Μόνο το ρολόι, παλιό, να χτυπάει.
Το ίδιο ρολόι που η μαμά πάντα έλεγε ότι θα ξεφορτωθεί. – Δανάη; – Η φωνή της μαμάς απ’ το χολ. – Δεν κοιμάσαι; – Δεν κοιμάμαι, – απάντησε βραχνά. – Ήρθε να σε δει κάποια. – Ποια; – Να, ένα κορίτσι λέει. Η Άννα.
Δεν τη θυμάσαι; Η Δανάη έγειρε από τον καναπέ. Άννα; Ποια Άννα; Φόρεσε ρόμπα, βγήκε.
Μπροστά της στεκόταν η Άννα, η κολλητή του σχολείου, που άφησε πίσω χωρίς ένα αντίο, όταν έφυγε για Αθήνα. Η Άννα σχεδόν ακέραιη – ίδια μαλλιά ανοιχτά μαζεμένα, ίδιες γλυκές λακκούβες.
Μόνο τα μάτια πιο θολά, με μπλε κύκλους από κάτω. – Έλα ρε, – χαμογέλασε η Άννα. – Η μαμά σου μού πε ότι ήρθες.
Έστριψα να δω. Δεκαπέντε χρόνια…! Η Δανάη αιφνιδιάστηκε.
Ήθελε να πει κάτι ειρωνικό, αλλά δεν τα κατάφερε. – Πέρνα μέσα, – είπε ξερά.
Κάθισαν στην κουζίνα.
Η μαμά, καταλαβαίνοντας, εξαφανίστηκε στη γειτόνισσα. Η Άννα έσφιγγε τη μεγάλη κούπα του τσαγιού. – Παντρεύτηκα, – αποκάλυψε. – Μυρτώ η κόρη μου, επτά χρονών.
Σχολείο του χρόνου. – Να σας ζήσει, – ένευσε αμήχανα η Δανάη. – Εσύ; – Την κοιτούσε η Άννα με προσοχή. – Στην Αθήνα όλα καλά; – Καλά. – Παντρεύτηκες; – Είχα παντρευτεί. – Και πώς; Η Δανάη ανασήκωσε τους ώμους.
Δεν ήθελε να πει πως ο άντρας της έφυγε για άλλη, πως σπίτι, αμάξι, δουλειά δεν γεμίζουν τη νύχτα.
Πως είναι μόνη της, απόλυτα μόνη. – Χαθήκαμε, – απάντησε. Η Άννα έγνεψε, έμεινε σιωπηλή.
Ξαφνικά, ψιθύρισε: – Σε συγχώρεσα, ξέρεις… – Για τι πράγμα; – απόρησε η Δανάη. – Μα… έφυγες χωρίς μια κουβέντα.
Σαν κλωστή κόπηκε.
Κλάμα, μετά θυμός, και μετά κατάλαβα: έτσι έπρεπε.
Έχτιζες τη ζωή σου, κι εγώ τη δική μου.
Και τώρα πάλι μαζί, τσάι στην κουζίνα.
Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω. Η Δανάη έκρυψε τα μάτια της στο παράθυρο. – Ήμουν χαζή τότε… Συγγνώμη. – Έλα τώρα! Συμβαίνει.
Μίλησαν ώρες. Η Άννα της είπε για τον άντρα της (δουλεύει σε εργοστάσιο, πίνει κάπως, αλλά ήσυχος), τη Μυρτώ (καλλιτέχνιδα, γεμίζει τους τοίχους σχέδια), κι ένα σωρό άλλα. Η Δανάη άκουγε με ενδιαφέρον που την ξάφνιαζε. – Θέλεις να έρθεις αύριο σπίτι; – πρότεινε η Άννα φεύγοντας. – Θα κάνω γιουβαρλάκια.
Να γνωρίσεις τη Μυρτώ. – Δεν ξέρω… – Έλα.
Η μαμά σου είπε πως φεύγεις τη Τετάρτη.
Να περάσουμε λίγο ακόμα μαζί, σαν παλιά. Η Δανάη έγνεψε. *** Την επόμενη πήγε στο φαρμακείο.
Χρειαζόταν φάρμακα, νέο πιεσόμετρο.
Περπατώντας στην πόλη, σαν να έβλεπε πρώτη φορά: δέντρα με πάχνη, πιτσιρίκια με έλκηθρα, γιαγιάδες στα παγκάκια.
Η ζωή, απλώς συνέχιζε.
Στο φαρμακείο ουρά.
Μπροστά της μια γυναίκα με ξεθωριασμένο μπουφάν, σακούλα γεμάτη.
Λαχανιασμένη. – Είστε καλά; – ρώτησε η Δανάη. – Λίγο η καρδιά μου, αγάπη μου.
Θα πάρω το χαπάκι και θα ‘μαι μια χαρά.
Η γυναίκα ήταν χλωμή, γαλάζια χείλη, ιδρώτας στο μέτωπο. – Περάστε να καθίσετε, θα πάρω εγώ το φάρμακο.
Τι θέλετε; – Νιτρογλυκερίνη, καλή μου.
Ευχαριστώ, ψυχή μου. Η Δανάη πλήρωσε (με ευρώ, ναι, αλλά σαν σε όνειρο ήταν λίρες από παλιά πανηγύρια), της έδωσε το χάπι.
Μετά από λίγο η γυναίκα αναστέναξε: – Να ‘σαι καλά, όμορφή μου.
Δεν είσαι από δω, ε; – Από δω είμαι, – είπε κάπως έκπληκτη η Δανάη. – Εδώ γεννήθηκα.
Βγήκε απ’ το φαρμακείο και χαμογέλασε. *** Το βράδυ πήγε στην Άννα.
Πέμπτος όροφος χωρίς ασανσέρ, σε παλιά πολυκατοικία.
Οι σκάλες θλιβερές· όμως αυτή τη φορά δεν την πείραζε.
Άνοιξε μια μικρή, ξανθιά, με τεράστια μάτια. – Εσείς είστε η θεία Δανάη; η μαμά είπε να σας περιμένω. – Εγώ.
Εσύ είσαι η Μυρτώ; – Ναι! Να περάσετε, έχουμε γιουβαρλάκια.
Στο διαμέρισμα τα έπιπλα στραβοπά, οι ταπετσαρίες ξεβαμμένες, ζωγραφιές στους τοίχους – κι όμως όλα έλαμπαν από καθαριότητα και μυρωδιά σπιτικής μαγειρικής. Η Άννα στην κουζίνα, ανακάτευε κατσαρόλες. – Έλα, Δαν, βγάλε το μπουφάν, θα φάμε όλοι μαζί! Μυρτώ, φέρε τα κουτάλια! Έφαγαν παρέα. Η Δανάη ένιωσε μια γλύκα να τη γεμίζει.
Είχε χρόνια να φάει τόσο νόστιμα, τόσο ανέμελη. – Θα με ζωγραφίσεις; – ζήτησε στη Μυρτώ.
Το κορίτσι την κοίταξε σοβαρά. – Είσαι όμορφη.
Θα σε κάνω πριγκίπισσα. – Για να δούμε! Η μικρή έφερε μπλοκ, μαρκαδόρους, ξεκίνησε. Η Δανάη με την Άννα ήπιαν τσάι με γλυκό βύσσινο και μιλούσαν. – Έχεις παιδιά; – ρώτησε ξαφνικά η Μυρτώ, ζωγραφίζοντας. – Όχι, δεν τα κατάφερα. – Γιατί; – Μυρτώ! – διέκοψε η Άννα αυστηρά. – Δεν πειράζει, – χαμογέλασε η Δανάη. – Έτσι ήρθαν τα πράγματα, μικρή μου.
Δεν έχουν όλοι παιδιά. – Μη στεναχωριέσαι! – είπε σοβαρά. – Νέα είσαι, όλα μπροστά σου. Η Δανάη γέλασε. – Σ’ ευχαριστώ, καλή μου. Η Μυρτώ της έδωσε το σκίτσο· μια γυναίκα με μακρύ φόρεμα, κορώνα, γύρω λουλούδια. – Εσύ είσαι, – εξήγησε η Μυρτώ. – Πριγκίπισσα, μόνο λίγο λυπημένη.
Θα σου βάλω ήλιο, να χαρείς. Η Δανάη ένιωσε κόμπο. – Θα το κρεμάσω στο σπίτι μου στην Αθήνα, μικρή μου, ό,τι κι αν γίνει. – Θα ξανάρθεις; – Θα ξαναέρθω, – απάντησε.
Και το πίστεψε ξαφνικά. *** Γύρισε αργά στη μητέρα της.
Η μητέρα της την περίμενε ξύπνια. – Πώς πέρασες; – ρώτησε. – Ωραία, μαμά.
Πολύ ωραία. Η Δανάη έπιασε το χέρι της μαμάς, ζεστό, τραχύ, γεμάτο καφέ κηλίδες ηλικίας. – Μαμά, συγγνώμη… για όλα. – Έλα τώρα, παιδί μου.
Γιατί; – Γιατί ντρεπόμουν για εσάς, για τον τόπο τούτο.
Για μένα.
Νόμιζα ήμουν καλύτερη, επειδή έφυγα.
Δεν ήμουν.
Απλώς το ‘σκασα.
Η μητέρα της χάιδεψε το κεφάλι, όπως παλιά. – Εσύ επέζησες, Δανάη.
Εδώ τότε: ή φεύγεις ή χαραμίζεσαι.
Καλά έκανες.
Μη μας ξεχνάς, μόνο. – Δε θα σας ξεχάσω, – ψιθύρισε η Δανάη. – Όρκίζομαι. *** Το πρωί έφευγε.
Ο πατέρας την πήγε στο σταθμό.
Η μαμά στην αποβάθρα, μικρή με το παλιό παλτό, χαιρετούσε με το χέρι. Η Δανάη κοίταζε από το παράθυρο και στα σωθικά της έσφιγγε το παράξενο. – Να έρχεσαι, – έβηξε ο πατέρας. – Δεν θα ‘μαστε για πάντα εδώ. – Θα ξανάρθω, πατέρα.
Στο ορκίζομαι.
Στο τραίνο, βρήκε θέση, έβγαλε το κινητό.
Μήνυμα από την Άννα: «Έλα ξανά. Η Μυρτώ μετά ρωτάει για τη θεία Δανάη.
Σε συμπάθησε». Η Δανάη χαμογέλασε, έκλεισε το τηλέφωνο.
Το τραίνο ξεκίνησε.
Έξω ο ουρανός με πολυκατοικίες, γκαράζ, χωράφια χιονισμένα.
Κι εκεί κατάλαβε πως αυτή τη φορά δεν πονά το κεφάλι της, δεν ανακατεύεται.
Δεν χρειάζεται να κρύψει τα μάτια.
Έβγαλε το σκίτσο της Μυρτώς. Μια πριγκίπισσα, λουλούδια, ένας ήλιος στην άκρη. Κοίταξε… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους